ΕΒΔΟΜΑΔΙΑΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ
19

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ

(Μθ. 25, 31-46)

Μὲ τὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ διδασκόμαστε ὅτι κρι­τή­ρι­ο γιὰ τὴν κα­τά­τα­ξή μας στὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα εἴ­τε τοῦ Πα­ρα­δεί­σου εἴ­τε τῆς Κο­λά­σε­ως, εἶ­ναι μόνο ἡ ἀ­γά­πη ποὺ ἐ­πι­δει­κνύ­ου­με ἢ ἡ ἀ­γά­πη ποὺ ἀρ­νι­ό­μα­στε στοὺς συ­ναν­θρώ­πους μας, τοὺς ἀ­δελ­φούς μας, τοὺς πά­σχον­τας, τοὺς κα­τα­φρο­νη­μέ­νους καὶ γε­νι­κὰ σὲ ὅ­σους ἔ­χουν τὴν ἀ­νάγ­κη μας.

Ὅ­ταν ὁ Κύ­ρι­ος, ὡς ὁ κρι­τὴς τοῦ κό­σμου, ἔλ­θει ξα­νὰ στὴ γῆ, ὄ­χι ὡς ἄ­ση­μος καὶ τα­πει­νός, ἀλ­λὰ ἔν­θρονος καὶ δοξασμένος, γιὰ νὰ ἀ­πο­νεί­μει στὸν κά­θε ἕ­να τὴν ἀ­μοι­βὴ ἀ­νά­λο­γα μὲ τὰ ἔρ­γα του, θὰ χω­ρί­σει τοὺς δί­και­ους καὶ ἐλεήμονες καὶ φι­λάν­θρω­πους ἀ­πὸ ὅ­σους ἀρ­νή­θη­καν νὰ βο­η­θή­σουν τοὺς πά­σχον­τες. Στὰ δε­ξι­ά του, δη­λα­δὴ σὲ θέση τιμητικὴ καὶ στὴν εὐ­φρο­σύ­νη τοῦ Πα­ρα­δεί­σου, θὰ θέ­σει ὅ­σους ἀ­γά­πη­σαν τοὺς συ­ναν­θρώ­πους τους. Τὰ ἔρ­γα τῆς ἀ­γά­πης τῶν δι­καί­ων πρὸς εὐ­ερ­γε­σί­α τῶν ἀ­δυ­νά­των καὶ φτω­χῶν, θὰ τὰ θε­ω­ρή­σει ὅ­τι ἔ­γι­ναν σὲ αὐ­τὸν τὸν ἴ­διο καὶ τοῦ­το δι­ό­τι μὲ τὴν Ἐ­ναν­θρώ­πη­σή του θε­ω­ρεῖ πλέ­ον ὅ­λους τοὺς ἀν­θρώ­πους, ὅ­σο ἄ­ση­μοι, τα­πει­νοὶ καὶ κα­τα­φρο­νη­μέ­νοι εἶ­ναι στὰ μά­τια τοῦ κό­σμου, ὡς ἀ­δελ­φούς του: «πεί­να­σα καὶ μοῦ δώ­σα­τε νὰ φά­ω», μᾶς λέγει στὴν παραβολή, «δί­ψα­σα καὶ μοῦ φέ­ρα­τε νε­ρὸ νὰ πιῶ, ἦμουν ξέ­νος καὶ ἄ­στε­γος καὶ μὲ φι­λο­ξε­νή­σα­τε στὸ σπί­τι σας, ἦμουν ρα­κέν­δυ­τος καὶ μοῦ δώ­σα­τε ροῦ­χα νὰ φο­ρέ­σω. Ὅ­ταν ἀρ­ρώ­στη­σα μὲ ἐ­πι­σκε­φθή­κα­τε πα­ρη­γο­ρών­τας με. Ἦμουν στὴ φυ­λα­κὴ καὶ ἤρ­θα­τε νὰ μὲ δεῖ­τε».

Αὐτὸ τὸ ἔλεος καὶ αὐτὴ ἡ ἀ­γά­πη πρὸς τοὺς ἐμπερίστατους ἀνθρώπους εἶ­ναι ποὺ ἀ­μεί­βε­ται πλου­σι­ο­πά­ρο­χα ἀ­πὸ τὸν Θε­ό. Γι᾽ αὐ­τὸ καὶ ἡ παραβολὴ σημειώνει ὅτι οἱ δί­και­οι καὶ φι­λάν­θρω­ποι εἰ­σέρ­χον­ται στὴ Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ καὶ στὴν ἀ­τε­λεί­ω­τη χα­ρὰ καὶ μα­κα­ρι­ό­τη­τα τοῦ Πα­ρα­δεί­σου. Ἡ ἀ­γά­πη ἀ­πο­τε­λεῖ τὸ ὅ­λο τῶν ἐν­το­λῶν τοῦ Θε­οῦ. Χω­ρὶς αὐ­τὴ κα­μί­α πρά­ξη τῶν ἀν­θρώ­πων καὶ κα­νέ­να ἀ­σκη­τι­κὸ ἀ­γώ­νι­σμα δὲν ἔ­χει νό­η­μα. Αὐ­τὴ νο­η­μα­το­δο­τεῖ τὴ ζω­ὴ καὶ τὰ ἔρ­γα τῶν ἀν­θρώ­πων, ὥ­στε νὰ μὴν γί­νον­ται φα­ρι­σα­ϊ­κά, δηλαδὴ ἐγωιστικὰ καὶ αὐτάρεσκα. Ὅ­που αὐ­τὴ ὑ­πάρ­χει, ὑ­πάρ­χουν πα­ράλ­λη­λα ἡ τα­πει­νο­φρο­σύ­νη, ἡ δι­και­ο­σύ­νη, ἡ πρα­ό­τη­τα, ἡ μα­κρο­θυ­μί­α, ἡ σε­μνό­τη­τα, ὁ ἀλ­λη­λο­σε­βα­σμὸς καὶ τὸ πνεῦ­μα τῆς θυ­σί­ας καὶ τῆς προσφορᾶς ὑ­πὲρ τοῦ πλη­σί­ον. Αὐ­τὴ ἀ­πο­τε­λεῖ τὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ γνώ­ρι­σμα τῶν γνή­σι­ων μα­θη­τῶν τοῦ Χρι­στοῦ: «Ἐν τού­τῳ γνώ­σον­ται πάν­τες ὅ­τι ἐ­μοὶ μα­θη­ταί ἐ­στε», μᾶς λέ­ει ὁ Κύ­ρι­ος, «ἐ­ὰν ἀ­γά­πην ἔ­χη­τε ἐν ἀλ­λή­λοις».

Τὰ ἔρ­γα ἀ­γά­πης, τὰ ὁ­ποῖ­α ζητᾶ ὁ Κύριος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, δὲν εἶ­ναι οὔτε δύ­σκο­λα οὔ­τε ἀ­παι­τοῦν ἰ­δι­αί­τε­ρη προ­σπά­θει­α. Τὸ μό­νο ποὺ ἀ­παι­τοῦν εἶ­ναι ἡ εἰ­λι­κρί­νει­α στὰ λό­γι­α καὶ στὶς πρά­ξεις μας. Ὄ­χι μό­νο νὰ βο­η­θᾶ­με θε­ω­ρη­τι­κὰ μὲ κούφια λό­γι­α καὶ ἄ­φθο­νες ὑ­πο­σχέ­σεις καὶ φι­λο­φρο­νή­σεις, ὅ­σους ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη, ἀλ­λὰ νὰ τοὺς συν­τρέ­χου­με ἔμ­πρα­κτα. Ὁ μα­θη­τὴς τῆς ἀ­γά­πης, ὁ Ἰ­ω­άν­νης ὁ θε­ο­λό­γος, γρά­φει ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος σὲ ὅ­λους μας: «τε­κνί­α μου, μὴ ἀ­γα­πῶ­μεν λό­γῳ, μη­δὲ τῇ γλώσ­σῃ, ἀλλ᾽ ἐν ἔρ­γῳ καὶ ἀ­λη­θεί­ᾳ». Ἄ­ρα ἐ­ὰν μεί­νου­με Χρι­στια­νοὶ τῶν με­γά­λων λό­γων, χω­ρὶς ἔμ­πρα­κτη ἀ­γά­πη, ὁ Θεὸς θὰ μᾶς κατακρίνει γιὰ ἔλλειψη φιλανθρωπίας. Ἐ­πι­πλέ­ον, τὸ νὰ δοῦ­με μὲ ἀ­γά­πη, συγ­κα­τά­βα­ση καὶ φι­λαν­θρω­πί­α τὸν πλη­σί­ον μας, κα­λύ­πτον­τας τὶς πο­λὺ ἁ­πλὲς κα­θη­με­ρι­νές του ἀ­νάγ­κες, δὲν εἶ­ναι δύ­σκο­λο καὶ βρί­σκε­ται μέ­σα στὶς δυ­να­τό­τη­τες ὅ­λων μας. Δὲν χρειάζονται ἰ­δι­αί­τε­ρες συν­θῆ­κες ἢ δυ­να­τό­τη­τες, οὔ­τε ἄ­φθο­νος ὑ­λι­κὸς πλοῦ­τος, ὥ­στε κά­ποιος νὰ θε­λή­σει νὰ βο­η­θή­σει τὸν συνάνθρωπό του. Τὸ ση­μαν­τι­κὸ εἶ­ναι μό­νο τὸ πε­ρίσ­σευ­μα τῆς καρ­δί­ας μας. Αὐ­τὸ ἀρ­κεῖ γιὰ νὰ ἀ­γα­πή­σου­με κα­τὰ πῶς θέ­λει ὁ Θε­ός. Τὰ ἔρ­γα πρὸς τοὺς φτω­χοὺς καὶ κα­τα­φρο­νε­μέ­νους, τὰ ὁ­ποῖα ἀ­πα­ριθ­μεῖ ὁ Χρι­στὸς στὴν παραβολή, εἶ­ναι πο­λὺ ἁ­πλὰ καὶ δὲν ἀ­παι­τοῦν πα­ρὰ μό­νο τὴν ἐ­ξω­τε­ρί­κευ­ση τῆς ἀ­γά­πης μας. Ἡ φτω­χὴ χή­ρα ἐ­παι­νέ­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Χρι­στὸ γιὰ τὴ με­γά­λη της καρ­δί­α, διότι ἐ­νῶ εἶ­χε ἡ ἴ­δια ἀ­νάγ­κη, ἐν­τού­τοις προ­σέ­φε­ρε ὅ­,τι εἶχε καὶ δὲν εἶχε γιὰ νὰ ἀ­να­κου­φί­σει κά­ποιους ἄλ­λους.

Κεντρικὴ ἰδέα τῆς παραβολῆς εἶναι τὸ ὅτι ἡ σωτηρία ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τὴν ἀγάπη ποὺ προσφέρουμε σὲ ὅσους ἔχουν ἀνάγκη. Ἀ­να­λο­γι­ζόμενοι τὶς ἀ­νάγ­κες τῶν συνανθρώπων μας καὶ ἀ­νοί­γον­τας τὴν καρ­δί­α μας γιὰ νὰ τοὺς συν­δρά­μου­με καὶ νὰ τοὺς ἀ­να­κου­φί­σου­με ἀ­πὸ τὴν πεῖ­να, τὴ δί­ψα, τὴ γυ­μνό­τη­τα καὶ τὴ μο­να­ξιά τους, ἑλκύουμε πρὸς ἐμᾶς τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

Comments

There are currently no comments, be the first to post one!

Post Comment

Name (required)

Email (required)

Website