ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ
03

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΛΟΥΚΑ

(Λκ. 7, 11-16)

Στὸ ση­με­ρι­νὸ εὐ­αγ­γε­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα ὁ Χριστός, ὡς ὁ κύ­ρι­ος τῆς ζω­ῆς καὶ τοῦ θα­νά­του, ἐ­πι­δει­κνύ­ον­τας σπλά­χνα οἰ­κτιρ­μῶν καὶ ἄ­φα­τη φι­λαν­θρω­πί­α, ἀ­πο­δί­δει πί­σω στὴ μη­τέ­ρα του τὸν πε­θα­μέ­νο μο­νο­γε­νῆ υἱ­ό της.

Σύμ­φω­να μὲ τὸν Εὐ­αγ­γε­λι­στὴ Λου­κᾶ, ὁ Κύ­ρι­ος, ἐ­νῷ πο­ρευ­ό­ταν πρὸς τὴν πό­λη Να­ΐν, συ­ναν­τᾶ μί­α πομ­πὴ ἀν­θρώ­πων, ποὺ ἐ­ξερ­χό­ταν τῆς πύ­λης τῆς πό­λης καὶ ὁ­δη­γοῦ­σε στὴν τε­λευ­ταί­α του κα­τοι­κί­α τὸν μο­νο­γε­νῆ υἱ­ὸ μιᾶς τα­λαί­πω­ρης χή­ρας. Ἡ γυ­ναί­κα ἦ­ταν ἀ­πελ­πι­σμέ­νη καὶ θρη­νοῦ­σε γο­ε­ρῶς, ἀ­φοῦ ὁ υἱ­ός της ἦ­ταν ὅ,­τι τῆς ἀ­πέ­μει­νε καὶ τώ­ρα ἀ­ναγ­κά­ζε­ται νὰ τὸν προ­πέμ­ψει στὸν τά­φο πρό­ω­ρα. Ὁ Κύ­ρι­ος, ὁ ἀ­γα­θός, ὁ φι­λάν­θρω­πος καὶ εὔ­σπλα­χνος Θε­ός, πλη­σί­α­σε καὶ τῆς εἶ­πε· «μὴν κλαῖς». Αὐ­τὸ ἴ­σως νὰ φά­νη­κε πα­ρά­ξε­νο στὴ χή­ρα, δε­δο­μέ­νου ὅ­τι δὲν τὸν γνώ­ρι­ζε, δὲν πί­στευ­ε σὲ αὐ­τὸν καὶ βέ­βαι­α δὲν τὸν ἐ­πι­κα­λέ­στη­κε, ὥ­στε νὰ ἀ­να­μέ­νει τὴ θε­ρα­πεί­α τοῦ πό­νου της. Ὅ­μως, ὁ σπλα­χνι­κὸς Θε­ός, ὁ πα­τὴρ τῶν ὀρ­φα­νῶν καὶ προ­στά­της τῶν χη­ρῶν, συ­νέ­δρα­με τὴ γυ­ναί­κα καὶ με­τέ­στρε­ψε τὸν πό­νο της σὲ εὐ­φρο­σύ­νη.

Ἀ­φοῦ λοι­πὸν πλη­σί­α­σε ὁ Χρι­στός, ἄγ­γι­ξε τὴ σο­ρὸ καὶ δι­έ­τα­ξε τὸν νε­κρὸ νὰ ἐ­γερ­θεῖ: «νε­α­νί­σκε, σοὶ λέ­γω, ἐ­γέρ­θη­τι». Ὁ Χρι­στὸς εἶ­ναι ὁ κύ­ρι­ος τῆς ζω­ῆς καὶ τοῦ θα­νά­του, ὁ παν­το­δύ­να­μος Θε­ός, ὁ ὁ­ποῖ­ος δι­ὰ μό­νου τοῦ λό­γου του ἀ­να­σταί­νει τοὺς νε­κρούς· ὅ­πως κα­τὰ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α θέ­λει καὶ πλά­θει τὸν Ἀ­δάμ, ἔ­τσι καὶ τώ­ρα θέ­λει καὶ δύ­να­ται νὰ ζω­ο­ποι­ή­σει τὸν νε­κρὸ νε­α­νί­α. Καὶ πράγ­μα­τι, ὁ νε­κρὸς ἀ­κού­ει καὶ ὑ­πα­κού­ει στὸν δημιουργὸ Κύριο. Ἐ­γεί­ρε­ται ὁ νε­κρὸς νε­α­νί­ας καὶ ὁ­μι­λεῖ: «καὶ ἀ­νε­κά­θι­σεν ὁ νε­κρὸς καὶ ἤρ­ξα­το λα­λεῖν». Τὸ ὅ­τι δὲ ὁ νε­κρὸς νε­α­νί­ας, ἀ­φοῦ ἀ­να­κά­θι­σε, ἄρ­χι­σε νὰ ὁ­μι­λεῖ, ἀ­πο­τε­λεῖ, σύμ­φω­να μὲ τοὺς Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, δεῖγ­μα τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας τῆς ἀ­νά­στα­σής του. Μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο βε­βαι­ώ­θη­καν καὶ οἱ ὑ­πό­λοι­πες ἀ­να­στά­σεις ποὺ ἀ­να­φέ­ρον­ται στὰ Εὐ­αγ­γέλι­α, δηλαδὴ ἡ ἀ­νά­στα­ση τῆς κό­ρης τοῦ Ἰ­α­εί­ρου, αὐ­τὴ τοῦ Λα­ζά­ρου καὶ βέ­βαι­α ἡ ἀ­νά­στα­ση τοῦ ἰ­δί­ου τοῦ Κυ­ρί­ου. Οἱ ἀναστάσεις ἦταν ἀληθινές, δὲν ἦ­ταν φαν­τα­σί­α. Ἦταν ἀ­να­ζώ­ω­ση τοῦ σώ­μα­τος καὶ ἕ­νω­σή του μὲ τὴν ψυ­χή, ὁ δὲ ἀ­να­στη­θεὶς δὲν ἦ­ταν φάν­τα­σμα, ἀλ­λὰ ὁ ἴ­διος, ὁ μό­λις πρὶν νε­κρός. Ἔ­τσι γνω­ρί­ζε­ται καὶ πι­στεύ­ε­ται ἡ ἀ­νά­στα­ση ὡς πραγ­μα­τι­κὴ καὶ δὲν θεωρεῖται ὡς φαν­τα­σί­α, καὶ ταυ­τό­χρο­να πι­στο­ποι­εῖ­ται καὶ ἡ δι­κή μας κοι­νὴ ἀ­νά­στα­ση. Δὲν ἔ­χου­με δη­λα­δὴ μό­νο τὶς προ­φη­τι­κὲς δη­λώ­σεις γιὰ τὴν ἀ­νά­στα­ση τῶν νε­κρῶν, ἀλ­λὰ βλέ­που­με κι­ό­λας αὐ­τὴ τὴν ἀ­νά­στα­ση, ὡς ἁ­πτὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, στὰ ἔρ­γα τοῦ Κυ­ρί­ου.  

Πέ­ραν τού­του, οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας βλέ­πουν καὶ ἐ­πι­ση­μαί­νουν στὸ θαῦ­μα τῆς ἀ­νά­στα­σης τοῦ νε­α­νί­α καὶ κάτι ἄλλο. Ὁ Κύ­ρι­ος προ­χω­ρεῖ στὴν ἀ­νά­στα­ση τοῦ νε­α­νί­α, δι­ό­τι σπλα­χνί­ζε­ται τὴν ἀ­πελ­πι­σμέ­νη χή­ρα. Αὐ­τή, ἔ­χον­τας ἐ­πί­γνω­ση τῆς κα­τά­στα­σής της, ἔ­κλαι­ε καὶ θρη­νοῦ­σε, πρᾶγ­μα ποὺ ἕλ­κυ­σε τὴ φι­λαν­θρω­πί­α τοῦ Θε­οῦ, ὥ­στε νὰ τῆς ἀ­πο­δώ­σει πί­σω αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χα­σε. Ἑρ­μη­νεύ­ον­τας λοι­πὸν οἱ Πα­τέ­ρες τὴν εὐ­αγ­γε­λι­κὴ δι­ή­γη­ση, τὴ θε­ω­ροῦν ἀ­νά­λο­γη μὲ τὴν ψυ­χι­κὴ κα­τά­στα­ση τοῦ ἀν­θρω­πί­νου γέ­νους. Συγ­κε­κρι­μέ­να, λέ­νε ὅ­τι ἡ ἀ­νά­στα­ση τοῦ υἱ­οῦ τῆς χή­ρας ἀν­τι­στοι­χεῖ στὴ δική μας ἀ­να­καί­νι­ση. Δι­ὰ τῆς ἁ­μαρ­τί­ας ὁ ἄν­θρω­πος στε­ρή­θη­κε τῆς κοι­νω­νί­ας τοῦ Θε­οῦ καὶ ὁ νοῦς σκο­τί­στη­κε ἀ­πὸ τὰ πά­θη. Ἔ­τσι ἡ ψυ­χὴ ἀ­πώ­λε­σε πλέ­ον τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα καὶ δυ­να­τό­τη­τα νὰ σκέ­φτε­ται καὶ νὰ ἐ­νερ­γεῖ ὀρ­θὰ καὶ σύμ­φω­να μὲ τὸ ἀ­γα­θὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ. Ἀ­πὸ τὴν κα­τά­στα­ση αὐ­τὴ λυ­τρώ­νει μό­νο ἡ ἐ­πι­στρο­φὴ στὸν ἀ­γα­θὸ καὶ παν­το­δύ­να­μο Θε­ό. 

Ἔ­τσι λοι­πὸν τὸ ζη­τού­με­νο γιὰ ἐ­μᾶς τοὺς Χρι­στια­νοὺς εἶ­ναι κα­τὰ πρῶ­τον νὰ ἀντιληφθοῦμε τὰ σφάλματά μας, τὰ ὁ­ποῖ­α σκο­τί­ζουν τὸν νοῦ μας καὶ μᾶς κρατοῦν μα­κρυ­ὰ ἀπὸ τὴν ἐπίγνωση τοῦ Θε­οῦ. Ἀκολούθως νὰ με­τα­νο­ή­σου­με, νὰ λυπηθοῦμε γιὰ αὐ­τὴ τὴν κα­τά­στα­ση καὶ τέ­λος νὰ θε­λή­σου­με, ἀλλὰ καὶ νὰ ζη­τή­σου­με ἐν τα­πει­νώ­σει ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ τὴ θε­ρα­πεί­α μας, δηλαδὴ τὴ διόρθωσή μας. Τό­τε ὁ Κύ­ρι­ος θὰ μᾶς προ­σεγ­γί­σει καὶ θὰ μᾶς πα­ρη­γο­ρή­σει, μὲ ἀποτέλεσμα καὶ τὴ δική μας ἀναζώωση, τὴν ἀναγέννησή μας δηλαδὴ μέσα στοὺς κόλπους τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ, ὅπου μιμούμενοι τὴν ἀγάπη του ζοῦμε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους κατὰ τρόπο φιλάνθρωπο.

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΛΟΥΚΑ (ΣΠΟΡΕΩΣ)

(Λκ. 8, 5-15)

Στὸ ση­με­ρι­νὸ εὐ­αγ­γε­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα ἀκούσαμε τὴν παραβολὴ τοῦ σπορέως. Σπο­ρέ­ας εἶναι ὁ Χρι­στός, σπόρος ἡ διδασκαλία του γιὰ τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ γῆ ἡ δεκτικότητα τῶν ἀνθρώπων. Οἱ δὲ ἄν­θρω­ποι, ἐ­λεύ­θε­ρα, δι­α­κρί­νουν τοὺς ἑ­αυ­τούς τους σὲ τέσ­σε­ρεις κα­τη­γο­ρί­ες. Αὐ­τὲς οἱ κα­τη­γο­ρί­ες προ­κύ­πτουν ἀ­πὸ τὴ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ δε­κτι­κό­τη­τα ὡς πρὸς τὴν ἀ­πο­δο­χὴ τοῦ λό­γου τοῦ Θε­οῦ. Συγ­κε­κρι­μέ­να, στὴν πρώ­τη κα­τη­γο­ρί­α ἀνῆκουν αὐ­τοὶ ποὺ ἔ­χουν τὴν καρ­δί­α τους τό­σο σκλη­ρή, ὅ­σο σκλη­ρὴ εἶ­ναι καὶ μί­α ὁ­δός. Ἕ­νας δρό­μος χω­μά­τι­νος ὅ­ταν πα­τεῖ­ται δι­αρ­κῶς γί­νε­ται τό­σο σκλη­ρός, ὡ­σὰν νὰ εἶ­ναι στρω­μέ­νος μὲ ἄ­σφαλ­το. Καὶ στὴν ἄ­σφαλ­το δὲν βλα­στά­νει ὁ­τι­δή­πο­τε. Οἱ σπό­ροι ποὺ ρί­χνον­ται σὲ αὐ­τὴν δὲν μπο­ροῦν νὰ βλα­στή­σουν καὶ κα­τα­στρέ­φον­ται. Ἔ­τσι αὐ­τοὶ οἱ ἄν­θρω­ποι μὲ τὴ σκλη­ρὴ καρ­δί­α δὲν ἀ­πο­δέ­χον­ται τὸν λό­γο τοῦ Θε­οῦ καὶ μέ­νουν ἄ­καρ­ποι.

δεύ­τε­ρη κα­τη­γο­ρί­α ἀ­φο­ρᾶ στοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ δέ­χον­ται μὲν τὸν λό­γο τοῦ Θε­οῦ, ἑλ­κύ­ον­ται ἀ­πὸ τὶς πνευ­μα­τι­κές του δι­α­στά­σεις καὶ ἐ­πι­θυ­μοῦν νὰ ζή­σουν σύμ­φω­να μὲ αὐ­τόν. Ὅ­μως, ἡ ἀ­πο­δο­χὴ τοῦ λό­γου τοῦ Θε­οῦ δὲν γί­νε­ται μὲ τὶς σω­στὲς προ­ϋ­πο­θέ­σεις. Δὲν κα­τα­νο­οῦν οἱ ἄν­θρω­ποι αὐ­τοὶ ὅ­τι ἡ ζω­ὴ τοῦ Χρι­στια­νοῦ εἶ­ναι μί­α δύσκολη πο­ρεί­α ἀ­πὸ τὰ ἐ­φή­με­ρα ἐ­πί­γει­α στὰ μό­νι­μα ἐ­που­ρά­νι­α καὶ ἀ­πὸ τὰ δυ­σχε­ρῆ καὶ λυ­πη­ρὰ στὰ εὐ­φρό­συ­να τοῦ πα­ρα­δεί­σου. Θε­ω­ροῦν ὅ­τι ὁ χρι­στι­α­νι­σμὸς εἶ­ναι ἁπλῶς κα­λο­πέ­ρα­ση καὶ μία ἀδιάκοπη εὐ­τυ­χί­α. Στὸν πρῶ­το πει­ρα­σμό, στὴν πρώ­τη δυ­σκο­λί­α, ὅ­ταν ἡ ζω­ή τους συ­ναν­τᾶ δυ­σκο­λί­ες, ἐγ­κα­τα­λεί­πουν τὸν λό­γο τοῦ Θε­οῦ.

τρί­τη κα­τη­γο­ρί­α ἀν­τι­στοι­χεῖ στοὺς ἀν­θρώ­πους, ποὺ ζοῦν μὲ τρυ­φή, μὲ μέ­ρι­μνες πολ­λές, μέ­σα στὸν πλοῦ­το καὶ τὶς ποικίλες διασκεδάσεις. Αὐτά, ὅμως, εἶ­ναι ἀγ­κά­θια ποὺ πνί­γουν τὸν κα­λὸ σπό­ρο καὶ δὲν τοῦ ἐ­πι­τρέ­πουν νὰ ἀ­να­πτυ­χθεῖ. Καὶ ὁ λό­γος τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι ὁ κα­λὸς σπό­ρος, ποὺ φτά­νει στὶς καρ­δί­ες αὐ­τῆς τῆς κα­τη­γο­ρί­ας ἀν­θρώ­πων, ἀλ­λὰ δὲν κα­τα­φέρ­νει νὰ ρι­ζώ­σει καὶ νὰ ἀ­πο­δώ­σει καρ­ποὺς πνευ­μα­τι­κούς. Οἱ ἀ­πο­λαύ­σεις τῆς ἐ­πί­γει­ας ζω­ῆς, ὅ­ταν ἀπολυτοποιηθοῦν κα­ταν­τοῦν θη­λιὰ στὸν λαι­μὸ τῶν ἀν­θρώ­πων καὶ πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο τῶν Χρι­στια­νῶν. Ἐ­κεῖ ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε οἱ ἄν­θρω­ποι νὰ ζοῦν ὀρ­θά, πνευ­μα­τι­κά, μὲ τὸ ὄμ­μα τῆς ψυ­χῆς στραμ­μέ­νο στὴ μό­νι­μή τους πα­τρί­δα, τὴ βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ, πα­ρα­σύ­ρον­ται ἀ­πὸ τὶς εὔ­κο­λες ἐ­πί­γει­ες ἡ­δο­νὲς καὶ ξε­χνοῦν τὸν Θε­ό. Ὅ­ταν, ὅ­μως, οἱ ἄν­θρω­ποι ξε­χά­σουν τὸν Θε­ὸ καὶ κλεί­σουν τὴν καρ­δί­α τους στὸν λό­γο του τό­τε μέ­νουν ἄ­καρ­ποι, δί­χως τὴ ζω­ὴ τοῦ Χρι­στοῦ μέ­σα τους. Αὐ­τό, ὅ­μως, εἶ­ναι τρα­γι­κὸ γιὰ τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ εἶ­ναι Χρι­στια­νοί, καὶ οἱ ὁ­ποῖ­οι τρά­φη­καν μὲ τὸ σῶ­μα καὶ τὸ αἷ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου.

τέ­ταρ­τη κα­τη­γο­ρί­α ἀ­φο­ρᾶ στοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ δι­α­τη­ροῦν ἀ­νοι­κτὴ τὴν καρ­δί­α τους στὴ σπο­ρὰ τοῦ λό­γου τοῦ Θε­οῦ. Τὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ στὴν προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση εἶ­ναι ὅ­τι αὐ­τοὶ οἱ ἄν­θρω­ποι οὐ­δό­λως δι­α­φέ­ρουν ἀ­πὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους τῶν ἄλ­λων κα­τη­γο­ρι­ῶν. Δι­α­φο­ρο­ποι­οῦν­ται μό­νο στὸ ὅ­τι θέ­λουν, ἐ­πι­θυ­μοῦν καὶ ἀ­γω­νί­ζον­ται στὴν τή­ρη­ση τοῦ λό­γου τοῦ Θε­οῦ. Τοῦ λό­γου τοῦ Θε­οῦ ποὺ δὲν δί­νε­ται πάν­τως μό­νο σὲ αὐ­τούς, ἀλ­λὰ σὲ ὅ­λους. Αὐ­τοί, ὅ­μως, θέ­λουν νὰ τὸν τη­ρή­σουν. Μπο­ρεῖ νὰ πέ­φτουν σὲ σφάλ­μα­τα καὶ μπο­ρεῖ νὰ ἀστοχοῦν σὲ πολλά, ὅ­πως ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι ἄλλωστε, ἀλ­λὰ ἐ­πι­δει­κνύ­ουν ἐ­πι­μο­νὴ καὶ ὑ­πο­μο­νὴ σὲ αὐ­τὸ ποὺ θέ­λουν. Δὲν βλέ­πουν τὸν χρι­στι­α­νι­σμὸ ἐ­πι­φα­νει­α­κά, ἀλ­λὰ οὐ­σι­α­στι­κά. Ἡ καρ­δί­α τους βρί­σκε­ται στραμ­μέ­νη στὸν λό­γο τοῦ Θε­οῦ καὶ ὄ­χι στὴν ἀπολυτοποίηση τῆς καλοπέρασης. Γι᾽ αὐ­τὸ καὶ ἐν τέ­λει, ἀ­γω­νι­ζό­με­νοι, καρ­πο­φο­ροῦν πνευ­μα­τι­κά. Τοῦ­το ἀ­κρι­βῶς ἐ­πι­ση­μαί­νει καὶ ὁ Χρι­στός «τὸ δὲ ἐν τῇ κα­λῇ γῇ, οὗ­τοί εἰ­σιν οἵ­τι­νες ἐν καρ­δί­ᾳ κα­λῇ καὶ ἀ­γα­θῇ ἀ­κού­σαν­τες τὸν λό­γον κα­τέ­χου­σι καὶ καρ­πο­φο­ροῦσιν ἐν ὑ­πο­μο­νῇ».

Συ­νε­πῶς, γιὰ νὰ μπο­ρέ­σου­με καὶ ἐ­μεῖς νὰ καρ­πο­φο­ρή­σου­με πρέ­πει νὰ ἀ­πο­κτή­σου­με δε­κτι­κό­τη­τα. Νὰ ἀ­νοί­ξου­με τὴν καρ­δί­α μας στὸ εὐ­αγ­γέ­λι­ο τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ. Καὶ ἀ­φοῦ τὴν ἀ­νοί­ξου­με καὶ δε­χθοῦ­με τὸν σπό­ρο τοῦ λό­γου τοῦ Θε­οῦ, νὰ μὴν ἐ­πι­τρέ­ψου­με σὲ πράγ­μα­τα ἐ­φή­με­ρα νὰ μᾶς ἀ­πο­σπά­σουν ἀ­πὸ τὴν τή­ρη­σή του. Δί­χως ἄλ­λο ἡ τή­ρη­σή του δὲν θὰ εἶ­ναι τό­σο εὔ­κο­λη, ὅ­σο ἐν­δε­χο­μέ­νως εἶ­ναι ἡ ἀ­πατηλὴ εὐδαιμονία τῆς καθημερινότητας. Ἐ­δῶ χρει­ά­ζε­ται ὑ­πο­μο­νὴ καὶ ἐ­πι­μο­νή. Ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς κά­θε πράγ­μα ποὺ ἀ­ξί­ζει. Δι­ό­τι τὸ εὔ­κο­λο ἔ­χει λί­γη καὶ μὴ στα­θε­ρὴ ἀ­ξί­α. Ὁ Χρι­στός, ὅ­μως, καὶ οἱ ἐ­παγ­γε­λί­ες του ἀ­φο­ροῦν στὴ μο­νι­μό­τη­τα τῆς βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ.

Μὲ τὴν παραβολὴ τοῦ σπορέως συμπίπτει καὶ ἡ ἔναρξη τῆς νέας κατηχητικῆς χρονιᾶς.

Χρέος καὶ διακονία τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι νὰ προσφέρει τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ καθῆκον δικό μας εἶναι νὰ καθαρίζουμε τὶς καρδιές μας, ὥστε νὰ τὸν ὑποδεχθοῦν ὡς πολύτιμο θησαυρό. Σὲ αὐτὴ τὴν προσπάθεια, ζητᾶμε τὴ συνδρομὴ ὅλων σας: Οἱ γονεῖς, οἱ γιαγιάδες καὶ οἱ παπποῦδες συνδέστε τὰ παιδιά σας μὲ τὴν ἐνορία, μὲ τὸ νὰ ἐκκλησιάζεστε κάθε Κυριακὴ καὶ μεγάλη ἑορτὴ μαζί τους καὶ προτρέψατέ τα νὰ συμμετέχουν στὶς κατηχητικὲς συνάξεις. Οἱ δάσκαλοι, οἱ καθηγητὲς καὶ οἱ διευθυντὲς τῶν Σχολείων μας, συνεργασθεῖτε μὲ τὸν ἐπίσκοπο καὶ τοὺς ἱερεῖς καὶ ἀναπτύξατε τὸν σύνδεσμο τῶν Σχολείων μὲ τὶς ἐνορίες σας. Οἱ λαϊκοὶ κατηχητὲς καὶ οἱ κατηχήτριες, ἀγαπήσατε τὸ ἔργο ποὺ σᾶς ἀνατέθηκε καὶ θεωρήσατε τὴ διακονία σας αὐτὴ ὡς ἔργο τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ, μέσα στὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.  

Ἂς εὐχόμαστε, ὥστε ὁ σπόρος τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ποὺ διὰ τῆς κατηχήσεως σπείρεται στὸν κόσμο, νὰ καρποφορήσει καὶ νὰ μᾶς ὁδηγήσει ὅλους στὴ χαρὰ καὶ τὴ δόξα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Καλὴ χρονιὰ καὶ εὐλογημένη!


 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΣΤ΄ ΛΟΥΚΑ

(Λκ. 8, 26-39)

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μᾶς διδάσκουν ὅτι ἂν καὶ οἱ ἐ­πι­βου­λὲς τῶν δαι­μό­νων κα­τὰ τῶν ἀν­θρώ­πων εἶ­ναι πολ­λές, ὅ­μως, ἡ βο­ή­θει­α τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι ἰσχυρότερη τῆς κα­κό­τη­τάς τους καὶ ἔτσι ἀ­ναι­ρεῖ τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τοῦ μί­σους τους.

Πράγματι, τὸ μῖ­σος τῶν δαι­μό­νων τα­λαι­πω­ρεῖ τοὺς ἀν­θρώ­πους ἤ­δη ἀ­πὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δημιουργίας. Ἀφ᾽ ὅ­του ὁ Σα­τα­νᾶς, ἑ­κου­σί­ως καὶ ἐ­λεύ­θε­ρα ἀ­πο­στά­τη­σε ἀ­πὸ τὸν Θε­ό, δι­α­κα­τέ­χε­ται πρω­τί­στως ἀ­πὸ μῖ­σος γιὰ τὸν Δη­μι­ουρ­γό του. Ἐ­πει­δή, ὅ­μως, ἀ­δυ­να­τεῖ γιὰ μί­α κα­τὰ μέ­τω­πο πο­λε­μι­κὴ ἐ­ναν­τί­ον τοῦ Θε­οῦ, με­θο­δεύ­ει ἀλ­λι­ῶς τὸν ἀ­γῶνα του καὶ ἐ­πι­ζη­τεῖ νὰ πλήξει τὸν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ταυ­τό­χρο­να, προ­σπα­θεῖ νὰ ἀ­μαυ­ρώ­σει τὴν τι­μὴ καὶ τὴν ὑ­πό­λη­ψη τοῦ Θεοῦ στὰ μά­τια τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀρ­χῆς γε­νο­μέ­νης ἀ­πὸ τὴν κα­κό­βου­λη συμ­βου­λὴ πρὸς τοὺς πρω­το­πλά­στους, τοὺς ὁ­ποί­ους οὐ­σι­α­στι­κὰ νου­θέ­τη­σε νὰ ἀν­τι­τα­χθοῦν στὸν Θε­ό.

Ἀ­κο­λού­θως, τὴν πα­ρα­κο­ὴ τῶν ἀν­θρώ­πων στὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, δι­α­δέ­χθη­κε ἡ εἰ­δω­λο­λα­τρί­α, ὅ­που ἀν­τὶ νὰ λα­τρεύ­ε­ται ὁ Θε­ὸς ὡς Θε­ός, προ­σκυ­νοῦν­ταν καὶ λα­τρευ­όν­του­σαν τὰ κτί­σμα­τα. Αὐ­τὴ ἦ­ταν ὄν­τως νί­κη τοῦ ἀν­τί­θε­ου δαί­μο­να, ὅ­που μέ­σα ἀ­πὸ τὴ λα­τρεί­α τῶν πά­σης φύ­σε­ως εἰ­δώ­λων, προ­σκυ­νεῖ­το ὁ ἴ­διος ἀ­πὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους ὡς θε­ός.

Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν ἐπίδραση, ὁ δαί­μο­νας, γιὰ δι­ά­φο­ρους λό­γους, εἰ­σέρχεται στὸν ἄν­θρω­πο, τα­λαι­πω­ρῶν­τας τον ἀφάνταστα καὶ ἐ­ξευ­τε­λί­ζον­τάς τον. Τοῦ­το ἀ­κρι­βῶς εἶ­ναι ποὺ πε­ρι­γρά­φε­ται καὶ στὴ ση­με­ρι­νὴ εὐ­αγ­γε­λι­κὴ πε­ρι­κο­πή. 

Εἰ­σερ­χό­με­νος ὁ Χρι­στός «εἰς τὴν χώ­ραν τῶν Γα­δα­ρη­νῶν», ἔρ­χε­ται πρό­σω­πο μὲ πρό­σω­πο μὲ ἕ­να τα­λαί­πω­ρο δαι­μο­νι­σμέ­νο. Ὁ ἄν­δρας, ὁ ὁ­ποῖ­ος γιὰ πολ­λὰ χρό­νι­α ἀ­πο­τε­λοῦ­σε κα­τοι­κη­τή­ρι­ο δαι­μό­νων, βρι­σκό­ταν σὲ μί­α ἄ­θλι­α κα­τά­στα­ση, πα­ρά­λο­γος καὶ ἔ­ξω φρε­νῶν: «ἱ­μά­τι­ον οὐκ ἐ­νε­δι­δύ­σκε­το», γρά­φει ὁ εὐ­αγ­γε­λι­στὴς Λου­κᾶς, «καὶ ἐν οἰ­κί­ᾳ οὐκ ἔ­με­νεν, ἀλλ᾽ ἐν τοῖς μνή­μα­σιν». Ζοῦ­σε δηλαδὴ γυμνός, μα­κρι­ὰ ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους καὶ μέ­σα στὰ μνή­μα­τα, ἴ­διος μὲ ζων­τα­νὸ νε­κρό. Ἡ ἐ­πή­ρει­α τῶν δαι­μό­νων ἦ­ταν τέ­τοια ποὺ ὁ βα­σα­νι­σμέ­νος αὐτὸς ἄν­θρω­πος πε­ρι­φε­ρό­ταν ἀ­πὸ τὴν πό­λη στὴν ἔ­ρη­μο καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ στὰ μνή­μα­τα. Ἔ­σπα­γε ἀ­κό­μα καὶ τὶς ἁ­λυ­σί­δες μὲ τὶς ὁ­ποῖ­ες τὸν ἔ­δε­ναν, ἀ­πο­δει­κνύ­ον­τας τὸν ἑ­αυ­τό του ἰ­δι­αί­τε­ρα ἐ­πι­κίν­δυ­νο γιὰ τοὺς ὑ­πό­λοι­πους ἀν­θρώ­πους. Τέ­τοιου με­γέ­θους ἦ­ταν ἡ συμ­φο­ρά του, ἀλ­λὰ καὶ τό­σο με­γά­λη ἡ ἀ­πό­δει­ξη τῆς ἀ­παν­θρω­πί­ας τοῦ ἀρ­χέ­κα­κου ἐ­χθροῦ τοῦ ἀν­θρώ­που.

Κα­τα­νο­ῶν­τας ὁ δαί­μο­νας, κα­τὰ σο­φὴ οἰ­κο­νο­μί­α Θε­οῦ, ποιὸν εἶ­χε μπρο­στά του, τα­ράσ­σε­ται καὶ δι­α­μαρ­τύ­ρε­ται καὶ τρέ­μει γιὰ τὴν ἐ­πι­κεί­με­νη τι­μω­ρί­α: «τί ἐ­μοὶ καὶ σοί, Ἰ­η­σοῦ, υἱ­ὲ τοῦ Θε­οῦ τοῦ ὑ­ψί­στου;», λέ­ει μὲ δυ­να­τὴ φω­νή, «δέ­ο­μαί σου, μὴ μὲ βα­σα­νί­σῃς». Στὴν ἐ­ρώ­τη­ση τοῦ Χρι­στοῦ γιὰ τὸ ὄ­νο­μά του ἀ­ναγ­κά­ζε­ται νὰ ἀ­παν­τή­σει καὶ νὰ ὁ­μο­λο­γή­σει τὸν ἀ­ριθ­μὸ τῶν δαι­μό­νων ποὺ βρί­σκον­ταν μέ­σα στὸν δυ­στυ­χι­σμέ­νο ἄν­θρω­πο. Ἡ λε­γε­ώ­να τῶν δαι­μό­νων δει­λι­ά­ζον­τας, δέ­ε­ται νὰ μὴ βα­σα­νι­σθεῖ καὶ προ­κρί­νει, ἀν­τὶ τῆς ἀ­βύσ­σου, δη­λα­δὴ τῆς ἑ­τοι­μα­σμέ­νης γιὰ αὐτοὺς τι­μω­ρί­ας, τὴν εἴ­σο­δο στὴν ἀ­γέ­λη τῶν χοί­ρων.

Ἡ ἐν λό­γῳ πα­ρά­κλη­ση τῶν δαι­μό­νων, δη­λα­δὴ νὰ τοὺς ἐ­πι­τρέ­ψει ὁ Χρι­στὸς τὴν εἴ­σο­δό τους στὴν ἀ­γέ­λη τῶν χοί­ρων, ἀ­πο­δει­κνύ­ει τὴν ἀ­δυ­να­μί­α τους. Πα­ράλ­λη­λα, ἐκ τοῦ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τος, τὸ ὅ­τι δη­λα­δὴ εἰ­σῆλ­θαν στοὺς χοί­ρους καὶ ἀ­μέ­σως τοὺς ἔ­ρι­ξαν ἀ­πὸ τὸν κρη­μνὸ στὴ λί­μνη καὶ τοὺς ἀ­πέ­πνι­ξαν, δει­κνύ­ει καὶ τὴν κα­κό­τη­τά τους, ἀ­φοῦ δὲν φεί­δον­ται οὐ­δε­νὸς προ­σώ­που ἢ πράγ­μα­τος, τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας τοῦ Θε­οῦ. Τί­πο­τα ἀ­πὸ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α δὲν θὰ ὑ­φί­στα­το ἐ­ὰν ὁ δαί­μο­νας εἶ­χε τὴν ἀ­πό­λυ­τη ἐ­λευ­θε­ρί­α καὶ τὴ δύ­να­μη νὰ ἐ­νερ­γεῖ ὅ­πως ἤ­θε­λε.

Μὲ τὴν Ἐ­ναν­θρώ­πη­ση τοῦ Χρι­στοῦ, ὅμως, ἄρ­χε­ται ἡ κα­τά­πτω­ση τῆς ἐ­ξου­σί­ας τοῦ Σα­τα­νᾶ. Ἡ κα­κό­τη­τα, ἡ ἀ­παν­θρω­πί­α καὶ ἡ ἔ­χθρα τῶν δαι­μό­νων, ἀ­ναι­ροῦν­ται ἀ­πὸ τὴν ἀ­κα­τα­γώ­νι­στη ἰ­σχὺ τοῦ Κυ­ρί­ου, τὴν ἀ­γα­θό­τη­τα, τὴ φι­λαν­θρω­πί­α, τὴν κη­δε­μο­νί­α καὶ τὴν πρό­νοι­ά του. Ἡ ἔ­λευ­ση τοῦ ἀ­γα­θοῦ, ἀλ­λὰ καὶ παν­το­δύ­να­μου Θε­οῦ, ἀ­να­πλά­θει τὸ πλά­σμα του, ἐκ­μη­δε­νί­ζον­τας τὸν δαί­μο­να. Στὴν προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, ὁ πρώ­ην δαι­μο­νι­σμέ­νος ἀ­πὸ ἀ­κοι­νώ­νη­τος, ἐ­χθρι­κὸς καὶ ἄ­γρι­ος ὑ­φί­στα­ται τὴν ἀ­νά­πλα­ση ἀ­πὸ τὸν Χρι­στό. Τώ­ρα, ἐν­δε­δυ­μέ­νος καὶ σώ­φρων, βρί­σκε­ται σὲ κοι­νω­νί­α μὲ τὸν Χρι­στὸ καὶ τοὺς ὑ­πό­λοι­πους ἀν­θρώ­πους.

Ἔτσι καὶ ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ μποροῦμε νὰ παραμείνουμε ἀλώβητοι ἀπὸ τὶς ἐπιβουλὲς τῶν δαιμόνων, ὅταν ζοῦμε κοντὰ στὸν Χριστό. Τὸ νὰ μένουμε κοντὰ στὸν Χριστὸ σημαίνει νὰ ἀγωνιζόμαστε στὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν του καὶ νὰ προσπαθοῦμε νὰ ζοῦμε μὲ ταπείνωση, δεικνύοντας πρὸς τοὺς ἄλλους ἐλεημοσύνη, ὑπομονὴ καὶ φιλανθρωπία. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ μᾶς σκεπάζει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν μᾶς βλάπτουν οὔτε μᾶς ἐνοχλοῦν οἱ ἐπιβολὲς τῶν δαιμόνων.

 

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΛΟΥΚΑ

(Λκ. 8, 41-56)

Σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ἡ ζω­ὴ τοῦ χρι­στια­νοῦ ἀποτελεῖ πρᾶγ­μα πα­ρά­δο­ξο: «Χρι­στῷ συ­νε­σταύ­ρω­μαι», γράφει, «ζῶ δὲ οὐ­κέ­τι ἐ­γώ, ζῇ δὲ ἐν ἐ­μοὶ Χρι­στός». Χαρακτηριστικὸ τοῦ χριστιανοῦ εἶναι ἡ διὰ τοῦ βαπτίσματος πνευματικὴ γέννηση. Χαρακτηριστικὸ αὐτῆς τῆς γέννησης εἶναι τὸ νὰ ζεῖ κανεὶς μὲ ἀγάπη καὶ ταπείνωση.

Αὐ­τὸ ἀκριβῶς διαπιστώνουμε καὶ στὸ ση­με­ρι­νὸ εὐ­αγ­γε­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα. Ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στός, ὁ ὁ­ποῖ­ος, κα­θὸ νέ­ος Ἀ­δὰμ καὶ πρό­τυ­πο καὶ πα­ρά­δειγ­μα τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας, προ­σφέ­ρει καὶ τὸ μέ­τρο ποὺ ὀ­φεί­λου­με νὰ τη­ροῦ­με, ὥ­στε νὰ δι­και­ο­λο­γεῖ­ται καὶ ἡ προ­σω­νυ­μί­α τοῦ χρι­στια­νοῦ στὸ πρό­σω­πό μας. Ὁ Χρι­στός, με­τὰ τὸ θαῦ­μα τῆς θε­ρα­πεί­ας τοῦ δαι­μο­νι­σμέ­νου στὴ χώ­ρα τῶν Γα­δα­ρη­νῶν, πο­ρευ­ό­ταν στὸ σπί­τι τοῦ ἀρ­χι­συ­νά­γω­γου Ἰ­ά­ει­ρου, ὥ­στε νὰ θε­ρα­πεύ­σει τὴ δω­δε­κά­χρο­νη ἑ­τοι­μο­θά­να­τη θυ­γα­τέ­ρα του. Ἐ­νῷ βρι­σκό­ταν καθ᾽ ὁ­δὸν ἀ­κο­λου­θού­με­νος ἀ­πὸ πλή­θη ἀν­θρώ­πων, τὰ ὁ­ποῖ­α «συ­νέ­πνι­γον αὐ­τόν», κά­ποια γυ­ναί­κα, ἡ ὁ­ποί­α ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πὸ αἱ­μορ­ρα­γί­α γιὰ δώ­δε­κα χρό­νι­α, κα­τά­φε­ρε νὰ τὸν πλη­σι­ά­σει καὶ δι­α­κρι­τι­κὰ νὰ ἀγ­γί­ξει τὴν ἄ­κρη τῶν ἐν­δυ­μά­των του. Ἡ γυ­νὴ βέ­βαι­α θε­ρα­πεύ­τη­κε: «καὶ πα­ρα­χρῆ­μα ἔ­στη ἡ ρύ­σις τοῦ αἵ­μα­τος αὐ­τῆς», ὅ­μως, ἡ ἐ­νέρ­γει­ά της δὲν δι­έ­λα­θε τῆς προ­σο­χῆς τοῦ Κυ­ρί­ου, ὁ ὁ­ποῖ­ος ρώ­τη­σε ποιὸς τὸν εἶ­χε ἀγ­γί­ξει.

Τὸ ἐ­ρώ­τη­μα τοῦ Χρι­στοῦ ξε­νί­ζει κά­πως. Ἀ­φοῦ αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ πάν­των Κύ­ρι­ος, γνώ­στης ἀ­κό­μα καὶ τῶν μύ­χι­ων λο­γι­σμῶν τῶν πλα­σμά­των του, για­τί κά­νει αὐ­τὴ τὴν ἐ­ρώ­τη­ση; Ἕ­νας λό­γος ἦ­ταν γιὰ νὰ πυ­ρο­δο­τή­σει τὴν ὁ­μο­λο­γί­α τῆς πί­στης τῆς γυ­ναί­κας πρὸς τὸ πρόσωπό του. Προ­φα­νῶς, ὅ­μως, καὶ δι­ό­τι ἤ­θε­λε νὰ δι­δά­ξει καὶ νὰ πα­ρα­δειγ­μα­τί­σει ὅ­λους τοὺς ὑ­πό­λοι­πους. Καὶ ὁ συγ­κε­κρι­μέ­νος πα­ρα­δειγ­μα­τι­σμὸς θὰ προ­έ­κυ­πτε ἀ­πὸ τὴ δι­κή του τα­πεί­νω­ση. Με­τὰ τὴν ἐ­ρώ­τη­ση, καὶ ἀ­φοῦ κα­νέ­νας δὲν πα­ρα­δε­χό­ταν ὅ­τι τὸν ἄγ­γι­ξε, ὁ Πέ­τρος «καὶ οἱ σὺν αὐ­τῷ», μὲ πολ­λὴ ὁρ­μη­τι­κό­τη­τα καὶ κα­θό­λου δι­ά­κρι­ση, τοῦ εἶ­παν: «ἐ­πι­στά­τα, οἱ ὄ­χλοι συ­νέ­χου­σί σε καὶ ἀ­πο­θλί­βου­σι, καὶ λέ­γεις τίς ὁ ἁ­ψά­με­νός μου;». Μὲ ἄλ­λα λό­γι­α, τοῦ ἐ­πι­σή­μα­ναν τὸ ἄ­το­πο τῆς ἐ­ρώ­τη­σής του: «τό­σος κό­σμος σὲ πε­ρι­βάλ­λει ἀ­σφυ­κτι­κὰ καὶ ὁ ἕ­νας σπρώ­χνει τὸν ἄλ­λο καὶ σὲ πι­έ­ζουν καὶ σὲ ἀγ­γί­ζουν ἀ­πὸ παν­τοῦ καὶ ἐ­σὺ ρω­τᾶς ποιὸς σὲ ἄγ­γι­ξε; Λί­γο πα­ρά­ξε­νο τὸ ἐ­ρώ­τη­μά σου!».

Ὄν­τως πα­ρά­ξε­νο -ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως- τὸ ἐ­ρώ­τη­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Πα­ρό­λα αὐ­τά, ὅ­μως, ἦ­ταν ὁ δι­δά­σκα­λος τῶν δώ­δε­κα. Ἦ­ταν δη­λα­δὴ ἕ­να πρό­σω­πο ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε -του­λά­χι­στον οἱ ἴ­διοι οἱ μα­θη­τές του- νὰ τὸ βλέ­πουν μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρο σε­βα­σμὸ καὶ νὰ σι­ω­ποῦν, ἀ­φή­νον­τας ἀ­σχο­λί­α­στες τὶς ἐ­νέρ­γει­ες καὶ τοὺς λό­γους του. Ὅ­μως, δὲν τὸ ἔ­κα­ναν. Ἔ­δει­ξαν ὁρ­μη­τι­κό­τη­τα καί, κα­τὰ κά­ποιο τρό­πο, ἀ­σέ­βει­α στὸ πρό­σω­πο τοῦ δι­δα­σκά­λου τους. Πῶς, ὅ­μως, ὁ Κύ­ρι­ος ἀν­τέ­δρα­σε; Τοὺς ἐπιτίμησε; Τοὺς θύ­μω­σε; Πλη­γώ­θη­κε ὁ ἴ­διος; Δυ­σα­να­σχέ­τη­σε; Τὸ πῆ­ρε κα­τά­καρ­δα, θε­ω­ρών­τας ὅ­τι οἱ μα­θη­τὲς δὲν τὸν σέ­βον­ται; Κά­θε ἄλ­λο! Χω­ρὶς ἀλ­λα­γὴ τοῦ ἐ­σω­τε­ρι­κοῦ του κό­σμου καὶ χω­ρὶς ἀ­να­στά­τω­ση, ἁ­πλὰ τοὺς δι­ευ­κρί­νι­σε τί ἐν­νο­οῦ­σε.

Αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς εἶ­ναι ἡ τα­πεί­νω­ση. Τὸ νὰ μὴν με­τρᾶ κα­νεὶς τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ νὰ δέ­χε­ται καὶ ἀρ­νη­τι­κὰ σχό­λι­α καὶ χα­ρα­κτη­ρι­σμούς, ἀλ­λὰ καὶ ἀμ­φι­σβη­τή­σεις τῆς γνώσης καὶ τῶν ἀποφάσεών του καὶ κρι­τι­κὴ τῆς στά­σης του καὶ πα­ρό­λα αὐ­τὰ νὰ μὴν ἀν­τι­δρᾶ, νὰ μὴν βρί­ζει καὶ νὰ μὴν δυ­σα­να­σχε­τεῖ, θε­ω­ρών­τας ὅ­τι τὸν ἐ­ξευ­τε­λί­ζουν.

Δυ­στυ­χῶς ἡ ση­με­ρι­νὴ ἐ­πο­χὴ δι­α­κρί­νε­ται ἀ­κρι­βῶς γιὰ τὸ ἀν­τί­θε­το. Οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν ση­κώ­νουν μύ­γα στὸ σπα­θί τους, δὲν δέ­χον­ται κου­βέν­τα ἀ­πὸ κα­νέ­να, δὲν ἀ­νέ­χον­ται ἔστω καὶ καλόπιστη κρι­τι­κὴ σὲ ὅ,­τι κά­νουν καὶ λέ­νε. Ἡ προ­βο­λὴ τοῦ ἑ­αυ­τοῦ καὶ ἡ ἀ­νά­δει­ξη τοῦ προ­σω­πι­κοῦ ἀ­λά­θη­του ἔ­χουν κα­θι­ε­ρω­θεῖ ὡς τὰ ἰ­δε­ώ­δη τῆς ἐ­πο­χῆς. Ὁ κά­θε ἕ­νας εἶ­ναι μι­κρὸς ἀ­λάν­θα­στος θε­ὸς καὶ ἀλλοίμονο σὲ αὐ­τὸν ποὺ θὰ τὸν ἐ­λέγ­ξει! Καὶ ἔ­τσι πο­ρεύονται οἱ ἄνθρωποι στὴ ζω­ή τους, μὲ ἐ­γω­ϊσμὸ καὶ αὐ­τάρ­κει­α, χω­ρὶς νὰ θεωροῦν ὅτι χρειάζονται τὴ συμ­βου­λὴ ἢ τὴν καθοδήγηση κάποιων ἄλλων.

Ἡ ζωὴ τοῦ χριστιανοῦ ὅμως δὲν πρέπει νὰ εἶναι τέτοια. Ἂς προσπαθήσουμε λοιπὸν ὡς χριστιανοὶ ποὺ εἴμαστε νὰ ἐπιλέξουμε τὴ θεάρεστη ταπείνωση. Νὰ ζήσουμε δηλαδὴ ὅπως ἁρμόζει στοὺς πιστοὺς ἀνθρώπους, μιμούμενοι τὸν δεσπότη Χριστό, τὸν ταπεινό, τὸν φιλάνθρωπο καὶ ἐλεήμονα.

Actions: E-mail | Permalink |
halkali escort halkali escort istanbul escort beylikduzu escort sirinevler escort beylikduzu escort sirinevler escort beylikduzu escort sisli escort
aydin escort bingöl escort