ΕΒΔΟΜΑΔΙΑΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ
01

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(Μθ. 25, 14-30)

Ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, ὁ κάθε ἕνας ξεχωριστά, ἔχουμε ἱκανότητες, μικρὲς ἢ μεγάλες, ἔχουμε γνώση σὲ κάποιο τομέα ἢ κατέχουμε πλοῦτο, λίγο ἢ πολύ. Αὐτὰ εἶναι τά «τάλαντα», γιὰ τὰ ὁποῖα κάνει λόγο ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή. Τά «τάλαντα» αὐτὰ τὰ ἔχουμε ὄχι γιὰ νὰ ὑψηλοφρονοῦμε ἢ γιὰ νὰ τὰ χρησιμοποιοῦμε μόνο γιὰ τὴ δική μας ὠφέλεια, ἢ εὐρύτερα τῆς οἰκογένειάς μας, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἀνάπαυση καὶ ἀνακούφιση καὶ τοῦ πλησίον μας, δηλαδὴ τοῦ κάθε συνανθρώπου μας. Προχωρῶντας στὴ ζωή μας κατ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπο, βοηθῶντας δηλαδὴ καὶ ὑπηρετῶντας τοὺς ἄλλους, στὸ μέτρο τῶν δυνάμεών μας, ἑλκύουμε τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἐάν, ὅμως, κρύψουμε τὸ τάλαντό μας, δηλαδὴ δὲν τὸ χρησιμοποιήσουμε ὀρθά, ὥστε νὰ βοηθήσουμε τοὺς ἄλλους καὶ ἀντ᾿ αὐτοῦ τοὺς ἐκμεταλλευτοῦμε, τότε θὰ εἴμαστε ὑπόλογοι στὸν φιλάνθρωπο Θεό. Ἐδῶ ἐν προκειμένῳ ἂς προσέξουμε τὸ ἑξῆς˙ δὲν θὰ κατηγορηθοῦμε διότι σφετεριστήκαμε ξένα πράγματα οὔτε ἐπειδὴ εἴμαστε κακοί, πονηροὶ ἢ ἁμαρτωλοί, ἀλλὰ ἐξαιτίας τοῦ ὅτι δὲν κάναμε ἀγαθὴ χρήση τῶν δικῶν μας ἱκανοτήτων ἢ δυνατοτήτων. Καὶ ὅποιος, ἐνῷ μπορεῖ, δὲν ἀγαθοποιεῖ, ἐπιτρέπει τελικὰ στὸ κακὸ καὶ τὴν ἀδικία καὶ τὸν πόνο νὰ κυριαρχήσουν ἐπὶ τῶν συνανθρώπων του.

Ἂς μὴν σκεφτοῦμε καὶ ἂς μὴν ποῦμε ὅτι διαθέτουμε μικρὸ τάλαντο ἢ λίγες καὶ μηδαμινὲς ἱκανότητες. Ὁ καθένας μας ἂς κάνει ἀγαθὴ χρήση αὐτῶν ποὺ ἔχει, ἀναλογιζόμενοι πὼς ἀκόμη καὶ τὸ ἐλάχιστο μπορεῖ νὰ ἀνακουφίσει τὸν συνάνθρωπό μας. Καὶ τὸ ἐλάχιστο, ποὺ ὅλοι τὸ ἔχουν καὶ ὅλοι μποροῦν νὰ τὸ ἐκφράσουν, εἶναι πρωτίστως ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἀνοχὴ πρὸς τὸν συνάνθρωπο. Πράγματι, τὸ πλέον ἀγαπητὸ στὸν Θεὸ εἶναι νὰ εἴμαστε φιλάνθρωποι. Καὶ φιλανθρωπία δὲν εἶναι μόνο νὰ ὁμιλεῖ κανεὶς γιὰ τὸν Χριστὸ στοὺς ἄλλους μὲ τὴ σκέψη ὅτι ἔτσι θὰ τοὺς ἑλκύσει στὴν Ἐκκλησία οὔτε ἁπλῶς νὰ πηγαίνει στὴν Ἐκκλησία τὴν Κυριακή, νὰ νηστεύει καὶ νὰ ἐξομολογεῖται. Αὐτὰ βέβαια εἶναι καλὰ καὶ ἀναγκαῖα, ὅμως, πρέπει νὰ συνυπάρχουν μὲ τὴν πράξη τῆς ἀγάπης, τὴν ἔμπρακτη δηλαδὴ καὶ ὄχι θεωρητικὴ ἀπόδειξη τῆς χριστιανικῆς ἰδιότητας. Ἔτσι, λοιπὸν εἶναι κανεὶς καλὸς Χριστιανὸς καὶ τὸ ἀποδεικνύει στὴν πράξη ὅταν ἀνεχθεῖ αὐτὸν ποὺ τὸν λοιδορεῖ ἢ τὸν ἐμπαίζει καὶ εὐχηθεῖ ὑπὲρ αὐτοῦ, ὅταν δείξει πραότητα καὶ μακροθυμία καὶ ἀγάπη καὶ ἀνοχή, ὅταν κρατήσει τὸ στόμα του καὶ δὲν ἀνταποδώσει τὰ ἴσα.

Συνάμα, τὸ τάλαντο τοῦ καθενός μας εἶναι καὶ ἡ ἐξουσία ποὺ ἔχουμε νὰ ὑπηρετήσουμε, νὰ ὠφελήσουμε καὶ νὰ εὐεργετήσουμε τὸν πλησίον μας, διὰ τῶν ἐπαγγελματικῶν μας δυνατοτήτων καὶ ἱκανοτήτων. Ἡ ἀγαθὴ λοιπὸν καὶ θεάρεστη χρήση τῶν χαρισμάτων καὶ τῶν δυνατοτήτων μας γίνεται καὶ μὲ ἀφετηρία τὸν ἐπαγγελματικό μας χῶρο. Ὁ ἰατρός, ὁ ὁποῖος δὲν κοιτᾶ νὰ ἐκμεταλλευτεῖ τὶς γνώσεις του γιὰ νὰ πλουτήσει, ἀλλὰ ἀντιμετωπίζει τοὺς ἀσθενεῖς πρῶτα ὡς ἀνθρώπους καὶ ὕστερα ὡς πελάτες, αὐτὸς κάνει ἀγαθὴ χρήση τῶν δυνατοτήτων ποὺ ἔχει. Αὐτὸς ποὺ κατέχει μία ὑπεύθυνη θέση πίσω ἀπὸ ἕνα γραφεῖο ἀποδεικνύεται ἀγαθὸς καὶ συνειδητὸς ὅταν θέτει ὡς προτεραιότητα τὴν ἐξυπηρέτηση τῶν ἀνθρώπων καὶ ὄχι ὅταν ἐπιδεικτικὰ τοὺς ἀγνοεῖ. Ὁ μηχανικὸς ἢ ὁ ἔμπορος ἀναδεικνύουν τὴν ἀνθρωπιά τους ὅταν δὲν παραπλανοῦν αὐτοὺς ποὺ συναλλάσσονται μαζί τους. Τὸ ἴδιο καὶ οἱ ἐργοδότες, ἀποδεικνύονται ἀγαθοὶ καὶ φιλάνθρωποι, ὅταν δὲν ἀπομυζοῦν τοὺς ἐργοδοτούμενους σὲ αὐτούς, καὶ ὅταν δὲν ἐκμεταλλεύονται τὴν ἀνάγκη τῶν ἐργαζομένων εἴτε αὐτοὶ εἶναι ντόπιοι εἴτε ἀλλοδαποί. Οἱ ἐκπαιδευτικοὶ χρησιμοποιοῦν ἄριστα τὰ τάλαντά τους ὅταν ἀναλώνονται στὸ νὰ μορφώσουν τὰ παιδιὰ καὶ νὰ τοὺς παρέχουν μὲ εὐσυνειδησία τὰ ἀπαραίτητα ἐφόδια γιὰ τὴ ζωή, καὶ ὄχι ὅταν ἐπιδεικνύουν ἀδιαφορία ἢ ὀλιγωρία.

Ἐνεργῶντας ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι κατ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπο, ἐργαζόμενοι συνειδητά, μὲ βάση τὰ χαρίσματα καὶ τὶς ἱκανότητές μας καὶ ἀγαθοποιῶντας στοὺς συνανθρώπους μας, ἀποδεικνυόμαστε ἀγαθοὶ καὶ συνετοὶ χριστιανοὶ ποὺ πολυπλασιάζουν τὸ τάλαντό τους καὶ εὐαρεστοῦν τὸν Θεό.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(Μθ. 15, 21-28)

Ὁ Ἰ­η­σοῦς πά­ει στὰ μέ­ρη Τύ­ρου καὶ Σι­δῶ­νος, δηλαδὴ σὲ μί­α κα­θα­ρὰ εἰ­δω­λο­λα­τρι­κὴ πε­ρι­ο­χή. Φεύ­γει ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ὅ­που ὑ­πῆρ­χε ἡ εὐ­σέ­βει­α, ἀ­πὸ τὴν Ἰ­ου­δαί­α καὶ πά­ει στὰ κα­τα­γώ­γι­α τῆς ἀ­σέ­βει­ας, ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται ἀ­πὸ τοὺς μα­θη­τὲς τοῦ Μω­υ­σῆ καὶ πλη­σι­ά­ζει αὐ­τοὺς ποὺ λά­τρευ­αν τὰ εἴ­δω­λα. Γιὰ ποιὸ λό­γο ὅ­μως ὁ Δε­σπό­της νὰ κά­νει κά­τι τέ­τοιο; Τὸ κά­νει γιὰ νὰ ἐ­λέγ­ξει τοὺς Ἰ­ου­δαί­ους. Ὡς εὐ­ερ­γέ­της, ἀλ­λὰ καὶ ὡς δι­κα­στής, πε­ρι­έρ­χε­ται τὶς κῶ­μες καὶ τὰ χω­ρί­α ὁ Κύ­ρι­ος. Καὶ στὴν προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση τοῦ εὐ­αγ­γε­λι­κοῦ ἀ­να­γνώ­σμα­τος, ἡ ἐ­πί­γνω­ση ἐκ μέ­ρους τῶν ἐ­θνι­κῶν καὶ εἰ­δω­λο­λα­τρῶν τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ συ­νι­στᾶ κα­τά­κρι­ση τῶν Ἰ­ου­δαί­ων. Ἐ­πει­δὴ τὸ πλῆ­θος τῶν θαυ­μά­των, δὲν ἄρ­κε­σε στὸ νὰ ἑλ­κύ­σει στὴν πί­στη τοὺς Ἰ­ου­δαί­ους, ὁ σο­φὸς Κύ­ρι­ος ἀ­νευ­ρί­σκει ἄλ­λο τρό­πο γιὰ νὰ τοὺς δι­ε­γεί­ρει πρὸς με­τά­νοι­α∙ δι­ὰ τῆς εὐ­γνω­μο­σύ­νης τῶν ἐ­θνι­κῶν νὰ ἑλ­κύ­σει πρὸς ἑ­αυ­τὸν τὸν ὑ­πο­κρι­τὴ Ἰ­ου­δαῖ­ο.

Βγαί­νει λοι­πὸν ἀ­πὸ τὴν Ἰ­ου­δαί­α ὁ Κύ­ρι­ος, ὅ­που θαυ­μα­τουρ­γῶν ἐ­συ­κο­φαν­τεῖ­το, θε­ρα­πεύ­ων ὑ­βρι­ζό­ταν καὶ εὐ­ερ­γε­τῶν δὲν τὸν πί­στευ­ε κα­νεὶς ὡς Θε­ό. Ὅ­μως  «ἰ­δοὺ γυ­νὴ Χα­να­ναί­α ἀ­πὸ τῶν ὁ­ρί­ων ἐ­κεί­νων ἐ­ξελ­θοῦ­σα ἐ­κραύ­γα­σεν αὐ­τῷ λέ­γου­σα· Ἐ­λέ­η­σόν με, Κύ­ρι­ε, υἱ­ὲ Δαυ­ίδ· ἡ θυ­γά­τηρ μου κα­κῶς δαι­μο­νί­ζε­ται». Θαυ­μα­στὴ ἡ ὁ­μο­λο­γί­α τῆς ἐ­θνι­κῆς γυ­ναί­κας. Αὐ­τὴ δὲν ἦ­ταν Ἰ­ου­δαί­α, ἀλ­λὰ Χα­να­ναί­α καὶ πα­ρό­λα αὐ­τὰ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται πι­ὸ πι­στὴ ἀ­πὸ τοὺς ἀ­γνώ­μο­νες Ἰ­ου­δαί­ους. Πό­σες καὶ πό­σες φο­ρὲς ὁ Χρι­στὸς θε­ρα­πεύ­ον­τας τοὺς Ἰ­ου­δαί­ους δὲν εἰ­σέ­πρα­ξε τὴν ἄρ­νη­ση καὶ τὴν εἰ­ρω­νεί­α τους : «οὗ­τος πό­θεν ἐ­στὶν οὐκ οἴ­δα­μεν». Ἡ Χα­να­ναί­α ὅ­μως καὶ μά­λι­στα πρὸ τῆς θε­ρα­πεί­ας τοῦ παι­διοῦ της, ἀ­να­γνω­ρί­ζει τὸν Χρι­στό: «Ἐ­λέ­η­σόν με, Κύ­ρι­ε, υἱ­ὲ Δαυ­ίδ».

Ὁ Κύ­ρι­ος πα­ρα­μέ­νει σι­ω­πη­λὸς ἐ­νώ­πι­ον, τό­σο τῆς ὁ­μο­λο­γί­ας, ὅ­σο καὶ τοῦ μη­τρι­κοῦ πό­νου, τῆς Χα­να­ναί­ας. Ἡ σι­ω­πή του ὅ­μως, μὲ τὸ πρό­σχη­μα τῆς ἀ­παν­θρω­πί­ας, ἦ­ταν φι­λάν­θρω­πος. Ἐ­πι­πλέ­ον ἦ­ταν καὶ κα­τη­γο­ρί­α κα­τὰ τῶν Ἰ­ου­δαί­ων: οἱ Χα­να­ναῖ­οι δὲν δέ­κτη­καν τὸν Μω­υ­σῆ, τὸν νο­μο­θέ­τη τῶν Ἰ­ου­δαί­ων, ὅ­μως δέ­χον­ται τώ­ρα, στὸ πρό­σω­πο τῆς γυ­ναί­κας, τὸν Δε­σπό­τη τοῦ Μω­υ­σῆ, οἱ Χα­να­ναῖ­οι δὲν ἀ­πο­δέ­κτη­καν τοὺς προ­φῆ­τες, ὅ­μως πι­στεύ­ουν τώ­ρα σὲ αὐ­τὸν ποὺ οἱ προ­φῆ­τες προ­α­νήγ­γει­λαν. Αὐ­τὸς ὁ ἔ­λεγ­χος τοῦ Δε­σπό­του εἶ­ναι φι­λάν­θρω­πος∙ ἀ­κού­ει καὶ βλέ­πει τὸν θρῆ­νο, ὅ­μως δὲν ἐ­λε­εῖ ἄ­με­σα. Ἀ­να­στέλ­λει γιὰ λί­γο τὴ θε­ρα­πεί­α τοῦ πλά­σμα­τος γιὰ νὰ μὴν κι­νή­σει τὸν φθό­νο τῶν Ἰ­ου­δαί­ων. Συγ­κρα­τεῖ πρὸς στιγ­μὴ ὁ Κύ­ρι­ος τὸ ἔ­λε­ός του γιὰ νὰ μὴν ποῦν οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι ὅ­τι εὐ­ερ­γε­τεῖ τοὺς ἐ­χθρούς τοῦ Μω­υ­σῆ.

Ἡ ὑ­πέρ­θε­ση τῆς θε­ρα­πεί­ας λει­τουρ­γεῖ καὶ ὡς δο­κι­μα­σί­α τῆς πί­στης καὶ τῆς θέ­λη­σης τῆς γυ­ναί­κας. Ἡ σι­ω­πὴ τοῦ Κυ­ρί­ου δι­α­κό­πτε­ται ἀ­πὸ τοὺς μα­θη­τές του, οἱ ὁ­ποῖ­οι μᾶλ­λον ἐ­νο­χλη­μέ­νοι ἀ­πὸ τὶς κραυ­γὲς τῆς Χα­να­ναί­ας, τοῦ ζη­τοῦν νὰ τὴν δι­ώ­ξει : «Ἀ­πόλυ­σον αὐ­τήν, ὅ­τι κρά­ζει ὄ­πι­σθεν ἡμῶν». Ἡ ἀ­πό­κρι­ση τοῦ Ἰ­η­σοῦ φαν­τά­ζει μᾶλ­λον βα­ρύ­τε­ρη τῆς σι­ω­πῆς του: τὸ ἔ­λε­ός του εἶ­ναι ἡ τρο­φὴ τῶν τέ­κνων του, δηλαδὴ τῶν Ἰ­ου­δαί­ων, γι’ αὐ­τὸ καὶ δὲν εἶ­ναι κα­λὸ νὰ τὴν πά­ρει καὶ νὰ τα­ΐ­σει μὲ αὐ­τὴν τὰ σκυ­λιά, δηλαδὴ τοὺς Χα­να­ναί­ους! Αὐ­τὴ ἡ ἀ­πάν­τη­ση ἀ­να­δει­κνύ­ει τὴν ποι­ό­τη­τα τῆς γυ­ναι­κὸς Χα­να­ναί­ας. Ὅ­ταν τὸ ἄ­κου­σε δὲν κα­τη­γό­ρη­σε τὸν Ἰ­η­σοῦ γιὰ ἀ­παν­θρω­πί­α ἢ καὶ με­ρο­λη­ψί­α. Δὲν σκέ­φτη­κε ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­παι­νεῖ καὶ ἀ­να­γνω­ρί­ζει, τῆς φέ­ρε­ται μὲ τέ­τοια ἀ­ναι­σθη­σί­α καὶ δὲν κα­τα­νο­εῖ τὸν πό­νο της ὡς μά­να. Δὲν θε­ώ­ρη­σε ὅ­τι αὐ­τὰ ποὺ τῆς λέ­ει ἦ­ταν βρι­σιές. Οὔ­τε καὶ πί­στε­ψε ὅ­τι ὁ Ἰ­η­σοῦς εἶ­ναι ἀ­δύ­να­μος νὰ ἐκ­δι­ώ­ξει τὸν δαί­μο­να, γι’αὐ­τὸ καὶ βρί­ζει γιὰ νὰ ἀ­πο­φύ­γει καὶ νὰ κρύ­ψει τὴν ἥτ­τα του.

Ἡ Χα­να­ναί­α ἀντ’ αὐ­τοῦ ἐ­ξέ­λα­βε τὸν χα­ρα­κτη­ρι­σμό της ὡς «σκυ­λί», ὡς ὑ­πό­σχε­ση καὶ ἐγ­γύ­η­ση θε­ρα­πεί­ας τοῦ παι­διοῦ της. Τὸ μέ­γε­θος τῆς ὕ­βρης θε­ω­ρή­θη­κε ἀ­πὸ τὴ Χα­να­ναί­α ὡς τὸ μέ­τρο τῆς δω­ρε­ᾶς τοῦ Θε­οῦ: «Ναί, Κύ­ρι­ε, καὶ γὰρ τὰ κυ­νά­ρι­α ἐ­σθί­ει ἀ­πὸ τῶν ψι­χί­ων τῶν πι­πτόν­των ἀ­πὸ τῆς τρα­πέ­ζης τῶν κυ­ρί­ων αὐ­τῶν». Καὶ τὰ σκυ­λιὰ τρέ­φον­ται στὴν οἰ­κί­α τοῦ Δε­σπό­του. Ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο φα­γη­τὸ τρῶ­νε καὶ ἂς εἶ­ναι μό­νο τὰ ψί­χου­λα. Δὲν ἁρ­πά­ζουν τὸ ψω­μὶ τῶν παι­διῶν οὔ­τε ἀ­νε­βαί­νουν στὸ τρα­πέ­ζι γιὰ νὰ τοὺς στε­ρή­σουν ὁ­τι­δή­πο­τε. Ἀρ­κοῦν­ται μὲ ὅ,­τι πέ­σει κά­τω ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι. Εἶ­ναι ἀρ­κε­τὸ γιὰ τὰ σκυ­λιὰ νὰ λά­βουν τὴν τρο­φή τους, ἔ­στω καὶ τὰ λί­γα ψί­χου­λά τους, ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι τοῦ Κυ­ρί­ου τους.

Ἡ πί­στη, ἡ σύ­νε­ση καὶ ἡ εὐ­λά­βει­α τῆς Χα­να­ναί­ας γυ­ναί­κας ἦ­ταν πο­λὺ με­γά­λα. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ὁ Χρι­στὸς ἀ­να­φω­νεῖ: «Ὢ γύ­ναι, με­γά­λη σου ἡ πί­στις!». Ἡ σι­ω­πὴ τοῦ Κυ­ρί­ου μπρὸς στὸ ἀ­πελ­πι­σμέ­νο αἴ­τη­μα τῆς Χα­να­ναί­ας εἶ­χε ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Ὡς παν­το­γνώ­στης ποὺ εἶ­ναι σι­ω­ποῦ­σε γιὰ νὰ ἀ­πο­κα­λυ­φθεῖ ὁ πλοῦ­τος τῆς καρ­δί­ας τῆς γυ­ναι­κός. Ἡ ἀ­πο­κά­λυ­ψη τοῦ μαρ­γα­ρί­τη στὴν καρ­δί­α τῆς Χα­να­ναί­ας ἀ­πο­τε­λεῖ πα­ρά­δειγ­μα καὶ γιὰ τοὺς ἀ­γνώ­μο­νες Ἰ­ου­δαί­ους. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ καὶ πέ­ρα ὁ Ἰ­η­σοῦς δὲν προ­σφέ­ρει μό­νο ψι­χί­α στὴ Χα­να­ναί­α, ἀλ­λὰ τῆς φέ­ρε­ται ὡς γνή­σι­α θυ­γα­τέ­ρα, προ­σφέ­ρον­τας τὴ θε­ρα­πεί­α τοῦ παι­διοῦ της.

Καὶ ἐ­μεῖς μὲ τὴ σει­ρά μας ἂς ἔ­χου­με πάν­το­τε πρὸ ὀ­φθαλ­μῶν τὸ πα­ρά­δειγ­μα τῆς Χα­να­ναί­ας. Ἂς ἀ­γω­νι­στοῦ­με νὰ ἔ­χου­με πί­στη πρὸς τὸν Σω­τή­ρα Χρι­στὸ καὶ ζῆ­λο γιὰ τὶς ἐν­το­λές του, ὥ­στε νὰ πε­τύ­χου­με καὶ τὴ δι­κή μας ἴ­α­ση, ποὺ δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα ἄλ­λο ἀ­πὸ τὴ σω­τη­ρί­α.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ

 (Λκ. 18, 10-14)

Ἡ πα­ρα­βο­λὴ τοῦ Τε­λώ­νου καὶ τοῦ Φα­ρι­σαί­ου εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα δι­δα­κτι­κή, δι­ό­τι μᾶς ὑποδεικνύει δύο βασικὰ χαρακτηριστικὰ τῆς κατὰ Χριστὸν ζωῆς. Πρῶτον, τὸ ὅ­τι ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος συ­ναι­σθαν­θεῖ τὰ σφάλ­μα­τά του καὶ με­τα­νο­ή­σει καὶ ζητήσει τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, δι­και­ώ­νε­ται καὶ προσλαμβάνεται ξανὰ ὡς κατὰ χάριν υἱός. Δεύτερον, τὸ ὅτι ὅ­ταν θε­ω­ρή­σει κανεὶς τὸν ἑ­αυ­τό του δί­και­ο, ἀ­να­μάρ­τη­το, ἐπαρκῆ στὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ κατ’ ἐπέκταση κρι­τὴ ὅ­λων τῶν ἄλ­λων ἀν­θρώ­πων, ἀ­πορ­ρί­πτε­ται ὡς ὑποκριτής.

Οἱ Τε­λῶ­νες, ὡς φο­ρο­ει­σπρά­κτο­ρες καὶ ὡς ὄρ­γα­να τῶν Ρω­μαί­ων, ἦ­ταν πρό­σω­πα ἰ­δι­αί­τε­ρα μι­ση­τὰ γιὰ τὸν λα­ὸ τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ. Κα­τὰ τὴν εἴ­σπρα­ξη τῶν φό­ρων προ­έ­βαι­ναν σὲ αὐ­θαι­ρε­σί­ες, ἐκ­με­ταλ­λευ­ό­με­νοι τὸν ἁ­πλὸ λα­ό. Ἐ­ξοῦ καὶ ὁ χα­ρα­κτη­ρι­σμός τους ὡς με­γά­λων ἁ­μαρ­τω­λῶν. Ὁ Τε­λώ­νης, ὅ­μως, τῆς ση­με­ρι­νῆς πα­ρα­βο­λῆς φαί­νε­ται ὅ­τι εἶ­χε συ­ναί­σθη­ση τῶν ἀ­δι­κι­ῶν του, καὶ ἀντίληψη τῶν σφαλμάτων του. Ἔτσι ἀ­νέ­βη­κε στὸν Να­ὸ γιὰ νὰ προ­σευ­χη­θεῖ καὶ ἐν μετανοίᾳ καὶ συντριβῇ καρδίας νὰ ἐπικαλεστεῖ τὸ ἔ­λε­ος τοῦ Θε­οῦ.

Στὸν Να­ὸ ἀ­νέ­βη­κε καὶ ὁ Φα­ρι­σαῖ­ος, ὁ ὁποῖος ἦταν εὐ­υ­πό­λη­πτος στὰ μά­τια τοῦ λα­οῦ, δί­και­ος, ἄ­μεμ­πτος καὶ ἀ­ναν­τίρ­ρη­τα πι­στὸς τη­ρη­τὴς τῶν διατάξεων τοῦ Νό­μου τοῦ Θεοῦ. Φτά­νον­τας ὅμως στὸν Να­ὸ ἐπέδειξε μία παράδοξη συμπεριφορά, πλήρη ἐγωισμοῦ. Δὲν προ­σευ­χή­θη­κε δηλαδὴ στὸν Θε­ὸ γιὰ νὰ τὸν δο­ξο­λο­γή­σει καὶ νὰ ἐ­πι­κα­λε­στεῖ τὸ ἔ­λε­ός του, ἀλλὰ ἀ­φοῦ στά­θη­κε ἐ­πι­δει­κτι­κὰ σὲ μί­α πε­ρί­ο­πτη καὶ δι­α­κε­κρι­μέ­νη θέ­ση τοῦ Να­οῦ, ἄρ­χι­σε με­γα­λο­φώ­νως νὰ αὐ­το­εγ­κω­μι­ά­ζε­ται, νὰ ἐ­παι­νεῖ τὸν ἑ­αυ­τό του, νὰ τὸν δι­και­ώ­νει, νὰ ἀ­πα­ριθ­μεῖ τὶς κα­λές του πρά­ξεις: «νη­στεύ­ω», ἔλεγε, «δὶς τοῦ σαβ­βά­του, ἀ­πο­δε­κα­τῶ πάν­τα ὅ­σα κτῶ­μαι», καὶ νὰ κα­τα­κρί­νει ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους. Θεωρώντας τὸν ἑαυτό του ἀναμάρτητο καὶ τέλειο στὴν τήρηση τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ, δὲν δίστασε νὰ ἐκφράσει τὴν εὐχαριστία του πρὸς τὸν Θεό, δι­α­κρί­νον­τας αὐ­τά­ρε­σκα τὸν ἑ­αυ­τό του ἀ­πὸ ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους καὶ βέ­βαι­α καὶ ἀ­πὸ τὸν Τε­λώ­νη: «ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι», ἔλεγε, «ὅτι οὐκ εἰ­μὶ ὥ­σπερ οἱ λοι­ποὶ τῶν ἀν­θρώ­πων... ἢ καὶ ὡς οὗ­τος ὁ τε­λώ­νης».

Οὐ­σι­α­στι­κὰ δη­λα­δή, ὁ Φα­ρι­σαῖ­ος ἀ­νέ­βη­κε στὸν Να­ὸ γιὰ νὰ αὐ­το­δι­και­ω­θεῖ καὶ νὰ προ­βλη­θεῖ στοὺς ἀν­θρώ­πους, ὡς ὁ τέ­λει­ος καὶ ἀ­να­μάρ­τη­τος, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους, τοὺς ὁποίους θεωροῦσε καὶ χαρακτήριζε ὡς ὑποδεέστερους, ὡς ἁ­μαρ­τω­λούς, φαύλους, δι­ε­φθαρ­μέ­νους, ἅρ­πα­γες, ἄ­δι­κους καὶ μοι­χούς. Δι­α­φη­μί­ζον­τας τὴν ἐκ μέ­ρους του τή­ρη­ση τοῦ Νό­μου, δηλαδὴ τῆς δι­και­ο­σύ­νης, τῆς φι­λαν­θρω­πί­ας, τῆς νη­στεί­ας καὶ τῆς ἐ­λε­η­μο­σύ­νης, ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ἕ­νας ἐ­πι­φα­νει­α­κὸς ἄν­θρω­πος, γε­μά­τος ἐ­γω­ι­σμὸ καὶ φι­λα­ρέ­σκει­α. Στὴν προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, ἡ τή­ρη­ση τοῦ Νό­μου, ὁ ὁποῖος δίχως ἄλλο δόθηκε ἀπὸ τὸν Θεό, ἐν­τού­τοις ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ἀ­νώ­φε­λη, μά­ται­α καὶ κα­τα­λή­γει νὰ εἶ­ναι μί­α ἁ­πλὴ ἐ­φαρ­μο­γὴ κά­ποιων ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν τύ­πων. Ἡ οὐ­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­φο­ρᾶ στὴν ἀ­γά­πη πρὸς τὸν συνάνθρωπο καὶ στὴ συ­ναί­σθη­ση τῆς ἀ­νε­πάρ­κει­άς μας, πρᾶγ­μα βέ­βαι­α ποὺ ὁ­δη­γεῖ καὶ στὴν ἐ­πί­κλη­ση τοῦ ἐ­λέ­ους τοῦ Θε­οῦ, ἀ­που­σί­α­ζε ἀ­πὸ τὸν Φα­ρι­σαῖ­ο. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς διακήρυξε ὅτι ἀκόμα καὶ ἐὰν τηρήσουμε ὅλο τὸν Νόμο, πάλι παραμένουμε «δοῦλοι ἀχρεῖοι», παραμένουμε δηλαδὴ σὲ μία κατάσταση ἀνεπάρκειας, ὅπου ἡ ἐκζήτηση τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία ὥστε νὰ σωθοῦμε. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ τελικὰ ἡ παραβολὴ τελειώνει, κατακρίνοντας τὸν Φαρισαῖο.

Σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴν ὑ­πο­κρι­σί­α καὶ τὴν αὐ­το­δι­καί­ω­ση τοῦ Φα­ρι­σαί­ου, ὁ Τε­λώ­νης ἐ­πι­δει­κνύ­ει ἀ­λη­θι­νὴ με­τά­νοι­α. Συ­ναι­σθα­νό­με­νος τὰ με­γά­λα σφάλ­μα­τά του, κα­θὼς καὶ τὶς πάμ­πολ­λες ἀ­δι­κί­ες ποὺ ἔ­κα­νε, ἐ­λε­ει­νο­λο­γεῖ τὸν ἑ­αυ­τό του. Στέ­κε­ται κά­που ἀ­πό­με­ρα καὶ μὲ τὸ βλέμ­μα κά­τω λυ­πᾶ­ται, με­τα­νο­εῖ πραγ­μα­τι­κὰ καὶ ζη­τᾶ μὲ συν­τρι­βὴ καὶ αὐ­το­ε­ξου­δέ­νω­ση τὸ ἔ­λε­ος τοῦ Θε­οῦ: «ὁ Θε­ός, ἰ­λά­σθη­τί μοι τῷ ἁ­μαρ­τω­λῷ», λέει. Καὶ ὄν­τως, ὁ Τε­λώ­νης ἐ­πι­τυγ­χά­νει τὸ ζη­τού­με­νο. Ἡ προ­σευ­χή του εἰ­σα­κού­ε­ται καὶ λαμ­βά­νει τὴν ἄ­φε­ση τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν του, τὴ δι­καί­ω­ση καὶ τὴν υἱ­ο­θε­σί­α ἐκ μέ­ρους τοῦ Θε­οῦ.

Αὐ­τὸ ποὺ οὐ­σι­α­στι­κὰ με­τρά­ει στὸν Θε­ὸ δὲν εἶ­ναι ἡ μι­κρὴ ἢ ἡ με­γά­λη ἁ­μαρ­τί­α κά­ποιου ἢ καὶ ἡ ἐν­δε­χό­με­νη τήρηση κάποιων ἐξωτερικῶν θρησκευτικῶν τύπων, ἀλ­λὰ ἡ με­τά­νοι­α ποὺ θὰ ἐ­πι­δει­χθεῖ. Αὐ­τὴ εἶ­ναι τὸ Α καὶ τὸ Ω στὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸν Θε­ό. Ὁ Χρι­στὸς ξε­κι­νῶν­τας τὸ κή­ρυγ­μά του δὲν ζή­τη­σε ἀ­πὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους τὴν ἀ­να­μαρ­τη­σί­α, ἀλ­λὰ τὴ με­τά­νοι­ά τους καὶ τὴ συ­ναί­σθη­ση τῆς ἁ­μαρ­τω­λό­τη­τάς τους. Ἔ­τσι ὁ­δη­γεῖ­ται ὁ ἄν­θρω­πος στὸν Θε­ό, ἐ­νῶ ἡ ἀντίληψη τῆς πνευματικῆς ἐπάρκειας καὶ ἡ αὐ­το­δι­καί­ω­ση τὸν ἀ­πο­μα­κρύ­νει. Γι᾽ αὐ­τὸ καὶ ὁ Χρι­στός, στὸ τέ­λος τῆς πα­ρα­βο­λῆς, δη­λώ­νει μὲ ἔμ­φα­ση ὅ­τι «ὁ ὑ­ψῶν ἑ­αυ­τὸν τα­πει­νω­θή­σε­ται, ὁ δὲ τα­πει­νῶν ἑ­αυ­τὸν ὑ­ψω­θή­σε­ται».

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΣΩΤΟΥ

 (Λκ. 15, 11-32)

Ἡ σημερινὴ παραβολὴ μπορεῖ νὰ χαρακτηριστεῖ ὡς «τὸ εὐαγγέλιο τῶν εὐαγγελίων». Ὀνομάζεται μὲν παραβολὴ τοῦ ἀσώτου υἱοῦ, ὅμως, θὰ μποροῦσε κάλλιστα νὰ χαρακτηριστεῖ καὶ ὡς παραβολὴ τοῦ «σπλαχνικοῦ πατέρα», διότι ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μέχρι τὸ τέλος κεντρικὸς πρωταγωνιστὴς δὲν εἶναι ὁ μικρότερος υἱός, ἀλλὰ ὁ πατέρας καὶ ἡ ἀγαπητικὴ συμπεριφορά του καὶ πρὸς τοὺς δύο υἱούς. Κεντρικὴ ἀλήθεια τῆς παραβολῆς  δὲν εἶναι ἡ μετάνοια τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἀλλὰ ἡ εὔσπλαχνη καὶ στοργικὴ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν «ἀπολωλότα» ἄνθρωπο, εἴτε αὐτὸς ταυτίζεται μὲ τὸν μικρότερο υἱὸ εἴτε μὲ τὸν μεγαλύτερο. Οὕτως ἢ ἄλλως καὶ οἱ δύο υἱοὶ εἶναι «ἀπολωλότες». Μόνο ποὺ ὁ πρῶτος μεταστράφηκε, ἐνῶ γιὰ τὸν δεύτερο ὑπάρχει πρόβλημα, καὶ ἡ  ἐπιστροφή του παραμένει ἀνοιχτὸ ζήτημα.

Ἡ ταπείνωση ποὺ ἐπιδεικνύει ὁ μικρότερος υἱὸς καὶ ἐπιστρέφει συντετριμμένος στὸ πατρικό του σπίτι, δηλαδὴ στὸν Θεό, εἶναι πρᾶγμα ποὺ συνιστᾶ ἀνάγκη καὶ ζητούμενο καὶ τῆς ἐποχῆς μας. Καὶ πρέπει νὰ τονιστεῖ, ὅτι τὸ βάθος τῆς ταπεινώσεως τοῦ ἀσώτου, ξεπερνᾶ τὴν ταπείνωση τοῦ Τελώνου. Τοῦτο λέγεται, διότι στὴν περίπτωση τοῦ ἀσώτου ἐπιδεικνύεται μετάνοια εἰλικρινὴς καὶ ἔμπρακτη, μὲ ἀλλαγὴ τοῦ τρόπου ζωῆς καὶ μὲ ἄμεση ἐπιστροφὴ στὸ πατρικὸ σπίτι, στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ - Πατέρα, κάτι βέβαια ποὺ δὲν ἀναφέρεται στὴ διήγηση τὴ σχετικὴ μὲ τὸν Τελώνη.

Ἡ παραβολὴ τοῦ σπλαχνικοῦ πατέρα δείχνει τὴ μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἀναμένει τὸν παραστρατημένο ἄνθρωπο, αὐτὸν ποὺ μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο τρόπο ἔσφαλε. Καί, ἄραγε, ὑπάρχει κανεὶς ποὺ δὲν βαδίζει ἢ ποὺ δὲν ἔχει βαδίσει κάποια στιγμὴ στὴ ζωή του τὸν ὀλισθηρὸ δρόμο τοῦ ἀσώτου ἢ ποὺ νὰ μὴν ἔχει παραμείνει στὴν ἀσφάλεια τῆς πατρικῆς ἑστίας, βολευόμενος καὶ ἐκμεταλλευόμενος τοὺς κόπους τῶν ἄλλων; Δυστυχῶς, λίγο-πολὺ ὅλοι μας διαπιστώνουμε ἕνα κόμματι τοῦ ἑαυτοῦ μας στὸν τρόπο ζωῆς καὶ συμπεριφορᾶς τοῦ ἀσώτου ἢ καὶ τοῦ μεγάλου υἱοῦ.

Ἡ συμπεριφορὰ ἰδιαίτερα τοῦ μεγαλύτερου υἱοῦ ἐλέγχεται ἀπὸ τὴν ἐν γένει διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, ὅπου τονίζεται πὼς ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι μεταξύ τους ἀδέλφια: «πάντες δὲ ὑμεῖς ἀδελφοί ἐστε» (Μθ. 23, 8), μᾶς λέει, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει ὅτι ὅλοι εἴμαστε ἴσοι, δὲν διαφέρουμε σὲ τίποτα ἀπέναντι στὸν Χριστό, καὶ κανένας δὲν ὑπερέχει ἠθικὰ ἔναντι τοῦ ἄλλου, εἴτε τὸν χαρακτηρίζουν οἱ ἄνθρωποι ἁμαρτωλὸ εἴτε τὸν δοξάζουν ὡς μεγάλο γέροντα. Ἡ ἰσότητα καταργεῖ τὴν ὅποια διάθεση ὑπεροχῆς ἢ καὶ κάποια ἐνδεχόμενη ἀντίληψη μιᾶς δῆθεν ἀναμαρτησίας, καὶ ἀντ’ αὐτοῦ εἰσάγει τὴν ἀγάπη, τὴν ἀνοχὴ καὶ τὴν ἀποδοχή, ὡς τὸν μόνο ὀρθὸ τρόπο σχέσης καὶ καθημερινῆς συναναστροφῆς μὲ τοὺς ἄλλους.

Ἡ Ἐκκλησία, μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ ἀσώτου, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ συμπύκνωση καὶ σύνοψη ὅλου τοῦ Εὐαγγελίου, δίνει θάρρος στὸν καθένα, νουθετώντας τον μὲ ἀγάπη: «Παιδί μου», τοῦ λέει, «ὅσο μεγάλο καὶ ἂν εἶναι τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν σου, ὅσο ἀνήμπορος καὶ ἂν ἔγινες ἀπὸ μία κακῶς νοούμενη καλοπέραση, μὴν ἀπελπίζεσαι, μὴν σὲ καταλαμβάνει ἡ ἀπόγνωση. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι πολὺ μεγαλύτερη καὶ θεραπεύει τὰ πάντα. Σήκω λοιπὸν καὶ ἔλα κοντά μου, καὶ θὰ σοῦ φορέσω τὴ στολὴ τὴν πρώτη καὶ θὰ σὲ καταστήσω ξανὰ παιδί μου ἀγαπημένο».

Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀγαπητικὸς καὶ φιλάνθρωπος τρόπος ποὺ ὁ Θεὸς μιλάει μέσα στὴν Ἐκκλησία, ἀπευθύνοντας τὸν πατρικό του λόγο στὸν κάθε λογῆς ἄσωτο, ποὺ μὲ τὰ σφάλματα καὶ τὶς ἁμαρτίες του ἀμαυρώνει τὴν ψυχή, τὸ σῶμα, τὴ σκέψη του, μὲ λογισμοὺς ἀκάθαρτους καὶ μὲ ἄνομες πράξεις. Ὁ παραλογισμὸς τῆς ἁμαρτίας, ὁ ὁποῖος ἀποδιοργανώνει  πνευματικὰ τὸν ἀνθρωπο καὶ τὸν καθιστᾶ οὐσιαστικὰ ἀνίκανο νὰ ἀγαπήσει καὶ νὰ ἀγαπηθεῖ, θεραπεύεται ἀπὸ τὴν ἄφατη εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ. Φτάνει βέβαια καὶ ἐμεῖς νὰ συναισθανθοῦμε τὸ ποῦ βαδίζουμε καὶ νὰ ἐκζητήσουμε τὴ θεία βοήθεια.

 Σὲ διαφορετικὴ περίπτωση θὰ ἦταν πρᾶγμα τραγικὸ καὶ παρανοϊκό, ἐνῶ ἔχουμε ἕνα τέτοιο πατέρα, ποὺ ἀναμένει φιλάνθρωπα νὰ μᾶς προϋπαντήσει, χωρὶς μάλιστα νὰ μᾶς κάνει κανένα ὑπαινιγμὸ γιὰ τὸ παρελθὸν καὶ χωρὶς νὰ μᾶς κατακρίνει, παρὰ μόνο νὰ ἀνοίγει τὴν πατρικὴ ἀγκαλιά του, ἐμεῖς νὰ τὸν ἀποφεύγουμε, μένοντας στὴν ἐξορία μιᾶς καταθλιπτικῆς καὶ θανατηφόρας μοναξιᾶς!