ΕΒΔΟΜΑΔΙΑΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ
05

Ἡ πα­ρα­βο­λὴ τοῦ Τε­λώ­νου καὶ τοῦ Φα­ρι­σαί­ου μᾶς παρουσιάζει δύο χαρακτηριστικὲς κατηγορίες ἀνθρώπων. Οἱ ἄνθρωποι τῆς πρώτης κατηγορίας εἶναι οἱ λεγόμενοι ἁμαρτωλοί, οἱ ὁποῖοι, ὅμως, ἔχουν συνείδηση τῶν σφαλμάτων τους, μετανοοῦν γιὰ ὅσα κάνουν καὶ μὲ συντριβὴ καρδίας ζητοῦν τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ὅσοι ἀνήκουν στὴ δεύτερη κατηγορία εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἐνῶ νομίζουν ὅτι ζοῦν ὀρθὰ καὶ θεάρεστα, τηρῶντας τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, τελικὰ βρίσκονται μακρυὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Καὶ τοῦτο διότι δὲν αἰσθάνονται τὸν Θεὸ ὡς σωτῆρα, ὥστε νὰ ζητήσουν τὸ ἔλεός του, ἀλλὰ ἀρκοῦνται καὶ ἐπαναπαύονται στὶς δικές τους πράξεις, τὶς ὁποῖες ἐπιτελοῦν ἐγωιστικά. Ἔτσι τοὺς δημιουργεῖται ἡ ψευδαίσθηση τῆς πνευματικῆς αὐτάρκειας καὶ τῆς ἀνωτερότητας ἔναντι ὅλων τῶν ἄλλων.

Τὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ οἱ Τε­λῶ­νες, ὡς φο­ρο­ει­σπρά­κτο­ρες πρὸς ὄφελος τῶν κατακτητῶν Ρω­μαί­ων, ἦ­ταν πρό­σω­πα ἰ­δι­αί­τε­ρα μι­ση­τὰ γιὰ τὸν λα­ὸ τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ. Κα­τὰ τὴν εἴ­σπρα­ξη τῶν φό­ρων προ­έ­βαι­ναν σὲ αὐ­θαι­ρε­σί­ες, ἐκ­με­ταλ­λευ­ό­με­νοι τὸν ἁ­πλὸ λα­ό. Ἐ­ξοῦ καὶ ὁ χα­ρα­κτη­ρι­σμός τους ὡς με­γά­λων ἁ­μαρ­τω­λῶν. Ἀπὸ αὐτοὺς ἐπιλέγει ὁ Κύριος τὸν Τε­λώ­νη τῆς ση­με­ρι­νῆς πα­ρα­βο­λῆς, ὥστε νὰ μᾶς δείξει ὅτι καὶ οἱ πολὺ ἁμαρτωλοὶ μποροῦν νὰ ἔχουν συ­ναί­σθη­ση τῶν ἀ­δι­κι­ῶν τους, καὶ ὡς ἐκ τούτου νὰ προσευχηθοῦν καὶ νὰ ζητήσουν τὸ ἔλεος τοῦ Θε­οῦ.

Μαζὶ μὲ τὸν ἁμαρτωλὸ Τελώνη ἀ­νέ­βη­κε στὸν Να­ὸ καὶ ὁ Φα­ρι­σαῖ­ος, ὁ ὁποῖος ἦταν ἄνθρωπος μὲ ὑπόληψη στὰ μά­τια τοῦ λα­οῦ, δί­και­ος καὶ πι­στὸς τη­ρη­τὴς τοῦ Νό­μου. Ὅταν ὁ Φαρισαῖος ἔφτασε πάν­τως στὸν Να­ὸ δὲν προ­σευ­χή­θη­κε στὸν Θε­ὸ γιὰ νὰ ἐ­πι­κα­λε­στεῖ τὸ ἔ­λε­ός του. Ἀν­τ’ αὐτοῦ, ἀ­φοῦ στά­θη­κε ἐ­πι­δει­κτι­κὰ σὲ μί­α πε­ρί­ο­πτη καὶ δι­α­κε­κρι­μέ­νη θέ­ση τοῦ Να­οῦ, ἄρ­χι­σε με­γα­λο­φώ­νως ἀπὸ τὴ μία νὰ αὐ­το­εγ­κω­μι­ά­ζε­ται, νὰ ἐ­παι­νεῖ τὸν ἑ­αυ­τό του, νὰ τὸν δι­και­ώ­νει, νὰ ἀ­πα­ριθ­μεῖ τὶς κα­λές του πρά­ξεις: «νη­στεύ­ω», ἔλεγε, «δὶς τοῦ σαβ­βά­του, ἀ­πο­δε­κα­τῶ πάν­τα ὅ­σα κτῶ­μαι», καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη νὰ κα­τα­κρί­νει ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους. Εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε μά­λι­στα τὸν Θε­ὸ γιὰ τὴν ἀ­να­μαρ­τη­σί­α του καὶ ξεχωρίζοντας αὐ­τά­ρε­σκα τὸν ἑ­αυ­τό του ἀ­πὸ τοὺς ὑπόλοιπους ἀνθρώπους, καὶ βέ­βαι­α καὶ ἀ­πὸ τὸν Τε­λώ­νη, ἔ­λε­γε: «οὐκ εἰ­μὶ ὥ­σπερ οἱ λοι­ποὶ τῶν ἀν­θρώ­πων... ἢ καὶ ὡς οὗ­τος ὁ τε­λώ­νης».

Μὲ τὴν ὅλη συμπεριφορά του ὁ Φα­ρι­σαῖ­ος ἀποδεικνύει ὅτι ἀ­νέ­βη­κε στὸν Να­ὸ ὄχι ὡς ἄνθρωπος ποὺ ἔχει ἀνάγκη τὸν Θεό, ἀλλὰ ὡς ἕνας τέ­λει­ος καὶ ἀ­να­μάρ­τη­τος. Τὸ μόνο, ὅμως, ποὺ πέτυχε διατυμπανίζοντας τὴ δι­και­ο­σύ­νη του, τὴ φι­λαν­θρω­πί­α, τὴ νη­στεί­α καὶ τὴν ἐ­λε­η­μο­σύ­νη, ἦταν νὰ ἀ­πο­δείξει τὸν ἑαυτό του ὡς ἕ­να ἐ­πι­φα­νει­α­κὸ ἄν­θρω­πο, γε­μά­το ἐ­γω­ι­σμὸ καὶ φι­λα­ρέ­σκει­α. Στὴν προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, ἡ τή­ρη­ση τοῦ Νό­μου, ἂν καὶ ἀ­ναγ­καί­α ὡς ἐν­το­λὴ τοῦ Θε­οῦ, ἐν­τού­τοις καταλήγει νὰ εἶναι ἀ­νώ­φε­λη καὶ μά­ται­α, ὡς μί­α ἁ­πλὴ ἐ­φαρ­μο­γὴ κά­ποιων ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν τύ­πων. Ἡ οὐ­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­φο­ρᾶ στὴν ἀ­γά­πη πρὸς τὸν ἄλ­λο καὶ στὴ συ­ναί­σθη­ση τῆς ἀ­νε­πάρ­κει­άς μας, πρᾶγ­μα βέ­βαι­α ποὺ ὁ­δη­γεῖ καὶ στὴν ἐ­πί­κλη­ση τοῦ ἐ­λέ­ους τοῦ Θε­οῦ, ἀ­που­σί­α­ζε ἀ­πὸ τὸν Φα­ρι­σαῖ­ο. Γι᾽ αὐ­τὸ καὶ ὁ Κύριος ἀναφέρει πὼς τελικὰ ὁ Φαρισαῖος κα­τα­κρί­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Θε­ό.

Στὸν ἀντίποδα τοῦ Φαρισαίου βρίσκεται ὁ Τε­λώ­νης, ὁ ὁποῖος ἐ­πι­δει­κνύ­ει ἀ­λη­θι­νὴ με­τά­νοι­α. Συ­ναι­σθα­νό­με­νος τὰ με­γά­λα σφάλ­μα­τά του, κα­θὼς καὶ τὶς πολλὲς ἀδι­κί­ες ποὺ ἔ­κα­νε, ἐ­λε­ει­νο­λο­γεῖ τὸν ἑ­αυ­τό του. Στέ­κε­ται κά­που ἀ­πό­με­ρα καὶ μὲ τὸ βλέμ­μα κά­τω λυ­πᾶ­ται, με­τα­νο­εῖ πραγ­μα­τι­κὰ καὶ ζη­τᾶ μὲ συν­τρι­βὴ καὶ ταπείνωση τὸ ἔ­λε­ος τοῦ Θε­οῦ. Καὶ πράγματι, ὁ Τε­λώ­νης ἐ­πι­τυγ­χά­νει τὸ ζη­τού­με­νο. Ἡ προ­σευ­χή του εἰ­σα­κού­ε­ται καὶ λαμ­βά­νει τὴν ἄ­φε­ση τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν του, τὴ δι­καί­ω­ση καὶ τὴν υἱ­ο­θε­σί­α ἐκ μέ­ρους τοῦ Θε­οῦ.

Τελικά, αὐ­τὸ ποὺ οὐ­σι­α­στι­κὰ με­τρά­ει στὰ μάτια τοῦ Θε­οῦ δὲν εἶ­ναι ἡ μι­κρὴ ἢ ἡ με­γά­λη ἁ­μαρ­τί­α κά­ποιου, οἱ πολλὲς ἢ οἱ λίγες καλές του πράξεις. Αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία εἶναι ἡ με­τά­νοι­α ποὺ θὰ ἐ­πι­δει­χθεῖ. Αὐ­τὴ εἶ­ναι τὸ Α καὶ τὸ Ω στὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸν Θε­ό. Ὁ Χρι­στὸς ξε­κι­νῶν­τας τὸ κή­ρυγ­μά του δὲν ζή­τη­σε ἀ­πὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους τὴν ἀ­να­μαρ­τη­σί­α, ἀλ­λὰ τὴ με­τά­νοι­ά τους καὶ τὴ συ­ναί­σθη­ση τῆς ἁ­μαρ­τω­λό­τη­τάς τους. Ἔ­τσι ὁ­δη­γεῖ­ται ὁ ἄν­θρω­πος στὸν Θε­ό, ἐ­νῶ ἡ αὐ­το­δι­καί­ω­ση τὸν ἀ­πο­μα­κρύ­νει. Γι᾽ αὐ­τὸ καὶ ὁ Χρι­στός, στὸ τέ­λος τῆς πα­ρα­βο­λῆς, δη­λώ­νει μὲ ἔμ­φα­ση ὅ­τι «ὁ ὑ­ψῶν ἑ­αυ­τὸν τα­πει­νω­θή­σε­ται, ὁ δὲ τα­πει­νῶν ἑ­αυ­τὸν ὑ­ψω­θή­σε­ται».

Comments

There are currently no comments, be the first to post one!

Post Comment

Name (required)

Email (required)

Website