ΕΒΔΟΜΑΔΙΑΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ
23

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ

(Μθ. 3, 13-17)

Σήμερα, κατὰ τὴ μεγάλη ἑορτὴ τῶν Φώτων, δηλαδὴ τῆς βάπτισης τοῦ Χριστοῦ, ἐπιτελοῦνται θαυμαστὰ πράγματα. Οἱ κολυμβῆθρες, οἱ πηγές, οἱ κρῆνες, οἱ ποταμοί, οἱ λίμνες καὶ οἱ θάλασσες γίνονται δοχεῖα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ φύση τῶν ὑδάτων ἀνυψώνεται σὲ τιμὴ ὑπερβάλλουσα. Μὲ τὴ μετάληψη αὐτῶν τῶν ὑδάτων μποροῦμε καὶ ἐμεῖς νὰ ἁγιασθοῦμε καὶ νὰ φωτισθοῦμε ἀπὸ τὸ πανσθενὲς Πνεῦμα, «ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν». Πρὸ τοῦ φωτισμοῦ, ὅμως, προηγεῖται ἡ μετάνοια.

Ἀλλὰ τί εἶναι ἡ μετάνοια; Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας διδάσκουν καὶ λένε ὅτι ἡ μετάνοια εἶναι ἡ ἀλλαγὴ τοῦ τρόπου σκέψης, εἶναι ἡ ἀλλαγὴ τρόπου ζωῆς, ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ ἡ ἐπιλογὴ τῆς ἀρετῆς. Εἶναι ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητος, ἡ κατὰ Θεὸν λύπη διὰ τὰ σφάλματα καὶ ἡ σταθερὴ ἀπόφαση νὰ μὴν ἐπαναληφθεῖ ἡ ἁμαρτία.

Ἐφόσον ὑφίσταται ἡ μετάνοια οὐδεὶς πρέπει νὰ ἀπελπίζεται. Ἀκόμη καὶ ἂν ἁμαρτάνει κάθε μέρα. Τοῦτο διότι ὑπάρχει ἡ ἄπειρη φιλανθρωπία τοῦ Kυρίου. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους δὲν ἔχει ὅρια. Τὰ ἀνθρώπινα σφάλματα ἀποτελοῦν μία σταγόνα μέσα στὴν ἀπεραντοσύνη τῆς θείας ἀγάπης. Eἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ σταθεῖ ἢ νὰ φανεῖ αὐτὴ ἡ σταγόνα; Ὄχι, διότι χάνεται μέσα σὲ αὐτὸ τὸ πέλαγος ἀγάπης καὶ καλοσύνης.

Μᾶς συμβουλεύει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος νὰ κάνουμε ὅ,τι ἀκριβῶς γίνεται καὶ μὲ τὰ παλαιὰ καὶ ἑτοιμόρροπα σπίτια, στὰ ὁποῖα ἀφαιροῦμε τὰ σάπια ὑλικὰ καὶ τὰ ἀντικαθιστοῦμε μὲ καινούργια. Παλαιώθηκε λοιπὸν κανεὶς σήμερα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία; Ἂς γίνει πάλι καινούργιος μὲ τὴ μετάνοια.

μετάνοια ὁλοκληρώνεται μὲ τὴν ἐξομολόγηση τῶν ἁμαρτιῶν ἐνώπιον τοῦ ἱερέ­α. Σὲ αὐτὸν δόθηκε ἡ ἐξουσία τοῦ δεσμεῖν καὶ λύειν τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων. Ὁ ἐξομολογούμενος πρέπει μὲ συντετριμμένη καρδία καὶ βαθεία μετάνοια νὰ ἀναγνωρίζει τὴν εὐθύνη του, νὰ παραδέχεται τὰ σφάλματά του καὶ νὰ μέμφεται τὸν ἑαυτό του. Ἡ ὁ­μολογία τῶν ἁμαρτιῶν νὰ γίνεται μὲ ἀπόλυτη εἰλικρίνεια καὶ ταπείνωση, χωρὶς ὑπεκφυγὲς καὶ δικαιο­λογίες. Ἡ ἐξομολόγηση πρέπει νὰ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν εὐθύτητα καὶ τὴν αὐτομεμψία. Μὲ ἀποστροφὴ πρὸς τὸν τρόπο ζωῆς, ὁ ὁποῖος συνδέεται μὲ τὴν ἁμαρτία, πρέπει ὁ ἐξομολογούμενος νὰ κατηγορεῖ τὸν ἑαυτό του, νὰ ὁμολογεῖ τὴν εὐθύνη του γιὰ ὅ,τι ἐσφαλμένο ἔπραξε, χωρίς νὰ ἐπιρρίπτει εὐθύνες σὲ ἄλλους. Ἡ ντροπή -ποὺ αὐτονόητα ὑπάρχει- κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἐξομολόγησης δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἐμποδίζει. Μᾶς διδάσκουν οἱ Πατέρες ὅτι ὁ πανοῦργος ἐχθρὸς τῆς σωτηρίας μας διάβολος κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἁμαρτίας διώ­χνει τὴν ντροπή, ὅμως, τὴ φέρει ὑπερβολικὴ κατὰ τὴν ὥρα τῆς ἐξομο­λόγησης, ὥστε νὰ ἐμποδίσει τὴν εἰλικρινῆ ἐξαγόρευση καὶ συντριβὴ καὶ μετάνοια. Ἂς ὑπάρχει λοιπὸν ἡ ντροπή, ἀλλὰ ἂς μὴν ἐμποδίζει τὴν ἐξομολόγηση.

Ἡ ἐξομολόγηση πρέπει νὰ εἶναι σύντομη καὶ συγκεκρι­μένη, χωρὶς πολυλογία καὶ χωρὶς ἀπόκρυψη ἁμαρτημάτων. Ἡ ὁμολογία πρέπει νὰ ἀφορᾶ μόνο τὶς δικές μας ἁμαρτίες, ὄχι τὰ σφάλματα τῶν ἄλλων.

Ἐκεῖνο ποὺ κυρίως πρέπει νὰ μᾶς συνέχει κατὰ τὸ μυστήριο τῆς ἐξομολόγησης εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ! Ναὶ μὲν ἡ ἐξομολόγηση γίνεται ἐνώπιον τοῦ ἱερέα, ἀλλ’ ὅμως ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶναι παρὼν καὶ αὐτὸς εἶναι ποὺ δέχεται τὴ μετάνοιά μας καὶ μᾶς δίδει τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, διὰ τοῦ ἱερέα. Ὁ θεῖος φόβος, λοιπόν, ἂς μᾶς διακατέχει, κατὰ τὴν τέλεση τοῦ μυστηρίου καὶ ἂς εὐχαριστοῦμε τὸν Θεὸ διὰ τὴν ἄπειρη φιλανθρωπία του.

Στὸ μυστήριο λοιπὸν τῆς μετάνοιας κρύπτεται ἡ ἄπει­ρη ἀγάπη καὶ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Ἡ μετάνοια, ὡς μοναδικὸ καὶ πράγματι θεόσδοτο φάρμακο, ἀναγεννᾶ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ἐλευθερώνει ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ προσφέρει τὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση καὶ τὴν υἱοθεσία ὑπὸ τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ.

Ἂς ἐκμεταλλευτοῦμε λοιπὸν ὀρθὰ τὴ μετάνοια καὶ τὴν ἐξομολόγηση, ὥστε ἐπαξίως νὰ γευτοῦμε τὶς δωρεὲς τῆς ἑορτῆς τῶν Φώτων.


ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ

(Μθ. 4, 12-17)

Ὁ Κύριος ἀρχίζει τὸ κήρυγμά του, προτρέποντας εἰς μετάνοια, ὥστε νὰ ἀξιωθεῖ κανεὶς γιὰ τὴν ἐπὶ θύραις Βασιλεία τοῦ Θεοῦ: «μετανοεῖτε˙ ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Ὄντως, ἡ μετάνοια καὶ ἡ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας ἀποτελεῖ τὴ βάση τῆς πνευματικῆς ζωῆς καὶ κατ’ ἐπέκταση τῆς σωτηρίας. Στὸν δρόμο τῆς ζωῆς, ὁ ὁποῖος ἐκτείνεται μέχρι τὸν οὐρανό, προβάλλουν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων δύο ἐπιλογές. Ἡ πλατεῖα ὁδός, ἡ γεμάτη ἀνέσεις καὶ εὐκολίες καὶ ἡ στενή, τῆς ὁποίας ἡ διάβαση συνοδεύεται ἀπὸ θλίψεις. Ἡ ἐπιλογὴ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης ἔγκειται στὸ αὐτεξούσιό μας, δηλαδὴ στὴν ἐλευθερία μας. Συμβουλὲς καὶ προτροπὲς εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθοῦμε ἀπὸ πολλούς, ὅμως, τελικὰ στὴν ἐξουσία καὶ τὴ θέλησή μας βρίσκεται τὸ νὰ ἀποφασίσουμε τὴν ὁδὸ ποὺ θὰ ἀκολουθήσουμε.

Ἡ ἐπιλογὴ τῆς στενῆς ὁδοῦ σημαίνει τὴ ζωὴ τῆς μετανοίας. Ὅσο μεγάλες καὶ φοβερὲς καὶ νὰ εἶναι οἱ ἁμαρτίες μας, ἐκμηδενίζονται μπρὸς στὸ πέλαγος τῆς εὐσπλαχνίας τοῦ Θεοῦ, ἐφόσον βέβαια ἐμεῖς προσπαθήσουμε νὰ παύσουμε νὰ ἐπιτελοῦμε τὰ μὴ προσήκοντα καὶ καταφύγουμε, μὲ ταπείνωση καὶ συντετριμμένη καρδία, στὸ μυστήριο τῆς ἐξομολόγησης. Ἡ δική μας εἰλικρίνεια, συντριβὴ καὶ ταπείνωση, κάμπτει τὸν ἀγαθὸ καὶ εὐδιάλλακτο καὶ πολυέλεο καὶ φιλάνθρωπο Θεό, ὥστε νὰ μᾶς σπλαχνιστεῖ καὶ νὰ μᾶς συγχωρέσει.

Ἡ δύναμη τῆς μετάνοιας καὶ τῆς ἐξομολόγησης λοιπὸν εἶναι μεγάλη. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ σατανᾶς θέτει προσκόμματα, γιὰ νὰ ἐμποδίσει τὸν ἄνθρωπο νὰ καταφύγει σὲ αὐτή. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ τὰ προσκόμματα εἶναι καὶ αὐτὸ τῆς ντροπῆς ἐνώπιον τοῦ πνευματικοῦ, ὥστε νὰ ὑπάρξει συστολὴ καὶ νὰ μὴν γίνει καθαρὴ ἐξομολόγηση.

Οἱ Πατέρες, ὅμως, γνωρίζοντες τὶς μεθοδίες τοῦ πονηροῦ, μᾶς συμβουλεύουν καταλλήλως. Nτροπὴ πρέπει νὰ νιώθει κανείς, μᾶς λένε, ὅταν ἁμαρτάνει, ὄχι νὰ ντρέπεται ὅταν μετανοεῖ. Ἡ ἁμαρτία εἶναι ποὺ μέσα της ἔχει τὴν ντροπὴ καὶ τὴν περιφρόνηση˙ ἡ μετάνοια πρέπει νὰ ἔχει τὸ θάρρος καὶ τὴν παρρησία. Αὐτὸ ὁ διάβολος τὸ ἀντέστρεψε καὶ ἔδωσε στὴ μετάνοια ντροπή, ἐνῷ στὴν ἁμαρτία ἔδωσε τὸ θάρρος καὶ τὴν παρρησία. Kαὶ ἀπὸ ποῦ φαίνεται αὐτό; ἐρωτᾶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Kαταλαμβάνεται ἕνας ἄνθρωπος, μᾶς ἐπεξηγεῖ, ἀπὸ μία ἐπιθυμία πονηρὴ καὶ δυνατὴ καὶ τὴν ἀκολουθεῖ, ὅπως ἕνας αἰχμάλωτος, χωρὶς νὰ ντρέπεται. Πράττει τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ ἴχνος ντροπῆς πουθενά. Ὅμως, γιὰ νὰ μετανοήσει αὐτὸς ποὺ ἁμάρτησε ντρέπεται. Δὲν εἶναι τοῦτο ἔργο τῆς κακίας καὶ πονηρίας τοῦ διαβόλου; Aὐτὸς εἶναι ποὺ τὴ στιγμὴ τῆς ἁμαρτίας ἐμποδίζει τὸν ἄνθρωπο νὰ αἰσθανθεῖ ντροπή, καὶ τὸν ἀφήνει ἔτσι ἐκτεθειμένο ἀπέναντι στὴν ἁμαρτία. Γνωρίζει ὅτι, ἂν νιώσει ὁ ἄνθρωπος ντροπή, θὰ φύγει μακριὰ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Tὴ στιγμὴ πάλι τῆς μετάνοιας κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ αἰσθάνεται ντροπή, διότι ξέρει ὅτι αὐτὸς ποὺ αἰσθάνεται αὐτὴ τὴν ντροπή, δὲν φθάνει στὴ μετάνοια. Διπλὸ εἶναι τὸ κακὸ ποὺ κάνει: ἕλκει στὴν ἁμαρτία, ἀπὸ τὴ μία, καὶ ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴ μετάνοια, ἀπὸ τὴν ἄλλη.

Ἡ ἀληθινὴ μετάνοια ἔχει ὡς κατάληξη τὴ δικαιοσύνη. Γιατί, ὅπως λέει ἡ Γραφή: «Λέγε τὶς ἀνομίες σου σὺ πρῶτος, γιὰ νὰ γίνεις δίκαιος» καὶ «ὅποιος ἐλέγχει πρῶτος τὸν ἑαυτό του, εἶναι δίκαιος». Βλέπετε τὸ μέγεθος τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Kυρίου; Δὲν εἶπε «Λέγε τὶς ἀνομίες σου σὺ πρῶτος, γιὰ νὰ μὴν τιμωρηθεῖς», ἀλλὰ «Λέγε τὶς ἀνομίες σου σὺ πρῶτος, γιὰ νὰ γίνεις δίκαιος». Ὄχι μόνο λοιπὸν ὁ Θεὸς δὲν τιμωρεῖ τὸν μετανοοῦντα, ἀλλὰ τὸν συγχωρεῖ καὶ τὸν δικαιώνει. Πῶς γίνεται αὐτό; Ἐξαλείφοντας τὰ ἁμαρτήματα, ἔτσι ὥστε οὔτε ἴχνος τους νὰ μὴν μένει ἐπάνω στὴν ψυχή. Μαζὶ μὲ τὴ συγχώρηση, τὴν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὴν τιμωρία, προσφέρει καὶ τὴν πνευματικὴ ὑγεία καὶ ὀμορφιά, δηλαδὴ καὶ τὴ δικαιοσύνη. Ὁ Θεὸς κάνει ἐκεῖνον ποὺ ἁμάρτησε, νὰ εἶναι ἴσος μὲ αὐτὸν ποὺ δὲν ἁμάρτησε. Διότι ἀφαιρεῖ τὸ ἁμάρτημα καὶ κάνει ὄχι μόνο νὰ μὴν ὑπάρχει τώρα πιὰ αὐτό, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴν ἔχει ὑπάρξει οὔτε καὶ στὸ παρελθόν. M’ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁλοκληρωτικὰ τὸ ἐξαλείφει. Δὲν ὑπάρχει πλέον οὐλή, δὲν ὑπάρχει σημάδι, δὲν ὑπάρχει ἴχνος, ποὺ νὰ θυμίζει τὸ τραῦμα, δὲν ὑπάρχει τὸ παραμικρὸ ποὺ νὰ φανερώνει πὼς ὑπῆρξε πληγή.

     Ἂς καταφύγουμε ἑπομένως στὴ μετάνοια, ὥστε δικαιωμένοι, νὰ δοξολογήσουμε ἐπαξίως τὸν Θεό.


ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΒ΄ ΛΟΥΚΑ

(Λκ. 17, 12-19)

Ὁ Θεὸς δὲν ἀνήκει σὲ κανένα, κατὰ τὸν τύπο μίας ἀποκλειστικότητας. Εἶναι Θεὸς ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἀνεξάρτητα ἐὰν αὐτοὶ τὸν γνωρίζουν ἢ διατελοῦν ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ὕπαρξής του. Πολλὲς φορὲς αὐτοὶ ποὺ τὸν ἀγνοοῦν ἐπιδεικνύουν τέτοια πίστη, τέτοια ἀγάπη, τέτοιο ζῆλο καὶ τέτοια εὐγνωμοσύνη, ποὺ ὑπερβαίνουν κατὰ πολὺ τὴν ἠθικὴ ποιότητα καὶ ἀρετὴ αὐτῶν πού (θεωρητικά) γνωρίζουν τὸν Θεὸ καὶ τὸν νόμο του. Αὐτὸ ἔκανε καὶ ὁ θεραπευθεὶς λεπρός, ὁ ὁποῖος μόνο αὐτός, ἂν καὶ ἀλλογενὴς Σαμαρείτης ἐπιστρέφει γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Κύριο. Οἱ ὑπόλοιποι ἐννέα, Ἑβραῖοι στὴν καταγωγή, ἀποδεικνύονται ἀγνώμονες πρὸς τὸν εὐεργέτη.

Ὁ Χριστὸς δὲν περιορίζει τὴ φροντίδα καὶ τὸ ἔλεός του μόνο στοὺς Ἰουδαίους. Οἱ ἴδιοι ὅμως οἱ Ἰουδαῖοι δὲν ἐννοοῦσαν ἐπουδενὶ νὰ ἀποδεκτοῦν ὅτι καὶ ἄλλοι ἄνθρωποι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελοῦν παιδιὰ τοῦ Θεοῦ. Αὐτή τους ἡ ἀντίληψη τοὺς ὁδηγοῦσε στὸ νὰ βλέπουν μὲ ὑπεροψία κάθε ἀλλογενῆ, θεωρῶντας ὅτι πλησίον τους καὶ ἄρα ἀποδέκτης τοῦ ἐλέους καὶ τῆς φροντίδας τους, ἦταν μόνο οἱ ὁμοεθνεῖς τους καὶ δὴ οἱ ἐνάρετοι. Ὅμως ὁ Χριστὸς μὲ τὴν Ἐνανθρώπησή του ἀποδεικνύει ὅτι δὲν ὑφίστανται ὅρια στὴν ἔννοια τοῦ πλησίον οὔτε περιορισμοὶ στὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης. Τοῦτο πολὺ ἁπλὰ σημαίνει ὅτι ἐὰν ὁ κάθε ἄνθρωπος κατανοήσει ὅτι ὀφείλει πρωτίστως νὰ προσφέρει ἀγάπη καὶ ὄχι μόνο νὰ τὴν ἀπαιτεῖ, τότε ἡ ἀγάπη του θὰ εἶναι ἀπεριόριστη καὶ θὰ ἐκτείνεται πρὸς ὅλους. Ὅποιος ἀγαπᾶ μόνο τοὺς οἰκείους του καὶ τοὺς ὁμοεθνεῖς του καὶ ὅλους ὅσοι εἶναι ἢ φαίνονται νὰ εἶναι καλοὶ καὶ ἠθικοί, τότε αὐτὸς φέρεται ἀνθρώπινα. Ὅποιος, ὅμως, δὲν διακρίνει συγγένεια καὶ φιλία, ἠθικοὺς καὶ ἁμαρτωλούς, καὶ ἀντ’ αὐτοῦ ἀγκαλιάζει τοὺς πάντες, φέρεται θεϊκά. Ἀποδεικνύει δὲ ὅτι ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν ἄλλο προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀγαθὴ διάθεση καὶ τὴν ὀρθὴ τήρηση τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ἀπὸ συναισθηματισμοὺς καὶ συμφέροντα. Αὐτὸς ποὺ ἀγαπᾶ ὀρθὰ μιμεῖται τελικὰ τὸν ἀγαθὸ καὶ φιλάνθρωπο Θεό, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν Ἐνανθρώπησή του προσέφερε στοὺς ἀνθρώπους τὴν καινὴ ἐντολή, δηλαδὴ τὸ «ἀγαπᾶτε ἀλλήλοις».

Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι «προσωπολήπτης», κατὰ τὴ μαρτυρία τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, ὁ ὁποῖος μετὰ τὸ ἀποκαλυπτικὸ ὅραμα στὴν Ἰόππη κατανόησε τὴν ἰσότητα καὶ τὴν ἴδια ἀξία ὅλων τῶν ἀνθρώπων ἔμπροσθεν τοῦ Θεοῦ. Δὲν ἀγαπᾶ ὁ Θεὸς πιὸ πολὺ κάποιον ἐπειδὴ ἀνήκει σὲ μία συγκεκριμένη ἐθνότητα, ἀπορρίπτοντας ταυτόχρονα κάποιον ἄλλο, ποὺ ἀνήκει σὲ διαφορετικὸ ἔθνος. Τὸ κριτήριο ἀποδοχῆς τῶν ἀνθρώπων εἶναι πάντοτε ἡ πίστη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὰ σπλάχνα οἰκτιρμῶν καὶ ἡ χρηστότητα καὶ ἡ συμπάθεια, καὶ ἡ φιλανθρωπία καὶ ἡ ἀγάπη ποὺ θὰ ἐπιδείξουν πρὸς τὸν συνάνθρωπό τους, ἀκόμα καὶ ὅταν αὐτὸς εἶναι ἁμαρτωλός, ἢ ἀνήκει σὲ ἄλλη θρησκεία ἢ ἀκόμα καὶ ὅταν -γιὰ κάποιους λόγους- εἶναι ἐχθρός τους.

Ἡ γνώση τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀνώφελη ὅταν δὲν ἐκφράζεται διὰ τῶν ἔργων τῆς ἀγάπης. Ἡ ὑψηλοφροσύνη κάποιου γιὰ τὴν ἐθνική του καταγωγὴ καὶ ἡ θεωρητικὴ γνώση τοῦ νόμου δὲν βοηθᾶ οὔτε ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴ σωτηρία. Ὁ στέφανος καὶ ὁ ἔπαινος ἀποδίδονται πάντοτε στὸν Σαμαρείτη -ὄχι μόνο αὐτὸν τοῦ Εὐαγγελίου-, ἀλλὰ καὶ σὲ ὁποιονδήποτε ποὺ ἐπιδεικνύει τὴν ἴδια φιλάνθρωπη συμπεριφορά. Ἡ ταπείνωση, ἡ ἀκακία, ἡ ἠπιότητα, ἡ πραότητα, τὸ ἀνυπόκριτο καὶ τὸ ἄδολο τῶν προθέσεων συνιστοῦν τὴ βασικὴ προϋπόθεση τῆς ἀγαπητικῆς κοινωνίας στὸν Χριστιανισμό. Πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ ὑπερβεῖ τὸν ἀτομοκεντρισμό του καὶ νὰ ἀνοικτεῖ πρὸς τὸν ἄλλο. Ἡ παραβολὴ τῶν δέκα λεπρῶν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη, ἀποτελοῦν ἕνα ἠχηρὸ μήνυμα πρόσληψης καὶ ἀποδοχῆς τοῦ ἄλλου, ἀνεξαρτήτως ἠθικῆς ποιότητας ἢ ἐθνικῆς ἑτερότητας. Ὁ ἄνθρωπος μέσα ἀπὸ τὴ σχέση μὲ τὸν συνάνθρωπό του σὲ μία κοινωνία ἀγάπης, ἀλληλοβοήθειας καὶ προσφορᾶς, μπορεῖ νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὴν ἐγωκεντρικότητά του καὶ νὰ πλησιάσει τὸν Θεό.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ ΛΟΥΚΑ

(Λκ. 19, 1-10)

Στὸν Χριστιανισμὸ τὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα, τὰ χρήματα, τὰ σπίτια, τὰ χωράφια, τὰ κοσμήματα, δὲν ἀποτελοῦν ἀγαθά. Ἐὰν ἦταν ἀγαθὰ ἔπρεπε οἱ πλούσιοι νὰ ἦταν ἄνθρωποι ἀγαθοί, κατὰ τὸ πρότυπο τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἁγίων του. Εἶναι ὅμως; Ἡ ἐμπειρία τοῦ καθενός μας ὑποδεικνύει μᾶλλον τὸ ἀντίθετο. Τὰ πλούτη ἀποτελοῦν οὐδέτερο πρᾶγμα καὶ ὅπως δὲν κάνουν τὸν κάτοχό τους ἀγαθό, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο δὲν τὸν κάνουν καὶ κακό. Φτάνει βέβαια τὰ πλούτη νὰ μὴν προῆλθαν ἀπὸ ἀδικίες, ἁρπαγές, κλεψιὲς καὶ ἐκμετάλλευση. Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ θεωρηθεῖ καλὸς καὶ ἀγαθὸς ὁ πλεονέκτης καὶ ὁ ληστὴς καὶ ὁ ψεύτης καὶ ὁ ἅρπαγας καὶ ὁ κλέπτης; Ὅταν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, ἀκόμη καὶ ὅταν κρυπτόμενοι πίσω ἀπὸ τὴν κοινωνική τους θέση, πλεονεκτοῦν καὶ αὐξάνουν τὴν περιουσία τους μὲ ἀδικίες, μήπως αὐξάνεται μαζὶ καὶ ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ ἀγαθότητά τους; Κατηγορηματικὰ ὄχι. Αὐτὰ ποὺ ἔχουν καὶ αὐτὰ ποὺ ἀποκτοῦν δὲν εἶναι ἀγαθά, οὔτε καὶ οἱ ἴδιοι εἶναι ἀγαθοί.

Ὅπως προαναφέρθηκε, τὰ πλούτη ἀπὸ μόνα τους δὲν κάνουν κάποιο κακό, φτάνει ὁ κάτοχός τους νὰ μὴν ἀποδεικτεῖ πλεονέκτης καὶ νὰ κλείσει τὴν καρδία του στὸν πόνο τοῦ ἄλλου. Ἐὰν τὴν κλείσει θὰ ἔχει μὲν πολλὰ ὑπάρχοντα -ὄχι ὅμως ἀγαθά- ἀλλὰ θὰ τοῦ λείπει ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία δίδεται ὅταν κάποιος ἀνοίγεται πρὸς αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἀνάγκη.

Ὁ πλούσιος ἀρχιτελώνης Ζακχαῖος, τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς, δὲν ἦταν εὐτυχισμένος. Κάτι τοῦ ἔλειπε. Τὰ πλούτη καὶ τὰ ἀξιώματα, ποὺ ἐνδεχομένως νὰ ἦταν ζηλευτὰ ἀπὸ τὴν κοινωνία στὴν ὁποία ζοῦσε, δὲν τὸν γέμιζαν καὶ δὲν τοῦ ἔδιναν τὴν πραγματικὴ χαρά. Καὶ δὲν τοῦ τὴν ἔδιναν, διότι δὲν ἀποτελοῦσαν ἀγαθά. Καὶ δὲν ἦταν ἀγαθά, διότι δὲν χρησιμοποιοῦνταν γιὰ φιλανθρωπίες. Ἔτσι ὁ Ζακχαῖος βρισκόταν σὲ ἀναζήτηση αὐτοῦ τοῦ πράγματος ποὺ θὰ τοῦ ἐπέτρεπε νὰ νιώσει χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση. Διότι ἕνεκα τῶν ἀδικιῶν ποὺ ἐκ τῶν πραγμάτων διέπραττε ἀπὸ τὴ θέση τοῦ ἀρχιτελώνη, ἦταν ἐσωτερικὰ ἄδειος. Αὐτὸ δὲ ποὺ ἔλειπε ἀπὸ τὸν ἀρχιτελώνη ἦταν ὁ Θεός. Ἡ εὐκαιρία ἐπανόρθωσης τῶν ἀδικιῶν του, τοῦ προσφέρεται κατὰ τὴ διέλευση τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὴν Ἱεριχώ. Τοῦτο τὸ γνωρίζει ὁ Ζακχαῖος, ὁ ὁποῖος ἂν καὶ ἀδικῶν καὶ ἁμαρτάνων, εἶχε κατὰ βάθος ἀγαθὴ διάθεση, ἀλλὰ καὶ πόθο ἐξόδου ἀπὸ τὴν κατάσταση στὴν ὁποία βρισκόταν. Ἔτσι, σπεύδει μπροστὰ καὶ σκαρφαλώνει σὲ μία συκομορέα, ὥστε νὰ μπορέσει νὰ δεῖ τὸν Κύριο.

Ἡ ἀγαθὴ διάθεση τοῦ πλούσιου ἀρχιτελώνη Ζακχαίου, καθὼς καὶ ἡ αὐθόρμητη πράξη του, δὲν διαφεύγει τῆς προσοχῆς τοῦ Κυρίου, ποὺ τοῦ ζητᾶ νὰ τὸν φιλοξενήσει στὴν οἰκία του. Ἡ δὲ τιμὴ ποὺ τοῦ ἀποδίδει ὁ Κύριος ἔχει ἄμεσο ἀντίκτυπο στὸ φιλότιμο τοῦ Ζακχαίου, γι’ αὐτὸ καὶ ἔμπροσθεν πάντων, μὲ συντριβὴ καρδίας, ἐξομολογεῖται καὶ ἐπιζητεῖ τὴν ἐπανόρθωση τῶν ἀδικιῶν ποὺ διέπραξε. Ἐπιθυμεῖ καὶ ἀποφασίζει νὰ δώσει ἀπὸ τὰ πολλά του πλούτη, ποὺ μέχρι τότε μάζευε διαπράττοντας ἀδικίες. Δίδει λοιπὸν ὁ Ζακχαῖος ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά του, τὰ φαινομενικὰ ἀγαθά, καὶ γίνεται ἀνὴρ ἀγαθός.

Ὁ ὄντως ἀγαθὸς ἄνθρωπος, καὶ ὡς τέτοιος ἀποδεικνύεται ὁ ἀρχιτελώνης Ζακχαῖος, εἶναι αὐτὸς ποὺ καθαίρει τὴ συνείδησή του, αὐτὸς ποὺ ἀγωνίζεται στὴν ἀρετή, αὐτὸς ποὺ βλέπει τὸν κάθε ἄνθρωπο ὡς πλησίον καὶ ἀνοίγει τὰ σπλάχνα του στὶς ἀνάγκες καὶ τὰ προβλήματά του. Αὐτὸς ποὺ δὲν χαίρεται καὶ δὲν ὑπερηφανεύεται γιὰ τὰ πλούτη του, θεωρῶντας ὅτι ἀφοῦ ἔχει χρήματα καὶ περιουσία δὲν ἔχει ἀνάγκη κανενὸς καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔχει ἀνάγκη κανενὸς δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ κανένα. Ἀντιθέτως, ἀγαθὸς εἶναι ὁ ἐλεήμων ἄνθρωπος. Καὶ ἡ ἀγαθότητά του εἶναι τόσο μεγάλη, ὅσο μεγάλη εἶναι καὶ ἡ καρδία του γιὰ τὸν συνάνθρωπό του.

Τὸ παράδειγμα ποὺ προσφέρει ἡ περίπτωση τοῦ ἀρχιτελώνη Ζακχαίου εἶναι ἰδιαίτερα διδακτικὸ καὶ προσφέρεται ὡς ἠχηρὴ ὑπενθύμιση στὸν κάθε ἕνα ἀπὸ ἐμᾶς. Ἐὰν θέλουμε νὰ ἔχουμε ἀγαθὰ ἂς ἀγωνιστοῦμε νὰ τηρήσουμε τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ ταυτόχρονα νὰ φερθοῦμε φιλάνθρωπα δίνοντας ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἔχουμε σὲ ὅσους ἔχουν ἀνάγκη, ὥστε νὰ ἀκούσουμε καὶ ἐμεῖς τὸ «σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο».