ΕΒΔΟΜΑΔΙΑΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ
31

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

(Μρ. 15, 43 – 16, 8)

Κα­νέ­νας ἄν­θρω­πος δὲν εἶ­δε τὸν Ἀ­δὰμ νὰ πλά­θε­ται καὶ νὰ ζω­ο­ποι­εῖ­ται. Ὅ­ταν ὅ­μως ἔ­λα­βε, διὰ τοῦ ἐμφυσήματος τοῦ Θεοῦ, τὴν πνο­ὴ τῆς ζω­ῆς πρώ­τη ἀ­πὸ ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους τὸν εἶ­δε μί­α γυ­ναῖκα, δη­λα­δὴ ἡ Εὔα, ἀ­φοῦ ἦ­ταν ὁ πρῶ­τος ἄν­θρω­πος με­τὰ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον. Μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο καὶ τὸν δεύ­τε­ρο Ἀ­δάμ, δη­λα­δὴ τὸν ἐνανθρωπήσαντα Λόγο τοῦ Θεοῦ, κα­νέ­νας ἄν­θρω­πος δὲν τὸν εἶ­δε ὅ­ταν ἀ­νί­στα­το ἀ­πὸ τοὺς νε­κρούς. Πλη­ρο­φο­ρή­θη­κε ὅ­μως τὴν ἀνά­στα­ση τοῦ Κυ­ρί­ου ἀ­πὸ τὸν λαμ­προ­φο­ροῦν­τα ἄγ­γε­λο πρώ­τη ἀ­πὸ ὅ­λους μί­α γυ­ναῖκα.

Ἡ Ἀ­νά­στα­ση ἔ­γι­νε καὶ ὁ Κύ­ρι­ος ἐ­ξῆλ­θε, ἥ­συ­χα καὶ ἤ­ρε­μα, χω­ρὶς κα­νεὶς νὰ ἀν­τι­λη­φθεῖ τὸ πα­ρα­μι­κρό. Ὁ λί­θος ἀ­πο­κυ­λί­σθη­κε ἀρ­γό­τε­ρα γιὰ τὶς μυ­ρο­φό­ρες καὶ γιὰ τοὺς μα­θη­τές, καὶ ὄ­χι γιὰ τὸν Κύ­ρι­ο. Δη­λα­δὴ ἀ­πο­κυ­λί­σθη­κε γιὰ νὰ εἰ­σέλ­θουν οἱ μυ­ρο­φό­ρες καὶ οἱ μα­θη­τὲς καὶ ὄ­χι γιὰ νὰ ἐ­ξέλ­θει ὁ Κύ­ρι­ος. Ὅ­πως λέ­ει καὶ ἕ­να Ἀ­να­στά­σι­μο Στι­χη­ρό: «Κύ­ρι­ε, ἐ­σφρα­γι­σμέ­νου τοῦ τά­φου ὑ­πὸ τῶν πα­ρα­νό­μων, προ­ῆλ­θες ἐκ τοῦ μνή­μα­τος, κα­θὼς ἐ­τέ­χθης ἐκ τῆς Θε­ο­τό­κου. Οὐκ ἔ­γνω­σαν πῶς ἐ­σαρ­κώ­θης οἱ ἀ­σώ­μα­τοί σου Ἄγ­γε­λοι˙ οὐκ ᾔσθον­το πό­τε ἀ­νέ­στης οἱ φυ­λάσ­σον­τές σε στρα­τι­ῶ­ται».

Ἔ­τσι λοι­πόν, τὴ χαρ­μό­συ­νη εἴ­δη­ση τῆς Ἀνάστασης τοῦ Κυ­ρί­ου, πρώ­τη ἀ­πὸ ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους, ὅ­πως ἦ­ταν καὶ πρέ­πον καὶ δί­και­ο, τὴ δέ­χθη­κε ἡ Θε­ο­τό­κος καὶ αὐ­τὴ πρὶν ἀ­πὸ ὅ­λους τὸν εἶ­δε ἀ­να­στη­μέ­νο. Καὶ ὄ­χι μό­νο τὸν εἶ­δε μὲ τὰ μά­τια της καὶ τὸν ἄ­κου­σε μὲ τὰ αὐ­τιά της, ἀλ­λὰ καὶ ἄγ­γι­ξε, πρώ­τη αὐ­τή, τὰ ἄ­χραν­τα πό­δια του.

Ὅ­ταν ὁ Ἰ­ω­σὴφ καὶ ὁ Νι­κό­δη­μος ζή­τη­σαν καὶ ἔ­λα­βαν ἀ­πὸ τὸν Πι­λά­το τὸ δε­σπο­τι­κὸ σῶ­μα, τὸ ξε­κρέ­μα­σαν ἀ­πὸ τὸν σταυ­ρό, τὸ πε­ρι­τύ­λι­ξαν σὲ σά­βα­να μα­ζὶ μὲ ἀ­ρώ­μα­τα, τὸ το­πο­θέ­τη­σαν μέ­σα σὲ λα­ξευ­τὸ μνη­μεῖ­ο καὶ ἔ­βα­λαν μί­α με­γά­λη πέ­τρα στὴ θύ­ρα τοῦ μνη­μεί­ου, πα­ρευ­ρί­σκον­ταν ἐ­κεῖ καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν ἡ Μα­ρί­α ἡ Μα­γδα­λη­νὴ «καὶ ἡ ἄλ­λη Μα­ρί­α», κα­θή­με­ναι ἀ­πέ­ναν­τι τοῦ τά­φου. Μὲ τὴ φρά­ση «καὶ ἡ ἄλ­λη Μα­ρί­α» ὑ­πο­δη­λώ­νε­ται ἀ­ναμ­φί­βο­λα ἡ Θε­ο­μή­τωρ. Δι­ό­τι αὐ­τὴ ἐ­κα­λεῖ­το καὶ Ἰ­α­κώ­βου καὶ Ἰ­ω­σῆ μή­τηρ, ἐ­πει­δὴ ἐ­κεῖ­νοι ἦ­ταν υἱοὶ τοῦ Ἰ­ω­σὴφ τοῦ Μνή­στο­ρος. 

Δὲν πα­ρευ­ρί­σκον­ταν βέ­βαι­α μό­νο αὐ­τὲς ἐ­κεῖ πα­ρα­τη­ρῶν­τας, ὅ­ταν ἐν­τα­φι­α­ζό­ταν ὁ Κύ­ρι­ος, ἀλ­λὰ καὶ ἄλ­λες γυ­ναῖ­κες, αὐ­τὲς ποὺ ὀ­νο­μά­ζου­με Μυ­ρο­φό­ρες: ἡ Μα­ρί­α ἡ τοῦ Κλω­πᾶ, ἡ Ἰ­ω­άν­να, ἡ γυ­ναῖ­κα τοῦ Χου­ζᾶ, ἐ­πι­τρό­που τοῦ Ἡ­ρώ­δη, ἡ Σα­λώ­μη, ἡ μη­τέ­ρα τῶν υἱ­ῶν Ζε­βε­δαί­ου καὶ ἡ Σω­σάν­να. Αὐ­τές, με­τὰ τὸν ἐν­τα­φι­α­σμό, ἐ­πέ­στρε­ψαν καὶ ἀ­γό­ρα­σαν ἀ­ρώ­μα­τα καὶ μύ­ρα, ἀφε­νὸς μὲν γιὰ νὰ τι­μή­σουν τὸν κεί­με­νο νε­κρό, ἀφε­τέ­ρου δὲ ἐ­πι­νο­ῶν­τας μὲ τὸ ἄ­λειμ­μα αὐ­τὸ καὶ κά­ποια πα­ρη­γο­ριὰ γι᾽ αὐ­τοὺς ποὺ θὰ ἤ­θε­λαν νὰ πα­ρα­μεί­νουν κον­τὰ στὸ σῶ­μα, κα­θὼς αὐ­τὸ θὰ ἀ­νέ­δι­δε τὴ δυ­σω­δί­α τῆς σή­ψης. Ἀ­φοῦ λοι­πὸν ἑ­τοί­μα­σαν τὰ μύ­ρα καὶ τὰ ἀ­ρώ­μα­τα, τὸ μὲν Σάβ­βα­το ἡ­σύ­χα­σαν κα­τὰ τὴν ἐν­το­λὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐ­νῷ τὴν ἑ­πο­μέ­νη ἡ­μέ­ρα, τὴ μί­α τῶν Σαβ­βά­των, «ὄρ­θρου βα­θέ­ως ἦλ­θον ἐ­πὶ τὸ μνῆ­μα, φέ­ρου­σαι ἃ ἡτοί­μα­σαν ἀ­ρώ­μα­τα».

Στὸν τά­φο τοῦ Κυρίου, πρώ­τη ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς ἄλ­λες Μυροφόρες, ἦλ­θε ἡ Θε­ο­τό­κος, ἔ­χον­τας μα­ζί της καὶ τὴ Μα­γδα­λη­νὴ Μα­ρί­α. Τὴ στιγ­μὴ δὲ ποὺ ἀ­να­ρω­τι­όν­του­σαν γιὰ τὸ ποιὸς θὰ τοὺς με­τα­κι­νή­σει τὸν ὀγ­κώ­δη λί­θο ποὺ ἔ­φρα­ζε τὴν εἴ­σο­δο τοῦ τά­φου συνέβη κά­τι τὸ θαυ­μα­στό˙ ἔγινε μεγάλος σεισμὸς καὶ ἀστραπόμορφος ἄγγελος Κυρίου μετακίνησε τὸν λίθο τῆς θύρας τοῦ μνημείου: «Καὶ ἰ­δοὺ σει­σμὸς ἐ­γέ­νε­το μέ­γας· ἄγ­γε­λος γὰρ Κυ­ρί­ου κα­τα­βὰς ἐξ οὐ­ρα­νοῦ προ­σελ­θὼν ἀ­πε­κύ­λι­σε τὸν λί­θον ἐκ τῆς θύ­ρας τοῦ μνη­μεί­ου καὶ ἐ­κά­θη­το ἐ­πά­νω αὐ­τοῦ· ἦν δὲ ἡ ἰ­δέ­α αὐ­τοῦ ὡς ἀ­στρα­πὴ καὶ τὸ ἔν­δυ­μα αὐ­τοῦ λευ­κὸν ὡ­σεὶ χι­ών· ἀ­πὸ δὲ τοῦ φό­βου αὐ­τοῦ ἐ­σεί­σθη­σαν οἱ τη­ροῦν­τες καὶ ἐ­γέ­νον­το ὡ­σεὶ νε­κροί».

Ἡ Παρ­θε­νο­μή­τωρ ἑ­πο­μέ­νως ἦ­ταν παροῦσα τὴ στιγ­μὴ ποὺ γι­νό­ταν ὁ σει­σμὸς καὶ πα­ρα­με­ρι­ζό­ταν ὁ λί­θος καὶ ἀ­νοι­γό­ταν ὁ τά­φος. Κα­τὰ τοὺς Πα­τέ­ρες μά­λι­στα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας -οἱ ὁ­ποῖ­οι λέ­νε πὼς γι᾽ αὐ­τὴ καὶ δι᾽ αὐ­τῆς ὅ­λα μᾶς ἀ­νοί­χθη­καν, ὅ­σα εἶ­ναι ἄνω στὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ ὅ­σα εἶ­ναι ἐ­δῶ κά­τω στὴ γῆ- ὁ ζω­η­φό­ρος ἐ­κεῖ­νος τά­φος γι᾽ αὐ­τὴ πρώ­τη ἀ­νοί­χθη­κε, καὶ ὅ­τι γι᾽ αὐ­τὴ ἔ­λαμ­ψε ἔ­τσι ὁ ἄγ­γε­λος, ὥ­στε αὐ­τή, ἂν καὶ ἦ­ταν ἀ­κό­μη σκο­τει­νά, ὄ­χι μό­νο τὸν τά­φο νὰ δεῖ κε­νό, ἀλ­λὰ καὶ τὰ ἐν­τά­φι­α τα­κτο­ποι­η­μέ­να, ἔ­τσι ποὺ νὰ μαρ­τυ­ροῦν μὲ κά­θε τρό­πο τὴν ἔ­γερ­ση τοῦ ἐν­τα­φι­α­σθέν­τος. Ὅλες οἱ ἄλ­λες Μυ­ρο­φό­ρες γυ­ναῖ­κες ἦλ­θαν με­τὰ τὸν σει­σμὸ καὶ βρῆ­καν τὸν τά­φο ἀ­νοιγ­μέ­νο καὶ τὸν λί­θο πα­ρα­με­ρι­σμέ­νο. 

Ὁ ἄγ­γε­λος, ὁ ὁποῖος μετακίνησε τὸν λίθο, ἦ­ταν ὁ ἴ­διος ὁ Γα­βρι­ήλ. Ὅπως πα­λαιό­τε­ρα τῆς εἶ­χε πεῖ, «μὴ φο­βοῦ, Μα­ρι­ὰμ εὗρες γὰρ χά­ριν πα­ρὰ τῷ Θε­ῷ», τώ­ρα σπεύ­δει νὰ εὐ­αγ­γε­λι­στεῖ στὴν Ἀ­ει­πάρ­θε­νο τὴν ἐκ νε­κρῶν Ἀνά­στα­ση ἐ­κεί­νου ποὺ γεν­νή­θη­κε ἀ­σπό­ρως ἀ­πὸ αὐ­τή, νὰ ση­κώ­σει τὸν λί­θο καὶ νὰ ἐ­πιδεί­ξει κε­νὸ τὸν τά­φο καὶ τὰ ἐν­τά­φι­α σπάργανα. Λέ­ει λοι­πὸν ὁ ἄγ­γε­λος στὴν Παναγία, καθὼς καὶ στὶς ἄλλες μυροφόρες οἱ ὁποῖες εἶχαν ἤδη καταφτάσει: «μὴ ἐκ­θαμ­βεῖ­σθε˙ Ἰ­η­σοῦν ζη­τεῖ­τε τὸν Να­ζα­ρη­νὸν τὸν ἐ­σταυ­ρω­μέ­νον˙ ἠ­γέρ­θη, οὐκ ἔ­στιν ὧ­δε˙ ἴ­δε ὁ τό­πος ὅ­που ἔ­θη­καν αὐ­τόν».  

Ὅ­λα τοῦ­τα ὅ­μως γέ­μι­σαν μὲ φό­βο τὶς μυ­ρο­φό­ρες, δι­ό­τι δὲν κα­τά­λα­βαν τὴ ση­μα­σί­α τῶν λό­γων τοῦ ἀγ­γέ­λου οὔ­τε μπό­ρε­σαν νὰ ἀν­τι­λη­φθοῦν μὲ ἀ­κρί­βει­α τὸ γε­γο­νός. Ἡ Πα­να­γί­α, ὅμως, ὡς κεκαθαρμένη καὶ κεχαριτωμένη, ἐ­πλή­σθη χα­ρᾶς με­γά­λης, δι­ό­τι κα­τε­νό­η­σε τὰ λό­γι­α τοῦ ἀγ­γέ­λου, πί­στε­ψε σὲ αὐ­τὰ καὶ γνώ­ρι­σε μὲ βε­βαι­ό­τη­τα τὴν ἀ­λή­θει­α. Πῶς ἄλ­λω­στε, μᾶς ἐπισημαίνει ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀ­πὸ τέ­τοια γε­γο­νό­τα στὰ ὁποῖα πα­ρευ­ρέ­θη­κε, νὰ μὴν κα­τα­λά­βει ἡ Παρ­θέ­νος τὸ τί εἶ­χε συν­τε­λε­στεῖ; Εἶ­δε τὸν σει­σμό, τὸν ἀ­στρα­πο­βό­λο ἄγ­γε­λο νὰ κα­τε­βαί­νει ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νό, τὴ νέ­κρω­ση τῶν φυ­λά­κων καὶ τὴ με­τα­κίνη­ση τοῦ λί­θου καὶ τὸν κε­νὸ τά­φο καὶ τὰ ἐν­τά­φι­α σπάρ­γα­να ἄ­δει­α.

Με­τὰ τὴ χαρμόσυνη ἀναγγελία τοῦ ἀγγέλου ἡ Θε­ο­μή­τωρ, μα­ζὶ μὲ τὶς ἄλ­λες Μυ­ρο­φό­ρες, ἐ­πέ­στρε­φαν στὰ σπί­τια τους. Καθ᾽ ὁ­δὸν τὶς συ­νάν­τη­σε ὁ Κύ­ρι­ος, λέ­γον­τάς τους «χαί­ρε­τε». Αὐ­τὲς ἔ­σπευ­σαν νὰ τὸν προ­σκυ­νή­σουν: «αἳ δὲ προ­σελ­θοῦ­σαι, ἐ­κρά­τη­σαν αὐ­τοῦ τοὺς πό­δας καὶ προ­σε­κύ­νη­σαν αὐ­τῷ». Ὅμως καὶ σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση, ἡ Θε­ο­τό­κος, πρώ­τη ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς ἄλ­λες Μυροφόρες ποὺ ἦταν μαζί της, εἶ­δε καὶ ἀ­να­γνώ­ρι­σε τὸν ἀ­να­στάν­τα καὶ προ­σπί­πτον­τας ἄγ­γι­ξε τὰ πό­δια του καὶ ἔ­γι­νε ἀ­πό­στο­λός του πρὸς τοὺς Ἀ­πο­στό­λους. 

Οἱ δὲ μα­θη­τές, ὅ­ταν κατ᾽ αὐ­τὴ τὴν ἴ­δια μέ­ρα τῆς Ἀνάστασης ἄ­κου­σαν ἀ­πὸ τὶς Μυ­ρο­φό­ρες καὶ τὸν Πέ­τρο καὶ τὸν Λου­κᾶ καὶ τὸν Κλε­ό­πα ὅ­τι ὁ Κύ­ρι­ος ζεῖ καὶ τὸν εἶ­δαν, ἀ­πί­στη­σαν. Στὴ συνέχεια, ὅμως, ὄ­χι μό­νο πί­στε­ψαν, ἀλ­λὰ καὶ κή­ρυ­ξαν παν­τοῦ, «εἰς πᾶ­σαν τὴν γῆν», τὸ γεγονὸς τῆς Ἀνάστασης, ἑλκύοντας, μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, στὴν ἀληθινὴ πίστη τοὺς ἀνθρώπους.

 

 

 

 

 

 

Comments

There are currently no comments, be the first to post one!

Post Comment

Name (required)

Email (required)

Website