ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ
31

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΛΟΥΚΑ

(Λκ. 16, 19-31)

Ἡ δι­ή­γη­ση τοῦ πλού­σι­ου καὶ τοῦ φτω­χοῦ Λαζά­ρου χα­ρα­κτη­ρί­ζει καὶ ὑ­πο­γραμ­μί­ζει ὅλη τὴν οὐσία τῆς δι­δα­σκα­λί­ας τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ τὴν ἀ­γά­πη καὶ τὴν εὐ­σπλα­χνί­α πρὸς τὸν πλη­σί­ον. Αὐτὰ τὰ χαρακτηριστικὰ ἀποτελοῦν τὸ δι­α­χρο­νι­κὸ μή­νυ­μα τῆς φανέρωσης τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο, τὸ ὁποῖο δόθηκε κατ’ ἀρχὰς δι­ὰ τῶν δι­καί­ων καὶ τῶν προ­φη­τῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, καὶ ἔπειτα διὰ τοῦ ἔργου καὶ τοῦ παραδείγματος τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Λόγου.

Ἀρ­χί­ζον­τας τὴν πα­ρα­βο­λὴ ὁ Χριστὸς καὶ ἀναφέροντας τὸ ὄνομα τοῦ φτωχοῦ καὶ δυστυχῆ ἀνθρώπου, δηλαδὴ τὸ Λάζαρος, μᾶς δί­νει νὰ κα­τα­λά­βου­με ὅ­τι ἡ δι­ή­γη­ση ἀν­τι­στοι­χεῖ σὲ πρό­σω­πα ποὺ γνώ­ρι­ζαν οἱ ἀ­κρο­α­τές του. Ἀντίστοιχα καὶ ἡ ἀ­πο­σι­ώ­πη­ση τοῦ ὀ­νό­μα­τος τοῦ πλού­σι­ου καταδεικνύει τὴν ἀ­πα­ρέ­σκει­α τοῦ Κυ­ρί­ου γιὰ τὸν ἀφιλάνθρωπο καὶ ἄ­σπλαγ­χνο πλού­σι­ο, καὶ κατ’ ἐπέκταση γιὰ κά­θε πλού­σι­ο ποὺ ἐ­πι­δει­κνύ­ει τὴν ἴ­δια ἄ­σπλαγ­χνη καὶ ἀ­φιλάνθρωπη συμ­πε­ρι­φο­ρὰ πρὸς ὅλους ὅσοι ἔχουν ἀνάγκη βοήθειας. Γι᾿ αὐ­τὸ ὁ Ἰ­η­σοῦς πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται νὰ πεῖ: «ἄν­θρω­πος δὲ τὶς ἦν πλού­σι­ος».

Ἀ­κο­λού­θως περιγράφεται ἀ­πὸ τὴ μί­α πλευ­ρὰ ἡ ἄ­λο­γη δι­α­χεί­ρι­ση τοῦ πλού­του ἀ­πὸ τὸν πλού­σι­ο ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ ὅ­λα τὰ κα­κά, δηλαδὴ τὴ μα­ται­ο­δο­ξί­α, τὴν κε­νο­δο­ξί­α, τὴν ἐ­πι­δει­ξι­ο­μα­νί­α καὶ βέβαια τὸ χει­ρό­τε­ρο ὅ­λων, τὴν ἀ­σπλα­χνί­α καὶ σκλη­ρο­καρ­δί­α ἀ­πέ­ναν­τι στὸν φτω­χὸ Λά­ζα­ρο. Ὁ Λάζαρος ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη παρουσιάζεται νὰ βρίσκεται σὲ μία ἄ­θλι­α κα­τά­στα­ση, ἀ­φοῦ προ­σπα­θεῖ νὰ χορ­τά­σει ἀ­πὸ τὰ ψί­χου­λα ποὺ ἔ­πε­φταν ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι τοῦ πλούσιου. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴ βασανιστικὴ πεῖ­να, τὸν τα­λαι­πω­ροῦ­σε καὶ μί­α βα­ρι­ὰ ἀρ­ρώ­στια ποὺ τοῦ προ­κα­λοῦ­σε πλη­γὲς καὶ ἀ­βά­στα­χτους πό­νους. Ἔπειτα, τὸ γεγονὸς τῆς ἀπόλυτης μοναξιᾶς τοῦ φτωχοῦ, ὅπου κανεὶς δὲν ἦταν δίπλα του νὰ τὸν νοιαστεῖ καὶ νὰ τὸν ἀνακουφίσει, καθὼς καὶ τὸ ὅτι τὰ σκυ­λιὰ τὸν πλησίαζαν καὶ ἔ­γλυ­φαν τὶς πλη­γές του, ὁ­λο­κλη­ρώνει τὸ ὅ­λο σκη­νι­κό. Ἡ θλίψη του ὅ­μως ἀ­πὸ τὸν παραγκωνισμὸ ποὺ βίωνε καὶ τὴν ἐγ­κα­τά­λει­ψη ἐκ μέρους τῶν ἀν­θρώ­πων ἦταν ἀπείρως βαρύτερη ἀπὸ τοὺς σωματικοὺς πόνους καὶ τὴν ἐν γένει ἐξαθλίωση. Κα­νεὶς δὲν ἦ­ταν δί­πλα του, κα­νεὶς δὲν τὸν λυ­πή­θη­κε γιὰ τὴν κα­τά­στα­σή του, κανεὶς δὲν νοιάστηκε νὰ τὸν ἀναπαύσει, κανεὶς δὲν φιλοτιμήθηκε νὰ περιποιηθεῖ τὶς πληγές του, κανεὶς δὲν τὸν ἀντιμετώπισε ὡς συνάνθρωπο. Ὡ­στό­σο, ὁ φτω­χὸς Λά­ζα­ρος δὲν ἐμ­φα­νί­ζε­ται που­θε­νὰ στὴν πα­ρα­βο­λὴ νὰ γογ­γύ­ζει, νὰ ἀ­γα­να­κτεῖ καὶ νὰ κα­κο­λο­γεῖ τὸν πλού­σι­ο ἢ νὰ μέμ­φε­ται τὴν πρό­νοι­α τοῦ Θε­οῦ.   

Με­τὰ τὸν θά­να­το καὶ τῶν δύ­ο προ­σώ­πων, τοῦ ἄσπλαχνου καὶ ἐγωιστῆ πλούσιου καὶ τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου, με­τα­φε­ρό­μα­στε στὸ δεύ­τε­ρο σκέ­λος τῆς πε­ρι­κο­πῆς, τὴ με­τὰ θά­να­το πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ὁ φτω­χὸς Λά­ζα­ρος πλέ­ον ἀ­πο­λαμ­βά­νει τὴ θεί­α μα­κα­ρι­ό­τη­τα, «εἰς τὸν κόλ­πον τοῦ Ἀ­βρα­άμ». Βιώνει δηλαδὴ ἐ­κεί­νη τὴν πνευ­μα­τι­κὴ κα­τά­στα­ση ποὺ ζοῦν οἱ ἀ­γα­θὲς ψυ­χὲς ἀφενὸς πρὶν τὸν θά­να­το ὡς πα­ρη­γο­ριὰ καὶ ἐ­νί­σχυ­ση καὶ ἀφετέρου με­τὰ τὸν θά­να­το ὡς δο­ξα­σμό. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴ μακαριότητα τοῦ Λαζάρου, ὁ ἀ­φιλάνθρωπος πλού­σι­ος καταλήγει σὲ μία κατάσταση βασάνων. Τέτοια ἦταν ἡ θλί­ψη καὶ ὁ πό­νος ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦσε στὴν ψυ­χή του ποὺ ζη­τοῦ­σε ἔ­στω καὶ μί­α στα­γό­να νε­ρὸ νὰ ἁ­πα­λύ­νει τὴ δίψα μέ­σα στὴν ἀ­νυ­πό­φο­ρη «φω­τιὰ» ποὺ βίωνε. Αὐ­τὴ ἡ «φω­τιά», ἡ ὁ­ποί­α πολ­λὲς φο­ρὲς ὀ­νο­μά­ζε­ται στὴν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὴ γραμ­μα­τεί­α ὡς «κό­λα­ση», δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα ἄλ­λο ἀ­πὸ τὸν ἑ­κού­σι­ο ἀ­πο­χω­ρι­σμὸ τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, μί­α συ­νέ­χει­α τῆς ὀ­δυ­νη­ρῆς κα­τά­στα­σης ποὺ ζοῦ­σε καὶ πρὶν τὸν θά­να­το, ἐ­πι­κα­λυμ­μέ­νης ἀ­πὸ τὴν ψευ­δαί­σθη­ση τῶν πρό­σκαι­ρων ἡ­δο­νῶν. Αὐ­τὴ τὴν κατάσταση ὁ Χρι­στὸς τὴν πε­ρι­γρά­φει μὲ τὰ γνω­ρί­σμα­τα τοῦ σω­μα­τι­κοῦ πό­νου ποὺ εἶ­ναι γνω­στὰ στοὺς ἀν­θρώ­πους, ὅ­πως τῆς δί­ψας, τοῦ πόνου ἢ καὶ τοῦ φόβου, ἔ­τσι ὥ­στε νὰ ὑ­πο­ψι­α­στοῦ­με τὴν ὀ­δυ­νη­ρὴ ἐ­κεί­νη κα­τά­στα­ση.

Ἂς μὴν ἀ­γνο­ή­σου­με λοι­πὸν ἀ­δελ­φοί μου τὸ κή­ρυγ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, για­τὶ τό­τε θὰ μι­μη­θοῦ­με τὸν πλού­σι­ο τῆς πα­ρα­βο­λῆς ποὺ ἀ­γνό­η­σε τὸν Μω­υ­σῆ καὶ τοὺς προ­φῆ­τες. Ἀντ᾿ αὐτοῦ ἂς κά­νου­με ἔρ­γα εὐ­σπλα­χνί­ας καὶ ἂς δοῦμε φιλάνθρωπα ὅλους ὅσοι βρίσκονται σὲ ἐμπερίστατη κατάσταση. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ θὰ ἀξιωθοῦμε καὶ ἐμεῖς τῆς μακαριότητας ποὺ χαρίζει ὁ Θεὸς στοὺς ἀγαθοὺς ἀνθρώπους.

 


ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΛΟΥΚΑ

(Λκ. 10, 25-37)

Ὁ Κύ­ρι­ος, στὴ ση­με­ρι­νὴ πα­ρα­βο­λή, κά­νει κά­τι πρω­το­πο­ρι­α­κὸ ὡς πρὸς τὴν ἔν­νοι­α τοῦ πλη­σί­ον. Ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νει δηλαδὴ τὴν ἔν­νοι­α αὐ­τὴ ἀ­πὸ τὰ στε­νὰ ὅ­ρι­α καὶ πλαί­σι­α, γε­ω­γρα­φι­κά, φυ­λε­τι­κά, θρη­σκευ­τι­κά. Ὁ Χρι­στὸς το­νί­ζει ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χουν ὅ­ρι­α στὸ χρέ­ος τῆς ἀ­γά­πης. Πλη­σί­ον εἶ­ναι ὁ κά­θε ἄν­θρω­πος ποὺ βρί­σκε­ται σὲ ἀ­νάγ­κη, ἀ­δι­α­κρί­τως ἔ­θνους, φυ­λῆς, θρη­σκευ­τι­κοῦ πι­στεύ­ω, κοι­νω­νι­κῆς τά­ξε­ως, ἢ εὐ­θύ­νης γιὰ τὴν κα­τά­στα­σή του. Ἐ­κεῖ­νο ποὺ βα­ρύ­νει εἶ­ναι ὁ ἴ­διος ὁ ἄν­θρω­πος ὡς εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ. Καὶ τὸ οὐ­σι­α­στι­κὸ πρό­βλη­μα δὲν εἶ­ναι ποιὸς εἶ­ναι ὁ πλη­σί­ον, ἀλ­λὰ τὸ πῶς γι­νό­μα­στε ἐ­μεῖς πλη­σί­ον σὲ κά­θε ἄν­θρω­πο ποὺ χρει­ά­ζε­ται βο­ή­θει­α.  

Ὁ Κύ­ρι­ος μὲ τὴν ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κή του πε­ρι­γρα­φὴ θέ­τει ἔμ­με­σα ἕ­να ἀ­κό­μη ἀ­μεί­λι­κτο ἐ­ρώ­τη­μα. Ποιὸς ἔ­χει τὴν εὐ­αι­σθη­σί­α νὰ κα­τα­νο­εῖ κα­λύ­τε­ρα τὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, νὰ ἀ­να­κα­λύ­πτει κα­λύ­τε­ρα τὸ βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα τῆς ἐν­το­λῆς πε­ρὶ ἀ­γά­πης τοῦ πλη­σί­ον; Ποιὸς τε­λι­κὰ τη­ρεῖ τὸν Νό­μο; Αὐ­τοὶ ποὺ ἀ­σχο­λοῦν­ται ἐ­πι­σή­μως μὲ τὸ λει­τουρ­γι­κὸ καὶ θρη­σκευ­τι­κὸ τυ­πι­κό, οἱ ἱ­ε­ρεῖς καὶ οἱ θεολόγοι, ἢ ἕ­νας ξέ­νος, ὁ Σα­μα­ρεί­της, ὁ ὁποῖος ἂν καὶ βρισκόταν ἐ­κτὸς τῆς ὀρ­θό­δο­ξης Ἰ­ου­δα­ϊ­κῆς συναγωγῆς, ἐντούτοις βλέ­πει μὲ κα­θα­ρὸ μά­τι καὶ αὐ­θόρ­μη­τη καρ­διὰ τὸν συ­νάν­θρω­πό του, χω­ρὶς θρη­σκευ­τι­κὲς καὶ φυ­λε­τι­κὲς προ­κα­τα­λή­ψεις; Ποιὸς ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται ἔμ­πρα­κτα στὶς ἀ­νάγ­κες τοῦ ἄ­γνω­στου καὶ ἀ­νώ­νυ­μου πλη­σί­ον; Οἱ ἱερεῖς ἢ ὁ Σαμαρείτης;

Θε­ω­ρη­τι­κά, ἐ­μεῖς οἱ χρι­στια­νοὶ συμ­φω­νοῦ­με μὲ τὴ νέ­α αὐ­τὴ δι­ά­στα­ση τῆς ἔν­νοι­ας τοῦ «πλη­σί­ον», ποὺ κα­θο­ρί­ζει ἡ πα­ρα­βο­λὴ τοῦ κα­λοῦ Σα­μα­ρεί­τη. Ἀλ­λὰ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τί κάνουμε; Θαυ­μά­ζου­με τὸν κα­λὸ Σα­μα­ρεί­τη καὶ μι­μού­μα­στε ἀ­θέ­λη­τα τὸν ἱ­ε­ρέ­α καὶ τὸν λευ­ΐ­τη. Καὶ οἱ κλη­ρι­κοὶ καὶ οἱ λα­ϊ­κοί.

Τὸ κρί­σι­μο λοι­πὸν πρό­βλη­μα στὴν προ­σω­πι­κή μας ζω­ὴ εἶ­ναι τὸ πῶς ἀ­πὸ τὴ δι­α­νο­η­τι­κὴ συμ­φω­νί­α μὲ τὸ μή­νυ­μα τῆς ση­με­ρι­νῆς πα­ρα­βο­λῆς θὰ προ­χω­ρή­σου­με στὴν ὑ­παρ­κτι­κὴ συμ­μόρ­φω­ση. Ἀ­πὸ τὴν ἁ­πλὴ ἀ­πο­δο­χὴ τῆς ἀ­γά­πης πρὸς τὸν πλη­σί­ον στὴν οὐσιασ­τι­κὴ βί­ω­σή της.

Γιὰ νὰ βο­η­θη­θοῦ­με ἂς προ­σέ­ξου­με με­ρι­κὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῆς ἀ­γά­πης, ὅ­πως ἀ­πο­κα­λύ­πτον­ται στὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τοῦ ἁ­πλοῦ πρω­τα­γω­νι­στῆ τῆς πα­ρα­βο­λῆς. 

Ὁ Σα­μα­ρεί­της εὐ­σπλαγ­χνί­ζε­ται καὶ φρον­τί­ζει τὸν ἄ­τυ­χο ὁ­δοι­πό­ρο. Σπεύ­δει ἀ­πρόσκλητα. Δὲν ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὸ κα­κὸ ποὺ ἔ­κα­μαν οἱ λη­στές, ἢ τὴν ἀ­δι­α­φο­ρί­α καὶ ἀ­σπλαγ­χνί­α ποὺ ἐ­πέ­δει­ξαν οἱ ἄλ­λοι. Ὁ ἴ­διος προ­σω­πι­κὰ κά­νει τὸ χρέ­ος του. Τὸ οὐ­σι­α­στι­κὸ ἐ­ρώ­τη­μα δὲν εἶ­ναι τί κά­νουν ἢ τί δὲν κά­νουν οἱ ἄλ­λοι, ἀλ­λὰ πῶς ἐ­μεῖς συμ­πε­ρι­φε­ρό­μα­στε στὶς συγ­κε­κρι­μέ­νες κα­τα­στά­σεις. Ἕ­να ἄλ­λο στοι­χεῖ­ο εἶ­ναι ὅ­τι ἡ ἀ­γά­πη κο­στί­ζει. Εἶ­ναι μί­α ὀ­δυ­νη­ρὴ πα­ραί­τη­ση ἀ­πὸ πράγ­μα­τα ποὺ δι­και­ού­μα­στε, τὸ χρῆ­μα, τὸν χρό­νο, τὸ κα­θη­με­ρι­νὸ πρό­γραμ­μα. Ὁ Σα­μα­ρεί­της κα­θυ­στε­ρεῖ τὸ τα­ξί­δι του, βα­δί­ζει πε­ζός, θέ­τει στὴ δι­ά­θε­ση τοῦ τραυ­μα­τί­α ὅ,­τι ἔ­χει. Ἡ ἀ­γά­πη δὲν ἀ­φή­νει καὶ δὲν ἐ­πι­τρέ­πει τὸ κα­λὸ νὰ γί­νε­ται λει­ψά. Ἂν συ­χνὰ εἴ­μα­στε ἀ­νί­κα­νοι νὰ μι­μη­θοῦ­με τὸν Σα­μα­ρεί­τη εἶ­ναι για­τὶ θὰ θέ­λα­με νὰ ἀ­γα­πή­σου­με μὲ τὸ ἀ­ζη­μί­ω­το. Ὅ­ποιος ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ ἀ­γα­πήσει πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος νὰ στε­ρη­θεῖ ὁ­ρι­σμέ­να δι­κά του δι­και­ώ­μα­τα καὶ ἀ­γα­θά. Ἔ­πει­τα ἡ ἀ­γά­πη εἶ­ναι ἐ­λεύ­θε­ρη ἀ­πὸ ἀ­να­ζή­τη­ση ἀν­ταλ­λαγ­μά­των, ἐ­λεύ­θε­ρη ἀ­πὸ τὸν βρα­χνᾶ τῆς ἀ­να­γνω­ρί­σε­ως. Δὲν ἐ­νερ­γεῖ γιὰ νὰ φα­νεῖ καὶ γιὰ νὰ ἐ­παι­νε­θεῖ. Ὁ Σα­μα­ρεί­της κά­νει τὸ κα­λὸ στὴν ἐ­ρη­μιά, χω­ρὶς νὰ πε­ρι­μέ­νει τί­πο­τε ὡς ἀν­τάλ­λαγ­μα.

Τέ­λος, ἡ ἀ­γά­πη εἶ­ναι μί­α ἤ­ρε­μη δύ­να­μη, πι­ὸ ἰ­σχυ­ρὴ καὶ ἀ­πὸ τὸν θά­να­το. Δὲν ἀ­να­φε­ρό­μα­στε στὴ δι­ά­σω­ση τοῦ τραυ­μα­τί­α, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως στὴ νί­κη πά­νω στὸν φό­βο τοῦ θα­νά­του. Οἱ δύ­ο ἄν­θρω­ποι ποὺ προ­η­γή­θη­καν τοῦ Σα­μα­ρεί­τη, ὁ ἱ­ε­ρέ­ας καὶ ὁ Λευ­ΐ­της, ἔ­φυ­γαν τρο­μαγ­μέ­νοι ἀ­πὸ τὸν τό­πο τοῦ δρά­μα­τος. Ὁ Σα­μα­ρεί­της, ὅ­μως, προ­χω­ρεῖ ἤ­ρε­μα, ἀ­πο­φα­σι­στι­κά, γεν­ναῖ­α, ἀ­δι­α­φο­ρών­τας γιὰ τὸν κίν­δυ­νο. Για­τὶ «ἡ ἀ­γά­πη ἔ­ξω βάλ­λει τὸν φό­βο». «Τίς οὖν τού­των τῶν τρι­ῶν πλη­σί­ον δο­κεῖ σοι γε­γο­νέ­ναι τοῦ ἐμ­πε­σόν­τος εἰς τοὺς λη­στάς;», ἐ­ρω­τᾶ τὸν κα­θέ­να μας στὴν ἐ­πί­ση­μη ὥ­ρα τῆς θεί­ας λει­τουρ­γί­ας ὁ Κύ­ρι­ος. Τὴν ἀ­πάν­τη­ση τὴν ξέ­ρου­με: «Ὁ ποι­ή­σας τὸ ἔ­λε­ος μετ᾿ αὐ­τοῦ». Ὅ­μως αὐ­τὸ δὲν φθά­νει, δι­ό­τι ἀ­παι­τεῖ­ται καὶ ἡ μί­μη­ση, δη­λα­δὴ τὸ «Πο­ρεύ­ου καὶ σὺ ποί­ει ὁ­μοί­ως». Ζῆ­σε τὴν ἀ­πάν­τη­ση στὴν προ­σω­πι­κή σου ζω­ή, ποὺ θὰ ἀρ­χί­σει ἀ­μέ­σως με­τὰ τὴ Λει­τουρ­γί­α, στὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά σου. Ζῆ­σε μὲ μί­α προ­σω­πι­κὴ συμ­με­το­χὴ στὸν πό­νο τοῦ πλη­σί­ον, τοῦ κά­θε πλη­σί­ον, μὲ μί­α ἀ­γά­πη ποὺ στοι­χί­ζει, ποὺ δὲν ζη­τᾶ ἀ­να­γνώ­ρι­ση, μὲ μί­α ἀ­γά­πη ἤ­ρε­μη καὶ ἀ­πο­φα­σι­στι­κή, ἱ­κα­νὴ νὰ νι­κή­σει τὸν θά­να­το.

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ

(Λκ. 12, 16-21)

Σή­με­ρα στὸ εὐ­αγ­γε­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα γιὰ ἀ­κό­μη μί­α φο­ρὰ πρω­τα­γω­νι­στὴς εἶ­ναι ἕ­νας πλού­σι­ος, ἀλ­λὰ δυ­στυ­χῶς ἄ­φρων. Ὁ Χρι­στός, ἀ­φορ­μώ­με­νος ἀ­πὸ μί­α δι­α­μά­χη δύ­ο ἀ­δελ­φῶν γιὰ κλη­ρο­νο­μι­κὰ θέματα ἀ­να­πτύσ­σει τὴν πα­ρα­βο­λὴ τοῦ ἄ­φρο­να πλού­σι­ου, γιὰ νὰ κα­τα­δι­κά­σει καὶ νὰ προ­φυ­λά­ξει τοὺς ἀν­θρώ­πους ἀ­πὸ τὸ με­γά­λο κα­κὸ τῆς φι­λαρ­γυ­ρί­ας, καὶ συγ­κε­κρι­μέ­να τὴν πλε­ο­νε­ξί­α, ποὺ κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο εἶ­ναι «ρί­ζα πάν­των τῶν κα­κῶν» (Α΄ Τιμ. 6, 10).

Στὴν πα­ρα­βο­λὴ αὐ­τὴ ὁ Χρι­στὸς πα­ρου­σιά­ζει ἕ­ναν πλού­σι­ο ἄν­θρω­πο, ὁ ὁποῖος κυ­ρι­αρ­χεῖ­ται ἀ­πὸ τὸ πά­θος τῆς πλε­ο­νε­ξί­ας, ποὺ με­τὰ ἀ­πὸ πα­ρα­γω­γὴ ἄ­φθο­νης σο­δειᾶς βά­ζει στὸ μυα­λό του νὰ πε­τύ­χει ὡς στό­χο τὴν ὑ­λι­στι­κὴ αὐ­τάρ­κει­α. Αὐ­τὴ ἡ αὐ­τάρ­κει­α, ποὺ ἐν­το­πί­ζε­ται στὴ φρά­ση «καὶ ἐ­ρῶ τῇ ψυ­χῇ μου· ψυ­χή, ἔ­χεις πολ­λὰ ἀ­γα­θὰ κεί­με­να εἰς ἔ­τη πολ­λά· ἀ­να­παύ­ου, φά­γε, πί­ε, εὐ­φραί­νου», ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως φαί­νε­ται φυ­σι­ο­λο­γι­κὴ καὶ τὸ πο­θού­με­νο γιὰ κά­θε ἄν­θρω­πο, ἀλ­λὰ ἂν τὴν ἐ­ξε­τά­σου­με μὲ βάση τὴ χριστιανικὴ ἠθικὴ θὰ δι­α­κρί­νου­με τὶς πα­γί­δες ποὺ κρύ­βει αὐ­τὴ ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α.

Κατ᾿ ἀρχάς, ἡ πα­γί­δα ἐν­το­πί­ζε­ται στὸ ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος νο­μί­ζει ὅ­τι μὲ τὴν ἀ­πό­κτη­ση τῶν ὑ­λι­κῶν ἀ­γα­θῶν βρί­σκει τὴν εὐ­τυ­χί­α του. Ὁ Χρι­στὸς ὅμως προτοῦ δι­η­γη­θεῖ τὴν πα­ρα­βο­λὴ πα­ραγ­γέλ­λει ξε­κά­θα­ρα: «νὰ φυ­λά­γε­στε ἀ­πὸ κά­θε εἴ­δους πλε­ο­νε­ξί­α, για­τὶ τὰ πλού­τη, ὅ­σο πε­ρίσ­σια καὶ ἂν εἶ­ναι, δὲν δί­νουν στὸν ἄν­θρω­πο τὴν ἀ­λη­θι­νὴ ζω­ή». Μὲ αὐ­τὴ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α ὁ ἄν­θρω­πος ξε­γε­λά­ει τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ πο­τὲ δὲν ἀ­να­παύ­ε­ται. Ἀ­κό­μη καὶ ἂν ἀ­πο­κτή­σει ὅ­λα τὰ ἀ­ναγ­καῖ­α, ἀ­κο­λού­θως θέτει συ­νε­χῶς νέ­ους στό­χους καὶ ἐπιδιώκει ὅλο καὶ περισσότερα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ κα­τα­λή­γει σὲ ἕ­να ἀ­κα­τά­παυ­στο κυνηγητὸ ἀ­πό­κτη­σης ἀ­γα­θῶν.

Αὐ­τὸ τὸ πάθος τῆς πλε­ο­νε­ξί­ας δὲν μέ­νει ἐ­κεῖ, ἀλ­λὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ καὶ κά­θε ἄλ­λο μέ­σο γιὰ νὰ πε­τύ­χει τὸν στό­χο του καὶ τελικὰ καταλήγει καὶ σὲ ἄλλα μεγάλα σφάλματα, τὸν φθό­νο, τὴ ζή­λια, τὴν κλοπὴ καὶ τὸ ψέ­μα. Ὁ πλε­ο­νέ­κτης ἄν­θρω­πος κυ­ρι­αρ­χεῖ­ται ἀ­πὸ ἀ­φρο­σύ­νη, ἔ­χει λαν­θα­σμέ­νη ἀν­τί­λη­ψη τῶν πραγ­μά­των, νο­μί­ζει ὅ­τι θὰ εἶ­ναι αἰ­ώ­νι­ος κά­το­χος τῶν ὑ­λι­κῶν ἀ­γα­θῶν καὶ με­ρι­μνᾶ μό­νο γιὰ τὴν ἐ­πί­γει­α ζωή. Κάποια στιγμή, ὅμως, ἔρ­χε­ται ἀ­προσ­δό­κη­τα ὁ θά­να­τος καὶ τὸν βρί­σκει ἀ­προ­ε­τοί­μα­στο. Ἐ­λέγ­χε­ται τό­τε ἀ­πὸ τὸν Θε­ό: «ἄ­φρον, ταύ­τῃ τὴ νυ­κτὶ τὴν ψυ­χήν σου ἀ­παι­τού­σιν ἀ­πὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοί­μα­σας τί­νι ἔ­σται;».

Ὁ Μ. Βασίλειος σημειώνει μὲ ἔμφαση τὰ ἀποτελέσματα τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ πλεονέκτη σὲ σχέση μὲ τοὺς ὑπόλοιπους ἀνθρώπους. Τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἀρκεῖται στὰ ἀπαραίτητα, ἀλλὰ καταλήγει στὸ ἄλλο ἄκρο τῆς ὑπέρμετρης ἀποθήκευσης ὑλικῶν ἀγαθῶν, τὸν καθιστᾶ ἄρπαγα καὶ προπέτη. Καὶ τοῦτο ὄχι γιὰ ἄλλο λόγο παρὰ γιὰ τὸ ὅτι φτάνει νὰ ἀδικεῖ ὅλους ὅσοι θὰ μποροῦσε νὰ βοηθήσει. Μὲ ἄλλα λόγια, ἐὰν μέρος μόνο ἀπὸ ὅλα ὅσα ἀποθηκεύει τὰ μοίραζε στοὺς ἐμπερίστατους, ὁ φτωχός, ὁ ἐγκαταλελειμμένος, ὁ πεινασμένος, ὁ μετανάστης πρόσφυγας, ὁ ἀσθενής, θὰ εἶχαν ἀρκετὴ τροφή, καὶ ἐπαρκῆ ἐνδύματα καὶ ὑποδήματα καὶ ἐν γένει θὰ βρίσκονταν σὲ καλύτερη κατάσταση.

Ἐ­μεῖς ἀ­δελ­φοί μου ἂς μὴν εἴ­μα­στε πλεονέκτες χωρὶς φρόνηση, ἀλ­λὰ ἂς ἐπιδείξουμε σωφροσύνη, ἂς στη­ρί­ξου­με τὴν ἐλ­πί­δα μας στὸν Θε­ὸ καὶ ὄ­χι στὰ ὑ­λι­κὰ ἀ­γα­θά, ἂς ἀρ­κού­μα­στε καὶ ἂς εὐ­γνω­μο­νοῦ­με τὸν Θε­ὸ γιὰ τὰ ἀ­γα­θὰ ποὺ κατέχουμε καὶ ἂς τὰ δι­α­χει­ρι­ζό­μα­στε μὲ σύνεση. Ἂς ἔ­χουμε κα­τὰ νοῦ ὅ­τι εἴ­μα­στε πρό­σκαι­ροι δι­α­χει­ρι­στὲς αὐτῶν τῶν ἀ­γα­θῶν. Ἔτσι, διαχειριζόμενοι κατὰ ὀρθὸ τρόπο τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ θὰ εἴμαστε φιλάνθρωποι ἄνθρωποι καὶ πλούσιοι κα­τὰ Θε­ό.

 


ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ ΛΟΥΚΑ

(Λκ. 18, 18-27)

Στὴ ση­με­ρι­νὴ εὐ­αγ­γε­λι­κὴ δι­ή­γη­ση ἕνας ἄρ­χον­τας βίωνε ἕ­να βα­σα­νι­στι­κὸ πρό­βλη­μα. Ἀ­να­ζη­τοῦ­σε τὴν αἰ­ώ­νι­α ζω­ή, χω­ρὶς νὰ βρί­σκει ἱ­κα­νο­ποί­η­ση στοὺς βα­θεῖς του πό­θους. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ ρώ­τη­σε τὸν Χρι­στό: «δι­δά­σκα­λε ἀ­γα­θέ, τί ποι­ή­σας ζω­ὴν αἰ­ώ­νι­ον κλη­ρο­νο­μή­σω;».

Ἀ­πὸ τὸν δι­ά­λο­γο ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σε φά­νη­κε ὅ­τι ὁ ἄρχοντας ἦ­ταν τη­ρη­τὴς κά­ποιων βα­σι­κῶν δι­α­τά­ξε­ων τοῦ Μω­σα­ϊ­κοῦ νό­μου. «Τὰς ἐν­το­λὰς οἶ­δας», τοῦ εἶ­πε ὁ Χρι­στὸς καὶ τοῦ ἀ­πα­ρίθ­μη­σε στὴ συ­νέ­χει­α τὶς ἀρ­νη­τι­κὲς ἐν­το­λὲς τοῦ νό­μου, κα­θὼς καὶ τὴν ἐν­το­λὴ ποὺ ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν τι­μὴ τοῦ πα­τέ­ρα καὶ τῆς μη­τέ­ρας. «Ταῦ­τα πάν­τα ἐ­φυ­λα­ξά­μην ἐκ νε­ό­τη­τός μου», ἦ­ταν ἡ ἀ­πάν­τη­σή του. Ἐ­νῷ ὅμως τη­ροῦ­σε ὅ­λες τὶς δι­α­τά­ξεις τοῦ νό­μου, δὲν ἔ­βρι­σκε μέ­σα σ᾿ αὐ­τὲς τὴν αἰ­ώ­νι­α ζω­ή. Ἔ­με­νε ἀ­νι­κα­νο­ποί­η­τος. Δὲν αἰ­σθα­νό­ταν τὴν ἐμ­πει­ρί­α τῆς αἰ­ώ­νι­ας ζω­ῆς καὶ γι᾿ αὐ­τὸ τὴν ἀ­να­ζη­τοῦ­σε μὲ ἀ­γω­νί­α.

Εἶ­χε κα­τα­νο­ή­σει τὴν ἀ­νε­πάρ­κει­α τῆς ἠ­θι­κι­στι­κῆς θε­ω­ρή­σε­ως τοῦ νό­μου, τὴν ἐ­ξάν­τλη­σή του στὴν κα­λὴ ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά. Καὶ ἐ­νῷ ἡ φα­ρι­σα­ϊ­κὴ συ­νεί­δη­ση ἔ­φθα­νε σὲ ἀ­δι­έ­ξο­δο, ὁ Χρι­στὸς ἔ­δει­ξε τὴν ὁ­λο­κλή­ρω­ση τοῦ δρό­μου. Στὴν ἐπισήμανση τοῦ ἄρχοντα: «ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ ἐ­φύ­λα­ξα ἀ­πὸ τὴν νε­ό­τη­τά μου», ὁ Χρι­στὸς τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε: «ἔ­τι ἕν σοι λεί­πει», ὥ­στε νὰ γί­νεις τέλειος καὶ νὰ ἔ­χεις τὴ βε­βαι­ό­τη­τα ὅ­τι θὰ κλη­ρο­νο­μή­σεις τὴν αἰ­ώ­νι­α ζω­ή.

Προτοῦ ὅμως ἀναφερθοῦμε σὲ αὐτὸ ποὺ ἔ­λει­πε ἀπὸ τὸν ἄρχοντα, ἂς κά­νου­με κά­ποιες ἐ­πι­ση­μάν­σεις.

Ὁ ἄρ­χοντας, ὁ ὁποῖος συ­ζη­τοῦ­σε μὲ τὸν Χρι­στό, ἦταν ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ζοῦ­σε τὴν ἀ­νε­πάρ­κει­α τοῦ ἠ­θι­κι­σμοῦ. Ὁ ἠ­θι­κι­σμὸς εἶ­ναι συ­νέ­πει­α τῆς ἐκ­κο­σμί­κευ­σης. Εἶ­ναι ἡ καλ­λι­έρ­γει­α μιᾶς «εὐ­σε­βοῦς» ἐ­πι­φά­νει­ας, ἐ­νῷ ἡ καρ­διὰ εἶ­ναι δέ­σμι­α τοῦ κό­σμου. Ἠ­θι­κι­στὴς δὲν εἶ­ναι αὐ­τὸς ποὺ ἀ­φι­ε­ρώ­νει τὴ ζω­ή του στὸν Θε­ό, ἀλ­λὰ αὐ­τὸς ποὺ εἶ­ναι δέ­σμι­ος στὸν πλοῦ­το του, δί­νει στὸν Θε­ὸ μό­νο ὅ,τι μπο­ρεῖ νὰ τὸν δεί­ξει ἐ­νά­ρε­το στὰ μά­τια τοῦ κό­σμου. Αὐ­τὸς ὅ­μως ὁ τρό­πος ζω­ῆς δὲν συν­δέ­ει τὸν ἄν­θρω­πο μὲ τὸν Θε­ό, ἀλ­λὰ δη­μι­ουρ­γεῖ ἀ­δι­έ­ξο­δα.

Γε­νι­κὰ ὁ ὅρος «ἐκ­κο­σμί­κευ­ση» σημαίνει τὴν ὑ­πο­τα­γὴ τοῦ πι­στοῦ στὴ νο­ο­τρο­πί­α τῆς κοι­νω­νι­κῆς ἀ­πά­της, τὸ χά­σι­μο τῆς ἐ­σω­τε­ρι­κῆς ζω­ῆς καὶ τὴν ὑ­πο­κα­τά­στα­ση τοῦ ἀ­να­και­νι­στι­κοῦ ἔρ­γου τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μὲ με­θό­δους τοῦ κό­σμου. Πί­σω ὅ­μως ἀ­πὸ μί­α τέ­τοια νο­ο­τρο­πί­α κρύ­βε­ται ἡ ἀ­δυ­να­μί­α μας νὰ ἀ­παγ­κι­στρω­θοῦ­με ἀ­πὸ τὸν πλοῦ­το τῶν ἀ­πο­λαύ­σε­ων καὶ τῶν ἀ­νέ­σε­ων, κα­θὼς καὶ ἡ δί­ψα γιὰ κοι­νω­νι­κὴ προ­βο­λὴ καὶ κα­τα­ξί­ω­ση. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ σὰν κο­ρυ­φαῖ­ο ἔρ­γο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας κα­τα­νο­οῦ­με μό­νο τὸ φι­λαν­θρω­πι­κό της ἔρ­γο. Ἐ­νῷ ὅ­ταν μᾶς προ­βάλ­λουν τὴν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὴ ἐγ­κα­τά­λει­ψη τοῦ κό­σμου γιὰ τὸν Χρι­στὸ γι­νό­μα­στε πε­ρί­λυ­ποι, ὅ­πως ὁ ση­με­ρι­νὸς ἄρ­χον­τας τοῦ εὐ­αγ­γε­λί­ου.

Αὐ­τὸ πάντως δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι ἡ φι­λαν­θρω­πί­α δὲν εἶ­ναι ἔρ­γο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἀν­τί­θε­τα, εἶ­ναι ἔκ­φρα­ση τῆς ζω­ῆς της. Στὴν ὀρ­θό­δο­ξη πα­ρά­δο­ση ὅ­μως οἱ κοι­νω­νι­κὲς πα­ρεμ­βά­σεις συν­δέ­ον­ται μὲ τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ καλ­λι­έρ­γει­α ποὺ πραγ­μα­το­ποιεῖται μὲ τὴ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύ­μα­τος. Εἶ­ναι ἀ­παύ­γα­σμα τῆς ἀ­γά­πης γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο καὶ τὸν κό­σμο ποὺ πη­γά­ζει ἀ­πὸ τὴν ὀρ­θό­δο­ξη στάση καὶ ζωή.

Ὁ ἄρ­χοντας, ποὺ ζη­τοῦ­σε νὰ μά­θει πῶς κλη­ρο­νο­μεῖ­ται ἡ αἰ­ώ­νι­α ζω­ή, ἦ­ταν ἐ­σω­τε­ρι­κὰ δοῦ­λος στὰ ὑ­λι­κά του ἀγαθά. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ «σταυ­ρώ­σει» τὸν κό­σμο, για­τὶ σὲ αὐ­τὸν στή­ρι­ζε τὴν ἀ­νι­κα­νο­ποί­η­τη ζω­ή του. Ὁ Χρι­στός, γνω­ρί­ζον­τας τὴ με­γά­λη του ἐ­ξάρ­τη­ση ἀ­πὸ τὸν πλοῦ­το, τοῦ ἐ­πε­σή­μα­νε, ὅ­τι τὸ ἕ­να ποὺ τοῦ ἔ­λει­πε, ἦ­ταν ἡ ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σή του ἀ­πὸ αὐ­τόν. Ὁ λό­γος αὐ­τὸς τοῦ Χρι­στοῦ ἦ­ταν βα­ρὺς γιὰ τὸν ἄρ­χον­τα τῆς συ­να­γω­γῆς, γι᾿ αὐ­τό, ὅπως ἀναφέρει ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, «πε­ρί­λυ­πος ἐ­γέ­νε­το».

Ἡ λύ­πη του μοιά­ζει μὲ τὴ στενοχώρια πολ­λῶν Χριστιανῶν ποὺ δὲν μπο­ροῦν νὰ ἀν­τέ­ξουν τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἢ τὸν ἀγῶνα ἀντιμετώπισης τοῦ ἐγωισμοῦ καὶ τῶν ἐν γένει παθῶν. Ἡ ἐκ­κο­σμί­κευ­ση πα­ρα­λύ­ει τὰ νεῦ­ρα τῆς ψυ­χῆς καὶ ὁδηγεῖ σὲ συμ­βι­βασμὸ μὲ τὰ δεδομένα τοῦ κόσμου.

Ἡ προσκόλληση τοῦ ἄρχοντα, ἀλλὰ καὶ ἡ δική μας, στὸν κόσμο γεν­νᾶ τὸ ἐ­ρώ­τη­μα: «τίς δύ­να­ται σω­θῆ­ναι;». Ἡ ἀ­πάν­τη­ση τοῦ Χρι­στοῦ σὲ αὐτὸ εἶ­ναι κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κή: «τὰ ἀ­δύ­να­τα πα­ρὰ ἀν­θρώ­ποις δυ­να­τὰ πα­ρὰ τῷ Θε­ῷ ἐ­στι». Ἀν­τὶ νὰ κά­νου­με τὰ πά­θη μας ἰ­δε­ο­λο­γί­α καὶ θε­ο­λο­γί­α, γιὰ νὰ δι­και­ο­λο­γοῦ­με τοὺς ἑ­αυ­τούς μας, ἂς ὁμολογήσουμε μὲ τα­πεί­νω­ση καὶ διάθεση ἀλ­λα­γῆς τὴν ἀ­δυ­να­μί­α μας στὸν Θε­ό.

Actions: E-mail | Permalink |
halkali escort halkali escort istanbul escort beylikduzu escort sirinevler escort beylikduzu escort sirinevler escort beylikduzu escort sisli escort
aydin escort bingöl escort