ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ
03

ΤΗΣ ΙΝΔΙΚΤΟΥ

(Α’  Τιμ. 2, 1-7)

Λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ὅτι «καλὸν καὶ ἀπόδεκτον ἐνώπιον τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Θεοῦ» εἶναι νὰ εὔχονται οἱ Χριστιανοὶ «ὑπὲρ πάντων», δηλαδὴ γιὰ ὅλους, πιστοὺς ἢ καὶ ἀπίστους. Ὁ ἴδιος ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν». Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε ἦλθε στὸν κόσμο˙ γιὰ νὰ φέρει καὶ νὰ ἀναγγείλει τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, νὰ ἀπελευθερώσει τὸ πλάσμα του ἀπὸ τὴν τυραννία τοῦ διαβόλου καὶ νὰ θεραπεύσει τοὺς ἀσθενεῖς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία.

Τὸ κέρδος ἀπὸ τὴν προσευχὴ «ὑπὲρ πάντων» τῶν ἀνθρώπων εἶναι πολὺ μεγάλο, ἀφοῦ γινόμαστε ὅμοιοι μὲ τὸν Θεὸ καὶ ἐπιθυμοῦμε ὅ,τι ἐπιθυμεῖ καὶ αὐτός, δηλαδὴ τὴ σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων, δικαίων καὶ ἀδίκων, ἀλλοδόξων καὶ αἱρετικῶν. Εἴμαστε καὶ ἐμεῖς, ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλοι, ὅσοι δὲν γνωρίζουν τὸν Θεό, ἄνθρωποι. Ἔτσι ἡ προσευχὴ εἶναι, τρόπον τινά, χρέος εἰς τὴν κοινὴ ἀνθρώπινή μας φύση. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὀρθό, αὐτὸ εἶναι τὸ χρέος μας, αὐτὸ θέλει καὶ ὁ Θεὸς ἀπὸ ἐμᾶς. Προσευχόμενοι γιὰ τοὺς ἄλλους μαλακώνει ἡ καρδία μας, πονᾶμε γιὰ τὸν πλησίον, στενοχωρούμαστε γιὰ τὸ ὅτι δὲν γνωρίζει τὸν Χριστὸ ἢ δὲν ζεῖ κατὰ πῶς θέλει ὁ Θεός. Καὶ ἀφοῦ πονέσουμε γιὰ τοὺς ἄλλους, τότε ἀνοίγεται καὶ γιὰ ἐμᾶς ἡ ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ἀποδώσαμε τὸ χρέος ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μας, ὅταν ἔχουμε ζητήσει ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴ σωτηρία τοῦ πλησίον μας, ὅταν νοιαστήκαμε γιὰ τὸν πόνο του, ὅταν κάναμε τὴν ἁμαρτία του δικιά μας, τότε εἴμαστε πράγματι Χριστιανοί, παιδιὰ τοῦ οὐράνιου Πατέρα, αὐτοῦ ποὺ ἀνατέλλει τὸν ἥλιο ὑπὲρ δικαίων καὶ ἀδίκων, αὐτοῦ ποὺ θυσιάστηκε γιὰ ὅλους, αὐτοῦ ποὺ μᾶς εἶπε ὅτι ὁ δρόμος πρὸς τὴ βασιλεία του περνᾶ μέσα ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ ἄλλου, τοῦ διπλανοῦ μας, τοῦ συνανθρώπου μας. 

Ἐξάλλου, ὅποιος ἀγαπάει τὸν Θεὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν ἀγαπήσει καὶ κάθε ἄνθρωπο σὰν τὸν ἑαυτό του. Καὶ αὐτοὺς ἀκόμα ποὺ εἶναι ὑποδουλωμένοι στὰ πάθη τους, τοὺς ἀγαπάει σὰν τὸν ἑαυτό του, καὶ νιώθει ἀνείπωτη χαρὰ ὅταν τοὺς βλέπει νὰ διορθώνονται˙ «ἐάν τις ἀγαπᾷ με», λέει ὁ Κύριος, «τὸν λόγον μου τηρήσει». Καὶ κατὰ τὸ παράδειγμά του μᾶς ζητᾶ νὰ πράξουμε καὶ ἐμεῖς: «αὕτη ἐστὶν ἡ ἐντολὴ ἡ ἐμή, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς». Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ δὲν ἀγαπάει τὸν πλησίον του, ἀθετεῖ τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου. Καὶ ὅποιος ἀθετεῖ τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου, οὔτε τὸν Κύριο εἶναι δυνατὸν ν’ ἀγαπήσει. Σὲ ὅλες μας τὶς πράξεις ὁ Θεὸς βλέπει τὸν σκοπό, γιὰ τὸν ὁποῖο τὶς ἐκτελοῦμε, ἂν δηλαδὴ τὶς κάνουμε γι’ αὐτὸν ἢ γιὰ κάτι ἄλλο. Ὅταν λοιπὸν θέλουμε νὰ κάνουμε ἕνα καλό, ἂς μὴν ἔχουμε σκοπὸ ν’ ἀρέσουμε στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ μόνο στὸν Θεό. Σ’ αὐτὸν ν’ ἀποβλέπουμε καὶ ὅλα νὰ τὰ κάνουμε γιὰ τὴ δική του δόξα. Διαφορετικὰ θὰ κουραζόμαστε χωρὶς νὰ κερδίζουμε τίποτα.

Ἔργο ἀγάπης εἶναι ἡ ἀνιδιοτελὴς εὐεργεσία μας πρὸς τὸν πλησίον, ἡ μακροθυμία καὶ ἡ ὑπομονὴ ποὺ δείχνουμε ἀπέναντί του, καθὼς ἐπίσης καὶ ἡ φρόνιμη καὶ συνετὴ χρησιμοποίηση τῶν πραγμάτων. Ἡ διάθεση τῆς ἀγάπης δὲν φανερώνεται μόνο μὲ τὴν παροχὴ χρημάτων, ἀλλὰ πολὺ περισσότερο μὲ τὴ μετάδοση πνευματικοῦ λόγου καὶ μὲ τὴ σωματικὴ διακονία. Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπάει τὸν Χριστό, τὸν μιμεῖται ὅσο μπορεῖ. Ὁ Χριστός, δὲν ἔπαυσε νὰ εὐεργετεῖ τοὺς ἀνθρώπους, ἔδειχνε μακροθυμία ὅταν τοῦ συμπεριφέρονταν μὲ ἀχαριστία καὶ τὸν βλαστημοῦσαν, ὑπέμεινε τοὺς ἐμπτυσμούς, τὰ ραπίσματα καὶ τὸν σταυρικὸ θάνατο, χωρίς καθόλου νὰ μνησικακεῖ ἐναντίον τους. Αὐτὰ τὰ ἔργα εἶναι ἐκφραστικὰ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν πλησίον. Χωρὶς αὐτά, ἀπατᾶται ἐκεῖνος ποὺ λέει ὅτι ἀγαπάει τὸν Χριστὸ ἢ νομίζει ὅτι θὰ κερδίσει τὴ βασιλεία του. Γιατὶ ὁ Κύριος μᾶς βεβαιώνει: «οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ’ ὁ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς». Καὶ θέλημα τοῦ οὐράνιου Πατρὸς εἶναι ἡ ἀγάπη καὶ πρὸς τοὺς ἐχθρούς: «Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν», εἶπε ὁ Κύριος, «ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς καὶ προσεύχεστε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς καὶ διωκόντων ὑμᾶς». Γιατὶ ἔδωσε αὐτὲς τὶς ἐντολές; Γιὰ νὰ μᾶς ἐλευθερώσει ἀπὸ τὸ μῖσος, τὴ λύπη, τὴν ὀργὴ καὶ τὴ μνησικακία καὶ νὰ μᾶς ἀξιώσει ν’ ἀποκτήσουμε τὴν τέλεια ἀγάπη. Αὐτὴ τὴν ἀγάπη εἶναι ἀδύνατον νὰ τὴν ἔχει ὅποιος δὲν ἀγαπάει ἐξίσου ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ὅπως καὶ ὁ Θεὸς τοὺς ἀγαπάει ὅλους ἐξίσου.

Ὅποιος ἔχει τὴν τέλεια ἀγάπη δὲν διακρίνει τοὺς ἀνθρώπους σὲ καλοὺς καὶ κακούς. Ξέρει πὼς ὅλοι μας ἔχουμε τὴν ἴδια ἀνθρώπινη φύση, καὶ γι’ αὐτὸ ἀδιάκριτα τοὺς ἀγαπάει ὅλους τὸ ἴδιο. Τοὺς ἐναρέτους τοὺς ἀγαπάει ὡς φίλους, ἐνῶ τοὺς κακοὺς τοὺς ἀγαπάει ὡς ἐχθροὺς καὶ τοὺς εὐεργετεῖ καὶ μακροθυμεῖ καὶ ὑπομένει, χωρὶς νὰ ὑπολογίζει καθόλου τὸ κακὸ ποὺ τοῦ γίνεται. Ἀντίθετα, ἂν τὸ καλέσει ἡ περίσταση, πάσχει γιὰ χάρη τους, γιὰ νὰ τοὺς κάνει καὶ αὐτοὺς φίλους, ἂν εἶναι δυνατόν. Καὶ ἂν αὐτὸ δὲν τὸ κατορθώσει, δὲν ἀλλάζει τὴ διάθεσή του, ἀλλὰ συνεχίζει νὰ τοὺς ἀγαπάει ὅλους ἐξίσου.  

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ

(Ἰω. 3, 13-17)


Τ σημεριν εαγγελικ νάγνωσμα χει ληφθε π τ κατ ωάννη Εαγγέλιο κα ποτελε μέρος τς συνομιλίας πο εχε Χριστς μ τν Νικόδημο. Νικόδημος ταν κρυφὸς μαθητς το Κυρίου κα μαζ μ τν ωσφ θ τν κηδεύσουν ργότερα, μετ τ σταύρωση κα τ θανή του. Λέγει λοιπν ησος στὸν Νικόδημο τι «οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὢν ἐν τῷ οὐρανῷ».  

Ὁ Νικόδημος θεωρεῖ τὸν Χριστὸ ὡς ἕνα ἁπλὸ διδάσκαλο τοῦ Ἰσραήλ. Σταλμένο μὲν ἀπὸ τὸν Θεό, ὅμως, ἁπλὸ διδάσκαλο. Δὲν μποροῦσε ἀκόμα νὰ ἀντιληφθεῖ ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Ἐνανθρωπήσας Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς τοῦ λέει: «Νικόδημε, ἐγὼ δὲν εἶμαι ὡσὰν τοὺς ἄλλους προφῆτες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν μὲν τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἦταν ἐκ τῆς γῆς. Ἐγὼ κατῆλθα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, πρᾶγμα ποὺ δὲν ἔγινε μὲ κανένα προφήτη. Ἐκτὸς αὐτοῦ, ἐγὼ κατοικῶ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Καὶ πρόσεξε τὸ ἑξῆς πολὺ σημαντικό˙ ἐνῷ κατῆλθα ἐδῶ στὴ γῆ ἐντούτοις βρίσκομαι στὸν οὐρανό». Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ Κύριος ἀναφέρεται στὴν πανταχοῦ παρουσία του. Αὐτή, ὅμως, εἶναι ἰδιότητα ποὺ δὲν χαρακτηρίζει τοὺς ἀνθρώπους. Μόνο ὁ Θεὸς δύναται νὰ εἶναι πανταχοῦ παρών! Τοιουτοτρόπως ὁ Κύριος διδάσκει τὸν Νικόδημο περὶ τῆς θεότητάς του.

Συνεχίζοντας ὁ Χριστὸς λέει καὶ τὸ ἑξῆς: «καὶ καθὼς Μωϋσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ' ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον». Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, στὸ βιβλίο τῶν Ἀριθμῶν, ἀναφέρεται ὅτι ὅταν ὁ ἰσραηλιτικὸς λαός, ὁ ὁποῖος μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσή του ἀπὸ τὴ δουλεία τῆς Αἰγύπτου πορευόταν στὴν ἔρημο μὲ κατεύθυνση τὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, γόγγυσε ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ πιστοῦ δούλου του Μωυσῆ, ὁ Θεὸς ἔστειλε φαρμακερὰ φίδια ποὺ δάγκωναν καὶ θανάτωναν τοὺς γογγυστές. Τότε οἱ Ἰσραηλίτες ἔντρομοι παρακάλεσαν τὸν Μωυσῆ νὰ προσευχηθεῖ στὸν Κύριο, ὥστε νὰ σωθοῦν καὶ νὰ λυτρωθοῦν ἀπὸ τὰ θανατηφόρα φίδια. Ὁ ἀγαθὸς Θεὸς ὑπάκουσε στὴν παράκληση τοῦ Μωυσῆ καὶ τοῦ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ κατασκευάσει ἕνα χάλκινο ὄφι καὶ νὰ τὸν ὑψώσει πάνω σ’ ἕνα κοντάρι, ὥστε νὰ δύνανται νὰ τὸ δοῦν ὅλοι οἱ Ἰσραηλίτες. Ὅταν τὰ δηλητηριώδη φίδια θὰ δάγκωναν τοὺς Ἰσραηλίτες, αὐτοὶ ἀτενίζοντας τὸ ὑψωμένο χάλκινο φίδι θὰ σώζονταν.

Ἡ ἐν λόγῳ ἱστορία προτυπώνει τὴ Σταύρωση τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστὸς θὰ ὑψωνόταν στὸν σταυρὸ ὡσὰν κακοῦργος, ὡσὰν παλιάνθρωπος καὶ ὡσὰν ἐγκληματίας, ὥστε νὰ σώσει αὐτοὺς ποὺ θὰ πιστεύανε σὲ αὐτὸν ἀπὸ τὸ δηλητήριο τῆς ἁμαρτίας, ἀπὸ τὸ δάγκωμα τοῦ ἄλλου ὄφεως, τοῦ Σατανᾶ, καὶ τελικὰ ἀπὸ τὸν θάνατο. Οἱ Ἰσραηλίτες ἀτενίζοντες, τότε, τὸ χάλκινο φίδι γλύτωναν ἀπὸ τὸν θάνατο. Οἱ πιστοί, τώρα, ἔχοντες ὡς ὅπλο ἀπροσμάχητο τὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου καὶ ζῶντες κατὰ τὸ θέλημά του ἀποφεύγουν τὸν αἰώνιο θάνατο.

Στὴ συνομιλία μὲ τὸν Νικόδημο ὁ Χριστὸς οὐσιαστικὰ ἀποκαλύπτει ὅτι ὁ σταυρικός του θάνατος εἶχε ἤδη προαγγελθεῖ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Γνωρίζει ὁ Χριστὸς τὸ σταυρικὸ πάθος ποὺ θὰ ὑποστεῖ καὶ θεληματικὰ τὸ ἀποδέχεται. Αὐτὸ δὲν εἶναι σημεῖο ἀδυναμίας τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ ἀπόδειξη τῆς δόξας του καὶ ἀποκάλυψη τῆς ἄφατης ἀγάπης του. Ὁ ἴδιος τὸ μαρτυρεῖ στὸν Νικόδημο: «Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ' ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ».

Τὸ μέγεθος τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πρὸς τὰ πλάσματά του εἶναι ἀπροσμέτρητο! Δὲν θέλησε νὰ λυτρώσει τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν θάνατο διὰ τῆς βίας, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν ταπείνωσή του. Καὶ αὐτὴ ἡ ταπείνωση ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ ἔγινε ἡ μέγιστη δόξα τοῦ Κυρίου. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ ἄνθρωποι σώζονται ἀτενίζοντας πρὸς αὐτὸν καὶ ζῶντας κατὰ πῶς ἔζησε ὁ σταυρωθεὶς Κύριος, μὲ ταπείνωση καὶ ἀγάπη καὶ φιλανθρωπία.

 

ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ

(Ἰω. 19, 6-11˙ 13-20˙ 25-28˙ 30)

 

ορτάζουμε σήμερα τὴν πανήγυρη το Σταυρο, καὶ λο τὸ πλήρωμα τς κκλησίας καταφωτίζεται. ορτάζουμε τὴν πανήγυρη το Σταυρο, διὰ το ποίου τὸ σκοτάδι τς μαρτίας ἐκδιώχθηκε, καὶ λθε τὸ φς τς ρετς. ορτάζουμε τὴν πανήγυρη το Σταυρο, καὶ ψωνόμαστε πνευματικὰ μαζὶ μὲ τὸν σταυρωθέντα Σωτῆρα μας.

ὰν δὲν πρχε Σταυρός, δὲν θὰ συντριβόταν θάνατος, δὲν θὰ γυμνωνόταν δης, δὲν θὰ νεκρωνόταν διάβολος. Γι ατὸ εναι πολὺ μεγάλο καὶ τίμιο πρᾶγμα Σταυρός. Μεγάλο, διότι πάρα πολλὰ γαθὰ καὶ εεργεσίες γιναν δι ατο. Τόσο πολλά, καθόσο καὶ τὰ θαύματα καὶ τὰ Πάθη το Χριστο περνικον κάθε δύναμη λόγου καὶ κφρασης. Εναι τίμιο, πίσης, διότι Σταυρὸς σημαίνει θεο Πάθος καὶ τρόπαιο. Πάθος, λόγῳ το τι παθὴς Χριστός, κούσια πέστη σταυρικὸ θάνατο· τρόπαιο δέ, διότι διάβολος τραυματίσθηκε διὰ το Σταυρο, καὶ μαζί του νικήθηκε καὶ θάνατος. Ὁ Σταυρὸς γινε γιὰ λο τὸν κόσμο κοινὴ σωτηρία.
Σταυρὸς εναι λπίδα τν Χριστιανν, σωτηρία τν πεγνωσμένων, ζωὴ γιὰ τοὺς πνευματικὰ νεκρούς.

Σταυρὸς εναι κλίμακα ποὺ νεβάζει στοὺς ορανούς, δὸς ποὺ δηγε πρὸς τὴν ρετή, κατάργηση το θανάτου, παλλαγὴ πὸ τὴ φθορά. Σταυρὸς εναι φύλακας τν πόλεων, σφάλεια τν σπιτιν, σύνδεσμος τς φιλίας, χύρωμα κατὰ τν χθρν, ντίπαλος τν πολεμίων, διώκτης τν παθν, βραβευτὴς τς ερήνης, συμφιλίωση το κόσμου, παροχὴ καὶ ξασφάλιση τς γάπης, ψος το ορανο, βάθος τς γς, σύνθεση λης τς κτίσης, το μήκους καὶ το πλάτους τς οκουμένης. Ἐν ὀλίγοις, Σταυρὸς εναι τὸ κεφάλαιο τν χράντων Παθν το Χριστο, καὶ κορυφὴ τν θαυμάτων ποὺ γιναν γιὰ μς.

ψώνεται λοιπὸν Σταυρὸς σήμερα, γιὰ νὰ δοξασθε Χριστός. Δὲν ψώνεται Χριστός, γιὰ νὰ δοξασθε Σταυρός, λλὰ ψώνεται Σταυρός, γιὰ νὰ δοξασθε Χριστός. Δοξάζεται δὲ Χριστός, γιὰ νὰ ψώσει καὶ μς μαζὶ μὲ τὸν αυτό του. ψώνεται Σταυρός, καὶ μαζί του ψώνει καὶ τὸ φρόνημα τν εσεβν χριστιανν. Δοξάζεται Χριστός, καὶ δοξάζει μαζί του καὶ ατοὺς ποὺ τὸν δοξάζουν. ψώνεται Σταυρός, καὶ συντρίβει τὴν περηφάνεια τν δαιμόνων. Δοξάζεται Χριστός, καὶ ντροπιάζει τὸν ρχέκακο διάβολο. ψώνεται Σταυρός, καὶ νορθώνει κείνους ποὺ καταπίπτουν. Δοξάζεται Χριστός, καὶ διαλύει τὴν ντροπὴ κείνων ποὺ πεσαν στὴν μαρτία. ψώνεται Σταυρός, καὶ γκρεμίζονται τὰ εδωλα. Δοξάζεται Χριστός, καὶ τραυματίζεται διάβολος.

Φανερώθηκε κοινὸς ατὸς θησαυρός, Τίμιος το Κυρίου Σταυρός, ποος σήμερα ψώνεται σὲ λο τὸν κόσμο, μαζὶ μὲ λα κενα ποὺ συνετέλεσαν στὴν οκονομία το μακάριου καὶ σωτήριου γιὰ τὸν κόσμο θείου Πάθους. Ατὸ λοιπὸν ορτάζουμε σήμερα. Γιὰ τοτο πανηγυρίζουμε, γιὰ τὸ τι φανερώθηκε σήμερα τὸ γιο κενο Ξύλο ποὺ πὸ παλαιὰ κρύπτετο. Γιὰ τὸ τι κρυμμένος θησαυρὸς λαμψε σὰν λλος χρυσὸς μέσα πὸ τὰ σπλάχνα τς γς, γιὰ τὸ τι ποκαλύφθηκε τὸ μέχρι τότε θαμμένο πίσημο λάβαρο τς χριστιανοσύνης, γιὰ τὸ τι λαζονεία καὶ παρση τν δαιμόνων καταργήθηκε μὲ τὴ φανέρωση το Σταυροῦ, γιὰ τὸ τι ατὸ ποὺ πὸ τὴ φύση του εναι ξῖφος κατὰ τν χθρν, φανερώθηκε μέσα πὸ τὴ γῆ, γιὰ τὸ τι κκλησία λαβε πάλι τὸν στολισμό της.

πὸ τότε ποὺ χουμε τὸν Σταυρό, Χριστὸς προσκυνεται, Υὸς το Θεο γνωρίσθηκε καὶ πιστεύθηκε, ο νθρωποι συμπολιτεύονται μὲ τοὺς γγέλους, καὶ ατὸς ορανὸς εναι πλέον προσιτὸς γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Ὁ δὲ Θεός, διὰ τς θείας Χάριτος καὶ νερ­γείας του, γίνεται πλέον μεθεκτὸς πὸ τοὺς νθρώπους.

Προσκυνομε λοιπὸν τὸν Σταυρό, διότι δι’ ατο γνωρίσαμε τὸν Κύριο. Προσκυνοῦμε τὸν Σταυρό, διότι δι’ ατο δοξάζουμε τὸν Χριστό. Προ­σκυνομε τὸν Σταυρό, διότι δι’ ατο λάβαμε τὴν ελογία, καὶ λευ­θερωθήκαμε πὸ τὴν κατάρα. Προσκυνομε τὸν Σταυρό, διότι δι’ α­το ποβάλαμε τὴν πικρὴ γεύση το «ξύλου τς παρακος», καὶ γευθήκαμε τὴ γλυκύτητα τς σωτηρίας.


ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΗ

(Μρ. 8, 34 - 9, 1)

Σή­με­ρα, τν Κυ­ρι­α­κ με­τ τν ­ψω­ση το Τι­μί­ου Σταυ­ρο, στ ε­αγ­γε­λι­κ ­νά­γνω­σμα Κύ­ρι­ος μᾶς κα­λε ν ση­κώ­σου­με μ πί­στη τν δι­κό μας σταυ­ρό. «­κε­νος πο θέ­λει ν ε­ναι πι­στς μα­θη­τς κα ­κό­λου­θός μου», μς λέ­γει Κύ­ρι­ος, «ς ­παρ­νη­θε τν ­μαρ­τω­λ ­αυ­τό του κα ς ση­κώ­σει τν προ­σω­πι­κό του σταυ­ρό, ­γω­νι­ζό­με­νος κα­τ τν δυ­σκο­λι­ν, τν δυ­σχε­ρει­ν, τν πει­ρα­σμν, τν ­σθε­νει­ν. Δι­ό­τι, ­ποιος θέ­λει ν σώ­σει τν πρό­σκαι­ρη ζω­ή του, θ χά­σει τν α­ώ­νι­ο. ­ποιος ­μως θυ­σι­ά­σει, ­φι­ε­ρώ­νον­τας, τ ζω­ή του γι μέ­να κα τ Ε­αγ­γέ­λι­ό μου, α­τς θ σώ­σει τν ψυ­χή του κα θ κερ­δί­σει τ μα­κα­ρι­ό­τη­τα το πα­ρα­δεί­σου».

Τὸ νό­η­μα τῶν λό­γων τοῦ Κυ­ρί­ου κα­τα­νο­εῖ­ται ὅ­ταν λη­φθεῖ ὑ­πό­ψη ἡ συ­νά­φει­α, στὴν ὁ­ποί­α λέ­χθη­καν. Ὅ­ταν ὁ ἀ­πό­στο­λος Πέ­τρος μὲ ἔν­το­νο ὕ­φος ζή­τη­σε καὶ συμ­βού­λε­ψε τὸν Κύ­ρι­ο νὰ ἀρ­νη­θεῖ τὸ Πά­θος καὶ τὸν Σταυ­ρό, ὁ Κύ­ρι­ος, ἐ­νώ­πι­ον τῶν μα­θη­τῶν, τὸν ἐ­πέ­πλη­ξε καὶ τοῦ εἶ­πε: «ὕ­πα­γε ὀ­πί­σω μου, σα­τα­νᾶ». Στα­μά­τα δη­λα­δὴ νὰ σκέ­φτε­σαι καὶ νὰ ὁ­μι­λεῖς ἀν­τί­θε­τα ἀ­πὸ τὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ.

Ἀ­φοῦ λοι­πὸν ὁ Πέ­τρος δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τα­νο­ή­σει ὅ­τι χω­ρὶς τὸν σταυ­ρὸ δὲν θὰ σω­ζό­ταν τὸ ἀν­θρώ­πι­νο γέ­νος, ὁ Κύ­ρι­ος προ­σκα­λεῖ τοὺς μα­θη­τές του, ἀλ­λὰ καὶ τὸ πλῆ­θος ποὺ τὸν ἀ­κο­λου­θοῦ­σε, καὶ τοὺς εἶ­πε, δι­δά­σκον­τάς τους, ὅ­τι ὄ­χι μό­νο ὁ ἴ­διος πρέ­πει νὰ πο­ρευ­θεῖ πρὸς τὸ πά­θος γιὰ χά­ρη τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας, ἀλ­λὰ καὶ ὅ­τι κα­νεὶς δὲν μπο­ρεῖ νὰ σω­θεῖ χω­ρὶς νὰ ση­κώ­σει τὸν δι­κό του σταυ­ρὸ καὶ χω­ρὶς νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σει, ὅ­πως τὸ πρό­βα­το τὸν ποι­μέ­να, ὅ­πως ὁ δοῦ­λος τὸν κύ­ρι­ό του, ὅ­πως ὁ στρα­τι­ώ­της τὸν βα­σι­λέ­α.

Ἡ ἄρ­ση τοῦ σταυ­ροῦ ἀ­πὸ ἐ­μᾶς τοὺς ἀν­θρώ­πους ἔ­χει συγ­κε­κρι­μέ­νο πε­ρι­ε­χό­με­νο. Ὅ­πως οἱ πα­λαι­οὶ κα­τά­δι­κοι σή­κω­ναν καὶ με­τέ­φε­ραν τὸν σταυ­ρό τους μέ­χρι τὸν τό­πο τοῦ θα­νά­του τους, ἔ­τσι κι ἐ­μεῖς ὀ­φεί­λου­με νὰ ζοῦ­με κα­θη­με­ρι­νὰ ὡς μελ­λο­θά­να­τοι, ὡς ἔ­χον­τας δη­λα­δὴ δι­α­κό­ψει ὁ­ρι­στι­κὰ κά­θε δε­σμὸ μὲ τὸν κό­σμο τῆς ἁ­μαρ­τί­ας. Ση­μαί­νει ἐ­πί­σης τὴν ἀ­γόγ­γυ­στη ὑ­πο­μο­νὴ στὶς θλί­ψεις καὶ τὶς δο­κι­μα­σί­ες, στὶς στε­νο­χώ­ριες καὶ τοὺς πό­νους, στὶς πολ­λὲς δυ­σκο­λί­ες τοῦ ἀ­γώ­να γιὰ τὴν κα­τα­νί­κη­ση τῶν πα­θῶν μας καὶ τὴν ἀ­πό­κτη­ση τῶν ἀ­ρε­τῶν. Μὲ τὴ βε­βαι­ό­τη­τα ὅ­τι ὁ σταυ­ρός, ὁ πό­νος καὶ οἱ θλί­ψεις δὲν εἶ­ναι με­γα­λύ­τε­ρες ἀ­πὸ αὐ­τὲς ποὺ μπο­ροῦ­με νὰ ση­κώ­σου­με καὶ νὰ ἀν­τέ­ξου­με, δο­ξο­λο­γοῦ­με τὸν Θε­ό, δὲν γογ­γύ­ζου­με κατ’ αὐ­τοῦ καὶ προ­σευ­χό­μα­στε νὰ μᾶς ἐ­νι­σχύ­σει στὸν ἀ­γῶ­να μας.

Ἡ ζω­ὴ τοῦ ἀ­γώ­να καὶ τοῦ σταυ­ροῦ, ὅ­μως, ἡ πνευ­μα­τι­κή, μὲ ἄλ­λα λό­γι­α, ζω­ή, ἡ ζω­ὴ κον­τὰ στὸν Χρι­στό, εἶ­ναι ζω­ὴ μο­να­ξιᾶς. Καὶ εἶ­ναι ζω­ὴ μο­να­ξιᾶς ὄ­χι μό­νο δι­ό­τι λί­γοι ἐ­πι­θυ­μοῦν νὰ τὴν ἀ­κο­λου­θή­σουν, ἀλ­λὰ καὶ δι­ό­τι αὐ­τοὶ ποὺ τὴν ἀ­κο­λου­θοῦν πε­ρι­φρο­νοῦν­ται πολ­λὲς φο­ρὲς ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους. Καὶ ἐ­δῶ προ­βάλ­λει ὁ κίν­δυ­νος ἄρ­νη­σης τοῦ Κυ­ρί­ου. Νὰ προ­τι­μή­σει δη­λα­δὴ κα­νεὶς νὰ συμ­πο­ρευ­τεῖ μὲ τοὺς πολ­λοὺς γιὰ νὰ μὴν πε­ρι­φρο­νεῖ­ται, κα­ταν­τῶν­τας, ὅ­μως, στὴν πε­ρι­φρό­νη­ση τοῦ ἴ­διου τοῦ Κυ­ρί­ου.

Γι’ αὐ­τὸ καὶ ὁ Χρι­στὸς ἐ­φι­στᾶ τὴν προ­σο­χή μας. «Ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε μὲ ντρα­πεῖ», μᾶς λέ­γει, «ἐ­πει­δὴ φο­βᾶ­ται τὶς πε­ρι­φρο­νή­σεις τῶν ἀν­θρώ­πων τῆς ἀ­πο­στα­τη­μέ­νης καὶ ἁ­μαρ­τω­λῆς αὐ­τῆς γε­νε­ᾶς, αὐ­τὸν θὰ τὸν ἀρ­νη­θῶ καὶ ἐ­γὼ κα­τὰ τὴ μέλ­λου­σα κρί­ση». Καὶ ἡ ἄρ­νη­ση ἐκ μέ­ρους τοῦ Κυ­ρί­ου δὲν εἶ­ναι ἄλ­λο τι πα­ρὰ ζη­μιὰ στὴν ψυ­χή μας. Ἡ ψυ­χή μας ὅ­μως, ἀ­ξί­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀπ’ ὅ­λα τὰ ἀ­γα­θὰ τοῦ κό­σμου αὐ­τοῦ. Ἔ­χει με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­ξί­α ἀπ’ ὅ­λα τὰ πλού­τη, τὶς τι­μὲς καὶ τὶς ἀ­πο­λαύ­σεις τοῦ κό­σμου. Γι’ αὐ­τὸ ἄλ­λω­στε ἐ­ναν­θρώ­πη­σε καὶ σταυ­ρώ­θη­κε ὁ Κύ­ρι­ος, γιὰ νὰ μᾶς σώ­σει καὶ νὰ λυ­τρώ­σει τὴν πο­λύ­τι­μη αὐ­τὴ ψυ­χή μας ἀ­πὸ τὰ δε­σμὰ τῆς ἁ­μαρ­τί­ας.

Δὲν πρέ­πει λοι­πὸν νὰ ἀ­νε­χθοῦ­με ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ζη­μιὰ στὴν ψυ­χή μας, ἀλ­λὰ νὰ κρα­τή­σου­με τὴν πί­στη στὸν Χρι­στό, καὶ νὰ τὸν ὁ­μο­λο­γοῦ­με ὄ­χι μό­νο θε­ω­ρη­τι­κά, ἀλ­λὰ καὶ ἔμ­πρα­κτα. Καὶ ἡ ἔμ­πρα­κτη ὁ­μο­λο­γί­α τοῦ Κυ­ρί­ου εἶ­ναι ἡ ἄρ­ση τοῦ σταυ­ροῦ μας. Στὴν ἄρ­ση τοῦ σταυ­ροῦ ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται ἡ πί­στη μας καὶ φαί­νε­ται ἡ ἀ­γά­πη καὶ τὸ φι­λό­τι­μό μας πρὸς αὐ­τὸν ποὺ μᾶς ἀ­γά­πη­σε καὶ θυ­σι­ά­στη­κε γιὰ ἐ­μᾶς. 

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Α’ ΛΟΥΚΑ

(Λκ. 5, 1-11)

Τὸ ση­με­ρι­νὸ εὐ­αγ­γε­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα ἀ­πο­τε­λεῖ τρό­πον τι­νὰ συ­νέ­χει­α τοῦ εὐ­αγ­γε­λί­ου τῆς πε­ρα­σμέ­νης Κυ­ρι­α­κῆς, στὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­κού­σα­με πὼς ὅ­ποιος θέ­λει νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει τὸν Κύ­ρι­ο πρέ­πει νὰ ἀ­παρ­νη­θεῖ τὸν ἑ­αυ­τό του. Συγκεκριμένα, τὸ ση­με­ρι­νὸ μᾶς λέ­ει πὼς οἱ ψα­ρά­δες τῆς λί­μνης Γεν­νη­σα­ρὲτ ἀ­παρ­νή­θη­καν τὸν ἑ­αυ­τό τους, ἀ­κο­λού­θη­σαν τὸν Χρι­στὸ καὶ ἔ­γι­ναν μα­θη­τὲς καὶ ἀ­πό­στο­λοί του.

 Ὁ Κύ­ρι­ος, βρι­σκό­με­νος στὴν ὄ­χθη τῆς λί­μνης Γεν­νη­σα­ρέτ, εἶ­δε δύ­ο πλοῖ­α καὶ τοὺς ψα­ρά­δες ποὺ ἐ­πέ­βαι­ναν σὲ αὐ­τὰ νὰ ἔ­χουν κα­τέ­βει καὶ νὰ πλέ­νουν τὰ δί­χτυ­ά τους. Ἀ­φοῦ ὁ ἴ­διος ἀ­νέ­βη­κε στὸ πλοῖ­ο ποὺ ἀ­νῆ­κε στὸν Σί­μω­να Πέ­τρο δί­δα­σκε τὰ πλή­θη. Τε­λει­ώ­νον­τας τὴν ὁ­μι­λί­α του ζή­τη­σε ἀ­πὸ τὸν Σί­μω­να νὰ ἀ­νοι­χθεῖ στὰ βα­θει­ὰ καὶ ἐ­κεῖ νὰ ρί­ξει τὰ δί­χτυ­α γιὰ ψά­ρε­μα. Ὁ Πέ­τρος, ὅ­μως, ἀ­πό­ρη­σε, δι­ό­τι ψά­ρευ­ε ὅ­λη τὴ νύ­κτα καὶ δὲν εἶ­χε πιά­σει τί­πο­τα. Πα­ρό­λα αὐ­τὰ ἔ­κα­νε ὑ­πα­κο­ὴ στὸν Κύ­ρι­ο, λέγοντάς του: «ἐ­πὶ δὲ τῷ ρή­μα­τί σου χα­λά­σω τὸ δί­κτυ­ον». Καὶ τό­τε ἔ­γι­νε τὸ θαῦ­μα. Τὰ ψά­ρια ποὺ πι­ά­στη­καν ἦ­ταν τό­σα πολ­λὰ ποὺ καὶ τὰ δύ­ο πλοῖ­α δυ­σκο­λεύ­τη­καν νὰ τὰ με­τα­φέ­ρουν. Δέ­ος καὶ θαυ­μα­σμὸς κα­τέ­λα­βε τό­τε τὸν Πέ­τρο καὶ τοὺς ἄλ­λους ψα­ρά­δες: «Βγὲς Κύ­ρι­ε ἀ­πὸ τὸ πλοῖ­ο μου», εἶ­πε στὸν Χρι­στό, «δι­ό­τι εἶ­μαι ἄν­θρω­πος ἁ­μαρ­τω­λός». Καὶ ὁ Κύ­ρι­ος τὸν κα­θη­σύ­χα­σε· «μὴ φο­βᾶ­σαι», τοῦ λέ­γει, «ἀ­πὸ τώ­ρα καὶ στὸ ἑ­ξῆς θὰ ψα­ρεύ­εις ἀν­θρώ­πους». Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ αὐ­τό, ἀ­φοῦ τρά­βη­ξαν τὰ πλοῖ­α τους στὴ στε­ριά, ἄ­φη­σαν τὰ πάν­τα καὶ ἀ­κο­λού­θη­σαν τὸν Κύ­ρι­ο.

Τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ τῆς θαυ­μα­στῆς ἁ­λι­εί­ας, ἡ κλή­ση τῶν μα­θη­τῶν καὶ ἡ ὑ­πα­κο­ή τους, ἀ­πο­τε­λοῦν γιὰ ἐ­μᾶς πα­ρά­δειγ­μα, ἀλ­λὰ καὶ ὑ­πό­δει­ξη γιὰ τὴ στά­ση ποὺ θὰ πρέ­πει νὰ τη­ροῦ­με ἀ­πέ­ναν­τι στὸν Χρι­στό.

Ὅ­ταν οἱ μα­θη­τὲς ἄ­κου­σαν τὸ κά­λε­σμά του, ἦ­ταν στὴ μέ­ση τῆς ἐρ­γα­σί­ας. Καὶ ὅ­μως δὲν ἀ­νέ­βα­λαν τὴν ἀν­τα­πό­κρι­ση στὸν Χρι­στό. Δὲν εἶ­παν: «Ὅταν γυ­ρί­σου­με σπί­τι, θὰ μι­λή­σου­με μὲ τοὺς δι­κούς μας, καὶ ἔ­πει­τα ἀ­πο­φα­σί­ζου­με πε­ρὶ τοῦ πρα­κτέ­ου». Ἀλ­λὰ τὰ ἄ­φη­σαν ὅ­λα καὶ τὸν ἀ­κο­λού­θη­σαν. Τέ­τοια ὑ­πα­κο­ὴ ζη­τᾶ ἀ­πὸ ἐ­μᾶς ὁ Χρι­στός, ὥ­στε οὔτε πρὸς στιγμὴ νὰ μὴν διστάσουμε στην πίστη μας πρὸς αὐτόν.

Εἶ­ναι ἄ­ξι­οι θαυ­μα­σμοῦ οἱ ἁ­πλο­ϊ­κοὶ ἁ­λι­εῖς, ἐ­πει­δὴ παρ’ ὅ­λο ποὺ ἀ­κό­μα δὲν εἶ­χαν δεῖ ἀ­πὸ τὸν Κύ­ρι­ο κα­νέ­να θαυ­μα­στὸ ση­μεῖ­ο, πί­στε­ψαν σὲ μία τό­σο με­γά­λη ὑ­πό­σχε­ση καὶ θε­ώ­ρη­σαν δευ­τε­ρεύ­ον­τα ὅλα τὰ ὑπόλοιπα. Μὲ τὰ ἴδια λό­γι­α ποὺ πεί­στη­καν οἱ ἴ­διοι θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ πεί­σουν καὶ τοὺς ἄλ­λους.

Οἱ ἁ­λι­εῖς ποὺ ­κά­λε­σε ὁ Κύ­ρι­ος ἦ­ταν φτω­χοὶ ἄν­θρω­ποι. Ἐ­κεῖ στὴν ὄ­χθη τῆς λί­μνης Γεν­νη­σα­ρὲτ τοὺς βρῆ­κε νὰ ρά­βουν τὰ δί­χτυ­ά τους. Τό­σο με­γά­λη ἦ­ταν ἡ φτώ­χεια τους, ὥ­στε νὰ δι­ορ­θώ­νουν τὰ χα­λα­σμέ­να, ἐ­πει­δὴ δὲν μπο­ροῦ­σαν ν’ ἀ­γο­ρά­σουν ἄλ­λα. Δὲν ἦ­ταν καὶ αὐ­τὸ μι­κρὸ δεῖγ­μα ἀ­ρε­τῆς, ἡ ἀ­γόγ­γυ­στη δη­λα­δὴ ὑ­πο­μο­νὴ στὴ φτώ­χεια, ἡ ἀ­πό­κτη­ση τῆς τρο­φῆς ἀ­πὸ τί­μι­ο μό­χθο, ὁ σύν­δε­σμος με­τα­ξύ τους μὲ τὴ δύ­να­μη τῆς ἀ­γά­πης, τὸ νὰ ἔ­χουν μα­ζὶ τὸν πα­τέ­ρα τους καὶ νὰ τὸν πε­ρι­ποι­οῦν­ται. Ὅ­ταν ὅ­μως τοὺς ἔπι­α­σε στὰ δί­χτυ­ά του ὁ Κύ­ρι­ος, ἐ­νῷ αὐ­τοὶ δη­λα­δὴ εἶ­ναι πλέ­ον μα­ζί του, τό­τε ἀρ­χί­ζει νὰ θαυ­μα­τουρ­γεῖ, βε­βαι­ώ­νον­τας μὲ τὰ ἔρ­γα του ὅ,­τι εἶ­χε πεῖ γι’ αὐ­τὸν ὁ Ἰ­ω­άν­νης ὁ Βα­πτι­στής.

Ἐ­μεῖς σή­με­ρα ἔ­χου­με ἀ­πο­δεί­ξεις γιὰ τὴ δύ­να­μη τοῦ Κυ­ρί­ου, γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι εἶ­ναι Θε­ός, ὅ­τι αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ σω­τῆ­ρας τοῦ κό­σμου. Γι’ αὐ­τὸ ἂς ση­κω­θοῦ­με καὶ ἂς τρέ­ξου­με κον­τά του. Δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ ἀ­φή­σου­με τὸ σπί­τι καὶ τοὺς οἰ­κεί­ους μας γιὰ νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σου­με. Ἀρ­κεῖ νὰ ἀ­φή­σου­με τὴν ἁ­μαρ­τί­α, τὴν κα­κὴ συ­νή­θει­α, τὴν ἀ­πι­στί­α. Ἂς ἀ­κο­λου­θή­σου­με λοι­πὸν καὶ ἐ­μεῖς τὸν Κύ­ρι­ο. Ἂς πλη­σι­ά­σου­με κον­τά του καὶ ἂς μὴν τοῦ ζη­τή­σου­με τί­πο­τα βι­ο­τι­κό, πα­ρὰ μό­νο τὴν ἄ­φε­ση τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν μας. Αὐ­τὴν ἂς ἐ­πι­δι­ώ­ξου­με, καὶ ζῶν­τας ἐν πί­στει καὶ ὑ­πα­κο­ή, ἂς ἐλ­πί­ζου­με στὴν κοι­νω­νί­α μὲ τὴ θε­ο­ποι­ὸ χά­ρη του.

 

                             ΚΥΡΙΑΚΗ Β’ ΛΟΥΚΑ

                                        (Λκ. 6, 31-36)

Ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στὸ πλάσμα του. Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶναι ἡ ἀνακάλυψη τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸ πλάσμα του! Γι’αὐτὸ καὶ ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι τόσο παράξενος! Τόσο διαφορετικὸς ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι καταλαβαίνουμε, ἐπιθυμοῦμε καὶ ἀγωνιζόμαστε νὰ ἀποκτήσουμε! Ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι τὸ καινούργιο μέσα στὴν παλαιότητα τοῦ κόσμου. Τοῦτο, ὅμως, τὸ καινούργιο εἶναι ἐπιθυμητὸ ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ἀνθρώπους;

Ὁ Χριστὸς ὁμιλώντας στοὺς μαθητές του τοὺς λέει: «ἐντολὴν καινὴν δίδωμι ὑμῖν͵ ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους· καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς ἵνα καὶ ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους. ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε͵ ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις». Τὸ καινούργιο εἶναι ῆ ἐντολὴ τῆς ἀγάπης. Τῆς ἀγάπης που δεν εἶναι συναισθηματισμός, ἀλλὰ θυσία καὶ δόσιμο καὶ συγχωρήση τοῦ ἄλλου. Καὶ εἶναι τόσο σημαντικὴ αὐτὴ ἡ ἀγάπη, ὥστε νὰ ἀποτελεῖ διακριτικὸ τῶν γνησίων μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ. Συνεπῶς, ὅσοι δὲν τὴν ἔχουν δὲν εἶναι μαθητές του· καὶ ἂς λένε ὅτι πιστεύουν σὲ αὐτόν, ἂς πηγαίνουν καὶ στὴν Ἐκκλησία, ἂς ἀνάβουν ὁλόκληρες δεσμίδες ἀπὸ κεριά, ἂς παρακαλοῦν τὸν Θεὸ γιὰ τὸ ἕνα καὶ γιὰ τὸ ἄλλο τους αἴτημα. Πάλι δὲν εἶναι μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, αὐτοῦ ποὺ ἀγάπησε θυσιαστικὰ τὸν κόσμο. Καὶ δὲν εἶναι διότι δὲν ἔχουν τὸ γνώρισμα ποὺ αὐτὸς ζητᾶ νὰ ἔχουν ὅσοι θέλουν νὰ ἀποτελοῦν ἕνα σῶμα μαζί του, δηλαδὴ τὴν ἀγάπη.

Μὲ βάση αὐτὸ τὸ κριτήριο ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος δίνει, ἐμεῖς εἴμαστε μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ; Γνωρίζουμε καὶ τηροῦμε τὴν καινὴ ἐντολὴ τῆς ἀγάπης; Ἀγαποῦμε, ἀνεχόμαστε, συγχωροῦμε τοὺς συνανθρώπους μας; Ἡ μήπως ἁπλῶς ἀγαπᾶμε ὅσους μᾶς ἀγαποῦν; Μήπως διατηροῦμε φιλία μόνο μὲ ὅσους φρονοῦμε ὅτι μποροὺν νὰ μᾶς προσφέρουν κάτι; Μήπως ὁ κύκλος τῶν ἀνθρώπων μὲ τοὺς ὁποίους συναναστρεφόμαστε ἀποτελεῖται μόνο ἀπὸ ὅσους μᾶς ἐπαινοῦν; Τότε ὅμως τί εἴδους Χριστιανοὶ εἴμαστε; Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς λέει «καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτοὺς ἀγαπῶσι». Ἐάν, πάλι, ἐμεῖς, ποὺ ὑποστηρίζουμε ὅτι εἴμαστε Χριστιανοί, κάνουμε τὸ καλὸ μόνο σὲ ὅσους κάνουν τὸ καλὸ σὲ ἐμᾶς, τότε τί εἴδους Χριστιανοὶ εἴμαστε; Ὁ Χριστὸς ἐπισημαίνει ξανὰ ὅτι «καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ αὐτὸ ποιοῦσι». Καὶ ἀντὶ νὰ δίνουμε χρήματα σὲ ὅσους ἔχουν ἀνάγκες, δηλαδὴ τοὺς φτωχούς, τοὺς ταλαιπωρημένους καὶ τὰ ὀρφανά, ἐμεῖς προτιμοῦμε νὰ δίνουμε τὰ λεφτά μας, ὑπὸ τύπο δανείου, μόνο σὲ ὅσους κάποια στιγμὴ θὰ μᾶς τὰ ἐπιστρέψουν, ἐνδεχομένως καὶ μὲ τόκο. Οἱ φτωχοὶ βέβαια δὲν πρόκειται νὰ δώσουν πίσω τὴ βοήθεια ποὺ τοὺς δώσαμε καὶ μάλιστα τοκισμένη. Ἔτσι ἐμεῖς δὲν τοὺς βοηθᾶμε. Εἴμαστε, ὅμως, Χριστιανοί, λέμε! Ὁ Χριστὸς πάντως ἐπιμένει ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι χαρακτηριστικὸ τῶν ἀνθρώπων ποὺ εἶναι δικοί του καὶ ζοῦν μία ἀνακαινισμένη ζωή: «καὶ γὰρ ἁμαρτωλοὶ ἁμαρτωλοῖς δανείζουσιν ἵνα ἀπολάβωσι τὰ ἴσα».

Ὁ ἀληθινὸς μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, αὐτὸς ποὺ δὲν φέρει ματαίως τὸ ὄνομα τοῦ Χριστιανοῦ, δὲν εἶναι ἄνθρωπος ἰδιοτελής. Δὲν ἀγαπάει, δὲν βοηθάει, δὲν ἀποδέχεται, δὲν συναναστρέφεται, μόνο ὅσους τὸν ἀγαποῦν, δὲν τὸν κακολογοῦν ἢ δὲν τὸν ἐπιβουλεύονται! Αὐτὸς ὁ τρόπος ζωῆς εἶναι χαρακτηριστικὸ τῶν μὴ ἀληθινῶν Χριστιανῶν. Αὐτῶν ποὺ θεωροῦν τὸν Χριστὸ ὡς κάποιον ποὺ ἁπλᾶ τοὺς συνδράμει στὴν ἐπίγεια καλοπέρασή τους! Ὁ Χριστιανός, αὐτὸς ποὺ ἀποδέχεται τὴν καινὴ ἐντολὴ τῆς ἀγάπης καὶ ζεῖ σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ καὶ ὄχι σύμφωνα μὲ τὸ δικό του, ἀγαπάει καὶ ἀνέχεται ἀκόμα καὶ ὅσους τὸν ἐχθρεύονται. Εἶναι μειλίχιος καὶ πρᾶος καὶ ταπεινὸς ἀπέναντι σὲ ὅλους˙ τοὺς ἀχαρίστους πρὸς αὐτὸν καὶ πρὸς τοὺς πονηροὺς ποὺ θέλουν νὰ τὸν ἐκμεταλλευτοῦν.

Καὶ εἶναι οἰκτίρμων, ὁ μαθητὴς τοῦ ἀγαθοῦ Χριστοῦ, διότι ἔτσι εἶναι καὶ ὁ Θεὸς πρὸς ὅλους μας. Ἐξάλλου, ἂς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι κατὰ τὸ μέτρο ποὺ κρίνουμε καὶ ἀποδεχόμαστε τοὺς ἐχθροὺς μας -διότι τοὺς φίλους μας οὕτως ἢ ἄλλως τοὺς ἀγαπᾶμε- μὲ τὸ ἴδιο μέτρο μᾶς κρίνει καὶ μᾶς ἀποδέχεται καὶ ἐμᾶς ὁ Θεός. Ἄρα, ἐὰν εἴμαστε ἐχθρικοὶ πρὸς τοὺς ἐχθρούς μας καὶ ὄχι ταπεινοὶ καὶ γεμάτοι ἀγάπη, ἔτσι θὰ εἶναι καὶ πρὸς ἐμᾶς ὁ Θεός. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἐὰν εἴμαστε συγκαταβατικοὶ καὶ ἀγαπᾶμε καὶ συγχωρᾶμε καὶ ἀγαθοποιοῦμε, θὰ μᾶς φερθεῖ καὶ ὁ Θεὸς ἀνάλογα.

Actions: E-mail | Permalink |
halkali escort halkali escort istanbul escort beylikduzu escort sirinevler escort beylikduzu escort sirinevler escort beylikduzu escort sisli escort
aydin escort bingöl escort