ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ
26

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ΄ ΛΟΥΚΑ

(Λκ. 18, 35-43)

Ἐνῶ ὁ Χριστὸς πορευόταν πρὸς τὴν Ἱεριχώ, ἀκολουθούμενος ἀπὸ πλῆθος ἀνθρώπων, ἕνας τυφλός, ὁ ὁποῖος καθόταν καὶ ζητιάνευε, κραύγασε πρὸς αὐτόν: «Ἰησοῦ υἱὲ Δαβίδ, ἐλέησόν με». Κάποιοι ἀπὸ τὸ πλῆθος, ἐνοχλούμενοι ἴσως ἀπὸ τὶς φωνὲς τοῦ τυφλοῦ, οἱ ὁποῖες προφανῶς τοὺς ἐμπόδιζαν ἀπὸ τοῦ νὰ ἀκούσουν τὴ διδασκαλία τοῦ Κυρίου, προσπαθοῦσαν νὰ τὸν κάνουν νὰ σιωπήσει. Ὁ τυφλός, ὅμως, συνέχισε νὰ φωνάζει, ζητῶντας τὸ θεῖο ἔλεος. «Τί θέλεις νὰ κάνω γιὰ σένα;», τὸν ρώτησε τότε ὁ Χριστός. «Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω»˙ θέλω νὰ ἀποκτήσω τὸ φῶς μου, τοῦ ἀπαντᾶ ὁ τυφλός. Καὶ ὁ φιλάνθρωπος Κύριος, βλέποντας τὴν ἰσχυρὴ πίστη του, τὸν θεραπεύει ἀπὸ τὴν τυφλότητά του.

Τί εἶναι ἐκεῖνο, ὅμως, ποὺ κάνει τὸν τυφλὸ νὰ συμπεριφέρεται κατὰ τὸν τρόπο αὐτό; Δίχως ἄλλο ἡ πίστη καὶ ἡ ἐλπίδα του στὸν Ἰησοῦ Χριστό. Ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ πίστη εἶναι δύο ἔννοιες, οἱ ὁποῖες συνδέονται στενά. Ἡ ἐλπίδα στηρίζεται στὴν πίστη καὶ ἡ πίστη παίρνει περιεχόμενο ἀπὸ τὴν ἐλπίδα. Συγχρόνως ὅμως ἡ ἐλπίδα στηρίζει καὶ ζωογονεῖ τὴν πίστη. Ὅπως ἡ πίστη, ἔτσι καὶ ἡ ἐλπίδα τοῦ πιστοῦ συνδέεται μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.

Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἐλπίζουν καὶ θὰ συνεχίσουν νὰ ἐλπίζουν ὅσο βρίσκονται στὴ ζωή. Ὅταν παύει ἡ ζωή, τότε παύει νὰ ὑπάρχει καὶ ἡ ἐλπίδα. Ἡ χριστιανικὴ ἐλπίδα εἶναι ἕνα δῶρο τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτὸ καὶ ξεπερνᾶ τὰ ὅρια τοῦ θανάτου καὶ εἰσχωρεῖ στὴν αἰώνια ζωή. Ἄρα ἡ χριστιανικὴ ἐλπίδα εἶναι βεβαία, ἀσφαλὴς καὶ ἀδιάψευστη. Γιὰ νὰ παραμείνει ὅμως ἡ ἐλπίδα ἀσφαλὴς πρέπει νὰ κινεῖται μὲ τόλμη καὶ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό. Μία τέτοια ἐμπιστοσύνη στὸν Χριστὸ ἔδειξε καὶ ὁ τυφλὸς τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς˙ ἀψηφῶντας τὶς παρατηρήσεις τῶν ἄλλων ποὺ τὸν ἐπιτημοῦσαν, ὥστε νὰ σιωπήσει, ζητοῦσε μὲ ἐπιμονὴ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

Πρέπει νὰ γνωρίζουμε ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς βρίσκεται στὸν Θεό. Ὅταν ὅμως ὁ ἄνθρωπος ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν Θεό, ἀπομακρύνεται συγχρόνως καὶ ἀπὸ τὸ νόημα καὶ τὸν σκοπὸ τῆς ζωῆς του. Ἂν περιοριστεῖ ὁ ἄνθρωπος στὸν ἑαυτό του καὶ στὶς δικές του δυνάμεις, τότε παρασύρεται καὶ κάμπτεται, ὅταν ὅμως ἐλπίζει στὸν Θεό, ἀντιστέκεται καὶ παραμένει σταθερὸς στὴν πορεία του. Δέχεται ὅ,τι τοῦ ἐπιφυλάσσει ἡ ζωή, ἐπιδεικνύει ὑπομονὴ καὶ τὸ ἐντάσσει μέσα στὸ γενικότερο σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία του.

Ὁ χριστιανὸς ποὺ ἐλπίζει στὸν Θεὸ παραμερίζει τὰ πρόσκαιρα καὶ προσανατολίζεται στὰ αἰώνια. Ἔτσι ξεπερνᾶ τὶς δυσκολίες τοῦ κόσμου καὶ χαίρεται γιὰ τὴν ἐπικείμενη βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ἡ ἐλπίδα γίνεται περιεχόμενο τῆς ζωῆς, γίνεται καὶ προσευχή, δὲν τὸν ἀποξενώνει ἀπὸ τὴν καθημερινὴ ζωή, οὔτε ὁδηγεῖ σὲ ἀνεδαφικοὺς ὁραματισμούς. Ἀποκαθίσταται τότε ὁ ἄνθρωπος μέσα στὸν κόσμο καὶ ὑπηρετεῖ τὸν ἀληθινὸ σκοπὸ τῆς ζωῆς του.

Ἡ ἐλπίδα χρειάζεται πολλὴ ὑπομονή. Ἐξάλλου γνώρισμα τῆς ζωῆς εἶναι ἡ ὑπομονὴ στὶς δυσκολίες της. Ἐδῶ βρίσκεται τὸ κρίσιμο σημεῖο ποὺ πρέπει νὰ προσέξουμε γιὰ νὰ μὴν σκανδαλιζόμαστε. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ἀποφεύγει τὴν ὑπομονή, γιατὶ ὁ εὐδαιμονιστικὸς τρόπος ζωῆς ἔχει διαβρώσει τὴν ἀντοχή του καὶ τὴν ὑπομονή του. Γι’ αὐτὸ καὶ τὰ λόγια τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ εἶναι ἐπίκαιρα γιὰ τὴν ἐποχή μας: «Κράτα τὸν νοῦ σου στὸν Ἄδη καὶ μὴ ἀπελπίζου», μᾶς προτρέπει. Ὅταν κανεὶς συναισθάνεται καὶ ὑπομένει τὴν ἁμαρτωλότητά του, τότε σιγὰ σιγὰ γνωρίζει τὸν ἑαυτό του καὶ τὶς ἀδυναμίες του, καὶ ἡ ταπείνωση γίνεται κατάσταση στὴ ζωή του. Τότε εἶναι ποὺ θυμᾶται τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν ἀπελπίζεται. Ἀναλογίζεται τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ, πολεμάει τὰ πάθη του καὶ μὲ θάρρος ἐλπίζει στὴν ἄφατη εὐσπλαχνία καὶ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ.

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΛΟΥΚΑ

(Λκ. 13, 10-17)

Ὁ Χρι­στός, κά­ποιο Σάβ­βα­το, ἐ­νῶ δί­δα­σκε σὲ μί­α Συ­να­γω­γή, συ­νάν­τη­σε μί­α γυ­ναί­κα, ἡ ὁ­ποί­α γιὰ δε­κα­ο­κτὼ ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νι­α καὶ ἀ­πὸ ἐ­πε­νέρ­γει­α τοῦ Σα­τα­νᾶ, ὅ­πως λέ­γει ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στὴς Λου­κᾶς, βρι­σκό­ταν σὲ μί­α ἄ­θλι­α κα­τά­στα­ση. Ἦ­ταν συγ­κύ­πτου­σα, ἦταν δη­λα­δὴ συ­νε­χῶς σκυ­φτή, καὶ ἀ­δυ­να­τοῦ­σε νὰ ση­κώ­σει πρὸς τὰ ἄ­νω τὸ κε­φά­λι της, ἀ­πο­τε­λών­τας ἔτσι ἕ­να ἐ­λε­ει­νὸ θέ­α­μα. Ὁ φι­λάν­θρω­πος Κύ­ρι­ος τὴ λυ­πή­θη­κε καὶ ἀ­φοῦ τὴν προ­σέγ­γι­σε, ἔ­βα­λε πά­νω της τὰ χέ­ρια του καὶ τῆς εἶπε: «γύναι, ἀπολέλυσαι τῆς ἀσθενείας σου», μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα αὐ­τὴ ἀ­μέ­σως νὰ γί­νει κα­λά. Τό­τε, τό­σο ἡ πρώ­ην ἀ­σθε­νής, ὅ­σο καὶ ὁ λα­ός, ποὺ εἶ­δε τὸ θαῦ­μα, δό­ξα­σαν τὸν Θε­ό.

Τὸ θαῦ­μα καὶ ἡ ἐν­θου­σι­α­στι­κὴ δο­ξο­λο­γί­α τῆς γυ­ναί­κας καὶ τοῦ λα­οῦ πρὸς τὸ πρό­σω­πο τοῦ Κυ­ρί­ου, ἐ­νό­χλη­σε τὸν ἀρ­χι­συ­νά­γω­γο. Αὐ­τός, ὑ­πο­κρι­τι­κὰ φε­ρό­με­νος, εἶ­πε στοὺς πα­ρευ­ρι­σκο­μέ­νους νὰ μὴν ἔρ­χον­ται πρὸς θε­ρα­πεί­α τὸ Σάβ­βα­το, ἀλ­λὰ τὶς ὑ­πό­λοι­πες ἕξι ἡ­μέ­ρες τῆς ἑ­βδο­μά­δας. Ὁ ἀρ­χι­συ­νά­γω­γος ἀ­να­γνω­ρί­ζει τὴν ἐ­ξου­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ νὰ θε­ρα­πεύ­ει, βλέ­πει τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τῆς δυ­νά­με­ώς του, ἀλ­λὰ πα­ρό­λα αὐ­τὰ μέ­νει δέ­σμι­ος τοῦ φθό­νου του. Δὲν εἶ­χε ζῆ­λο γιὰ τὸν Νό­μο τοῦ Θε­οῦ. Ψέ­μα­τα ἔ­λε­γε ὅ­ταν ζη­τοῦ­σε μὲ ἀ­γα­νά­κτη­ση ἀ­πὸ τὸν κό­σμο νὰ σε­βα­στεῖ τὸ Σάβ­βα­το. Τὸ πρό­βλη­μα τοῦ ἀρ­χι­συ­νά­γω­γου ἦ­ταν ἄλ­λο. Δι­α­κα­τε­χό­ταν ἀ­πὸ φθό­νο γιὰ τὸν ἴ­διο τὸν Χρι­στὸ καὶ τὰ ἔρ­γα του.

Ὁ ἀρ­χι­συ­νά­γω­γος δὲν εἶ­χε ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ποι­ό­τη­τα, ἀλ­λὰ ἦ­ταν πλή­ρης φθό­νου. Τὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ τῶν φθο­νε­ρῶν ἀν­θρώ­πων εἶ­ναι νὰ δι­ε­γεί­ρον­ται καὶ νὰ ἀν­τι­δροῦν στὴν εὐ­τυ­χί­α καὶ τὴν ἐ­πι­τυ­χί­α τοῦ ἄλ­λου, θε­ω­ρών­τας ὅ­τι τοῦ­το συ­νε­πά­γε­ται τὴ δι­κή τους δυ­στυ­χί­α. Δὲν μπο­ροῦν νὰ ἀ­νε­χθοῦν τὰ κα­λὰ ποὺ ἔ­χουν οἱ ἄλ­λοι καὶ κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ βασανίζονται ἀ­πὸ τὴ ζή­λει­α τους. Οἱ φθο­νε­ροὶ ἄν­θρω­ποι δὲν βλέ­πουν τί­πο­τα κα­λὸ στοὺς ἄλ­λους, πα­ρὰ μό­νο ψά­χνουν εὐ­και­ρί­α νὰ πια­στοῦν ἀ­πὸ τὸ πα­ρα­μι­κρὸ γιὰ νὰ τοὺς κα­τη­γο­ρή­σουν.

Τοῦτο ἀκριβῶς ἔ­κα­νε καὶ ὁ ἀρ­χι­συ­νά­γω­γος. Δὲν ἀ­μφισβήτησε τὴν ἐ­ξου­σί­α τοῦ Χρι­στοῦ, πρᾶγμα ποὺ φαίνεται ἀπὸ τὸ ὅτι ζή­τη­σε ἀ­πὸ τοὺς πα­ρευ­ρι­σκό­με­νους νὰ ἐ­πι­λέ­γουν γιὰ τὴ θε­ρα­πεί­α τους τὶς ἄλ­λες μέ­ρες καὶ ὄ­χι τὸ Σάβ­βα­το. Ἔμεινε, ὅμως, στοὺς τύ­πους. Δὲν ἔ­πρε­πε, εἶ­πε, ὁ Χρι­στὸς νὰ θε­ρα­πεύ­σει τὸ Σάβ­βα­το, δι­ό­τι ἔ­τσι κα­τα­λύ­ει τὸν Νό­μο. Ὁ φθό­νος τοῦ ἀν­δρὸς ἦ­ταν ὄν­τως πο­λὺ με­γά­λος˙ ὁ­μί­λη­σε καὶ ἀν­τέ­δρα­σε μό­νο καὶ μό­νο γιὰ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­βλε­πε καὶ ἔ­κρι­νε ὅ­τι ἔ­πλητ­τε τὴ δι­κή του φή­μη.

Ὁ φθό­νος εἶ­ναι πο­λὺ με­γά­λο κα­κό. Οἱ φθο­νε­ροὶ εὐ­χα­ρι­στοῦν­ται μὲ τὶς δυ­στυ­χί­ες τῶν ἄλ­λων καὶ γί­νον­ται κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ θη­ρί­α ὅ­ταν δοῦν κά­ποιο νὰ εὐ­η­με­ρεῖ. Μι­μοῦν­ται τὸν διά­βο­λο, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν χαί­ρει πα­ρὰ μό­νο μὲ τὴ δυ­στυ­χί­α τῶν ἀν­θρώ­πων. Βλά­πτον­ται, ὅ­μως, πε­ρισ­σό­τε­ρο οἱ ἴ­διοι, πα­ρὰ ὁ φθο­νού­με­νος. Ὁ φθό­νος λει­τουρ­γεῖ στὶς καρ­δί­ες τους ὡς δη­λη­τή­ρι­ο ποὺ τοὺς κα­τα­τρώ­ει τὰ σω­θι­κὰ καὶ τοὺς βα­σα­νί­ζει τὶς ψυ­χές. Μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­ξει χει­ρό­τε­ρο πά­θος ἀ­πὸ αὐ­τό; Στὰ Εὐ­αγ­γέ­λι­α ἀ­να­φέ­ρε­ται ὅ­τι οἱ πόρ­νες καὶ οἱ τε­λῶ­νες, δη­λα­δὴ οἱ κλέ­φτες, θὰ πᾶ­νε πρῶ­τοι ἀ­πὸ ὅ­λους στὴ βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ, ὅ­μως, οἱ ὑ­πο­κρι­τὲς καὶ οἱ φθο­νε­ροί, ὅ­πως ὁ ἀρ­χι­συ­νά­γω­γος, οἱ φα­ρι­σαῖ­οι καὶ ὅλοι οἱ ὅμοιοί τους, θὰ κατακριθοῦν.

Ἂς ἀ­φή­σου­με, λοι­πόν, τὸν φθό­νο ἀ­πὸ τὴν καρ­διά μας, γιὰ νὰ μὴν ὁμοιάσουμε στὸν διάβολο, ὁ ὁποῖος πρῶτος φθόνησε καὶ τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο. Ἂς ἀ­γα­πή­σου­με τοὺς ἀν­θρώ­πους ἢ του­λά­χι­στον ἂς τοὺς ἀ­νε­χθοῦ­με καὶ ἂς μὴν ἀν­τι­δροῦ­με στὶς ἐ­πι­τυ­χί­ες τους. Ἂς μὴν ζη­λεύ­ου­με τὴν εὐ­τυ­χί­α τους. Ἂς μὴν θέ­λου­με νὰ εἴ­μα­στε ἐ­μεῖς οἱ πρῶ­τοι καὶ οἱ ἔν­δο­ξοι. Δὲν μᾶς ἔ­δω­σε ἐν­το­λὴ ὁ Θε­ὸς νὰ ἀ­γα­πᾶ­με ἀ­κό­μα καὶ τοὺς ἐ­χθρούς μας καὶ βέ­βαι­α ὅ­σους γιὰ ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε λό­γο μᾶς ἐ­πη­ρε­ά­ζουν καὶ μᾶς ἐ­νο­χλοῦν; Τὸ κά­νου­με αὐ­τό; Ἢ ἀντ’ αὐ­τοῦ, ὄ­χι μό­νο τοὺς ἐ­χθρούς μας δὲν ἀ­γα­ποῦ­με, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα καὶ τοὺς φί­λους καὶ ἀ­δελ­φοὺς καὶ εὐ­ερ­γέ­τες μας φθο­νοῦ­με; Μή­πως ὅ­ταν δοῦ­με καὶ ἀν­τι­λη­φθοῦ­με τὸ ἐ­λά­χι­στο χά­ρι­σμα ἢ προ­τέ­ρη­μα στοὺς ἄλ­λους, ἀ­μέ­σως γι­νό­μα­στε «ἀρ­χι­συ­νά­γω­γοι», δηλαδὴ φθο­νε­ροί, καὶ πα­σχί­ζου­με νὰ ἀ­φα­νί­σου­με αὐ­τὸ τὸ κα­λὸ μὲ τὶς κα­τη­γο­ρί­ες μας;

Νὰ θυ­μό­μα­στε ὅ­τι ὁ φθο­νε­ρὸς ἄν­θρω­πος, αὐ­τὸς ποὺ δὲν ἀ­γα­πᾶ, διώχνει μακρυά του τὴν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ. Στὴ Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ δὲν πᾶ­νε ὅ­σοι μι­σοῦν καὶ φθο­νοῦν τὸν ἄλ­λο, ἀλ­λὰ αὐ­τοὶ ποὺ ἀ­γα­ποῦν καὶ χαί­ρον­ται γιὰ τὸ κα­λό, τὸ ἀ­γα­θὸ καὶ τὴ δό­ξα τοῦ συ­ναν­θρώ­που τους. Ἄ­ρα ὅ­σοι πο­θοῦ­με τὴ Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ πρέ­πει νὰ ἀ­γω­νι­στοῦ­με νὰ με­τα­νο­ή­σου­με καὶ νὰ ἀ­πο­βά­λου­με τὸ ὀ­λέ­θρι­ο πά­θος τοῦ φθό­νου ἀ­πὸ τὴν καρ­διά μας.

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ ΛΟΥΚΑ (ΠΡΟΠΑΤΟΡΩΝ)

(Λκ. 14, 16-24)

Ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι ἀ­γα­θὸς καὶ ἐ­λε­ή­μων πρὸς τὸν ἄν­θρω­πο. Ὁ ἄν­θρω­πος, ὅ­μως, εἶ­ναι ἀ­γνώ­μων καὶ ἀ­χά­ρι­στος πρὸς τὸν Θε­ό. Ἡ εὐ­σπλα­χνί­α τοῦ Θε­οῦ κα­λεῖ, ἀλ­λὰ ὁ ἄν­θρω­πος ἐ­λεύ­θε­ρα ἐ­πι­λέ­γει τὴν ἀ­πο­μά­κρυν­ση ἀ­πὸ τὸν Δη­μι­ουρ­γό του. Ἡ Χά­ρις τοῦ Θε­οῦ προ­σφέ­ρε­ται πλου­σι­ο­πά­ρο­χα, ὅ­μως ὁ ἄν­θρω­πος πολλὲς φορὲς τὴν ἀ­πο­στρέ­φε­ται. Ὁ Θε­ὸς κα­λεῖ στὸ δεῖ­πνο τῆς Βα­σι­λεί­ας του, ἀλ­λὰ ὁ ἄν­θρω­πος ἐ­πιθυμεῖ μία ζωὴ μακρυὰ ἀπὸ αὐτόν.

Οἱ προ­σκε­κλη­μέ­νοι στὸ δεῖ­πνο εἶ­ναι οἱ γνω­στοί τοῦ Θε­οῦ, δη­λα­δὴ οἱ Χρι­στια­νοί, αὐ­τοὶ οἱ ὁ­ποῖ­οι βα­πτί­στη­καν στὸν θά­να­το καὶ τὴν ἀ­νά­στα­ση τοῦ Χριστοῦ καὶ τρά­φη­καν μὲ τὸ σῶ­μα καὶ τὸ αἷ­μα του. Πα­ρὰ τὸ μέγεθος τῆς δωρεᾶς, ὅμως, οἱ προ­σκε­κλη­μέ­νοι ἀ­πο­δει­κνύ­ον­ται ἀ­χά­ρι­στοι καὶ ἀ­γνώ­μο­νες, ἀ­πορ­ρί­πτον­τες τὴν τι­μὴ ποὺ τοὺς κά­νει ὁ οἰ­κο­δε­σπό­της: «καὶ ἤρ­ξαν­το ἀ­πὸ μι­ᾶς πα­ραι­τεῖ­σθαι πάν­τες».

Ὁ πρῶ­τος λέ­ει: «ἀ­γό­ρα­σα ἕ­να χω­ρά­φι καὶ εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ πά­ω νὰ τὸ δῶ». Αὐ­τὸς ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι φι­λο­κό­σμος, δι­ό­τι προ­κρί­νει τὰ κο­σμι­κὰ ἀ­γα­θά. Τὰ ὁ­ποῖ­α κο­σμι­κὰ ἀ­γα­θά, ὅ­μως, εἶ­ναι πρό­σκαι­ρα. Ὅ­σο καὶ νὰ κο­πιά­σει καὶ ὅ­σο ἱ­δρῶ­τα καὶ νὰ χύ­σει, θὰ μα­ται­ο­πο­νεῖ καὶ θὰ τα­λαι­πω­ρεῖ­ται, δι­ό­τι ἐν τέλει δὲν πρό­κει­ται νὰ χαί­ρε­ται αἰ­ώ­νι­α αὐ­τὰ τὰ ἀ­γα­θά. Ὄ­χι μό­νο δι­ό­τι ἐ­πι­κρέ­μα­ται ὁ κίν­δυ­νος ἀ­πώ­λει­άς τους, ἀλ­λὰ καὶ δι­ό­τι πα­ρα­μο­νεύ­ει ὁ θά­να­τος, δη­λα­δὴ ἡ ἀ­να­χώ­ρη­ση γιὰ τὸν ἄλ­λο κό­σμο. Ὁ δεύ­τε­ρος, ὁ ὁ­ποῖ­ος λέ­ει «ἀ­γό­ρα­σα πέν­τε ζεύ­γη βο­διῶν καὶ πρέ­πει νὰ πά­ω νὰ τὰ δο­κι­μά­σω», εἶ­ναι αὐ­τὸς ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­να­λώ­νε­ται σὲ βι­ο­τι­κὲς μέ­ρι­μνες καὶ ὑ­πο­θέ­σεις τοῦ κό­σμου τού­του, λη­σμο­νών­τας τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή. Ὁ τρί­τος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πορ­ρί­πτει τὴν κλή­ση τοῦ Θε­οῦ, λέ­γον­τας «μό­λις παν­τρεύ­τη­κα καὶ δὲν μπο­ρῶ νὰ ἔρ­θω», εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος, ὁ ὁ­ποῖ­ος ξεχνᾶ ὅτι καὶ ὁ γάμος του ἀποκτᾶ νόημα καὶ ἀξία πραγματικὴ καὶ αἰώνια μόνο κοντὰ στὸν Θεό.

Ἀ­να­λο­γι­κὰ ὅ­λοι οἱ Χρι­στια­νοὶ προ­σκρού­ουν σὲ αὐ­τὰ τὰ τρί­α με­γά­λα ἐμ­πό­δι­α. Ὁ κό­σμος πα­ρα­σύ­ρει τοὺς ἀν­θρώ­πους μα­κρι­ὰ ἀ­πὸ τὴν ἐνθύμηση τοῦ Θε­οῦ, μέ­σα ἀ­πὸ τὶς φρον­τί­δες καὶ τὶς μέ­ρι­μνες. Αὐ­τὲς εἶ­ναι πα­γί­δες ποὺ ἐ­ξα­πα­τοῦν τὸν κά­θε ἕ­να πα­ρου­σι­α­ζό­με­νες ὡς τὸ ἀ­πο­λύ­τως ἀ­ναγ­καῖ­ο, τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν ση­κώ­νει ἀ­να­βο­λή. Ἕ­νας θέ­λει νὰ προ­σευ­χη­θεῖ, ἀλ­λὰ ὁ νοῦς του εἶ­ναι γε­μά­τος ἀ­πὸ τὶς φρον­τί­δες γιὰ τὸ σπί­τι ἢ τὴ δου­λειά του. Ἄλ­λος θέ­λει νὰ πά­ει στὴν Ἐκ­κλη­σί­α νὰ λει­τουρ­γη­θεῖ, ἀλ­λὰ προ­βάλ­λει μπρο­στά του ἡ ἀ­νάγ­κη τῶν οἰ­κο­νο­μι­κῶν φρον­τί­δων. Κά­ποιος ἄλ­λος, ἐ­πι­θυ­μεῖ νὰ πά­ει γιὰ ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση, ἀλ­λὰ ἡ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα δὲν τοῦ ἀ­φή­νει χρό­νο γιὰ αὐ­τό. Ὅ­λα τοῦ­τα κρα­τοῦν τὸν ἄν­θρω­πο μα­κρι­ὰ ἀ­πὸ τὸν Θε­ό. Ἔ­τσι περ­νᾶ ἡ μέ­ρα χω­ρὶς προ­σευ­χή, περ­νᾶ ἡ Κυ­ρι­α­κὴ χω­ρὶς Ἐκ­κλη­σί­α, περ­νᾶ ὁ χρό­νος χω­ρὶς γνήσια πνευματικὴ ζωή.

Ὁ πλοῦ­τος ἔπειτα, καὶ ἡ κακή του χρήση, ἀ­πο­τε­λεῖ μέ­γα ἐμ­πό­δι­ο στὴ σω­τη­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που. Ὁ ἀπό­στο­λος Παῦ­λος γρά­φει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ὅ­τι «οἱ βου­λό­με­νοι πλου­τεῖν, ἐμ­πί­πτου­σιν εἰς πει­ρα­σμόν, καὶ πα­γί­δας καὶ ἐ­πι­θυ­μί­ας πολ­λὰς ἀ­νο­ή­τους καὶ βλα­βε­ράς, αἵ­τι­νες βυ­θί­ζου­σι τοὺς ἀν­θρώ­πους εἰς ὄ­λε­θρον καὶ ἀ­πώ­λει­αν». Πράγ­μα­τι, ἡ πλε­ο­νε­ξί­α καὶ ἡ φι­λαρ­γυ­ρί­α τοῦ ἀν­θρώ­που δὲν τὸν ἀ­φή­νουν νὰ ἡ­συ­χά­σει καὶ ἐξαντλεῖ τὸν ἑ­αυ­τό του, προ­σπα­θών­τας νὰ ἀ­πο­κτή­σει πλοῦ­το. Κα­τὰ τὴν προ­σπά­θει­ά του, ὅ­μως, νὰ ἀ­πο­κτή­σει πλού­τη, ὁ ἄν­θρω­πος ἐνδέχεται νὰ ἀ­δι­κεῖ καὶ νὰ ἐκ­με­ταλ­λεύ­ε­ται τοὺς ἄλλους καὶ βέβαια νὰ ξε­χνᾶ καὶ τὸν Θε­ὸ καὶ τὴν πρό­σκλη­σή του στὸ δεῖ­πνο τῆς Βα­σι­λεί­ας του.

Συνεπῶς, εἶ­ναι φο­βε­ρὸ κα­κὸ ἡ ἀ­πόρ­ρι­ψη τῆς κλή­σης τοῦ Θε­οῦ καὶ τῆς ἰ­δι­αί­τε­ρης τι­μῆς πρὸς τὸν ἄν­θρω­πο. Εἰ­δι­κὰ ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­νή­κει δι­ὰ τοῦ βα­πτί­σμα­τος στὸ σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, ἡ ἄρ­νη­σή του νὰ ἀν­τα­πο­κρι­θεῖ στὴν κλή­ση τοῦ Θε­οῦ εἶναι πρᾶγμα τραγικό. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος μὲ πολλὴ πικρία το­νί­ζει ὅ­τι «πολ­λοί εἰ­σι κλη­τοί, ὀ­λί­γοι δὲ ἐ­κλε­κτοί». Οἱ πολ­λοί, αὐ­τοὶ οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­πὸ μό­νοι τους ἀρ­νοῦν­ται τὴν κλή­ση, δὲν προσβάλλουν μόνο αὐτὸν ποὺ τοὺς καλεῖ, ἀλλὰ ἀδικοῦν καὶ τὸν ἑαυτό τους: «οὐ­δεὶς τῶν ἀν­δρῶν ἐ­κεί­νων τῶν κε­κλη­μέ­νων», λέγει ὁ Θεός, «γεύ­σε­ταί μου τοῦ δεί­πνου». Καὶ ὁ ἀποκλεισμὸς ἀπὸ τὸ μεγάλο δεῖπνο δὲν σημαίνει τελικὰ τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ ὅτι ὅλοι αὐτοὶ δὲν ἦ­ταν ἄ­ξι­οι γιὰ μί­α τέ­τοια τι­μή.

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ

(Μθ. 1, 1-25)

Με­τὰ τὴν πα­ρα­κο­ὴ τῶν πρω­το­πλά­στων, ὁ ἄν­θρω­πος ἔ­χα­σε τὸν Θε­ό, βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸν Πα­ρά­δει­σο καὶ ὑπήχθη στὴ φθο­ρὰ καὶ τὴν ἁ­μαρ­τί­α. Ὁ εὔ­σπλα­χνος, ὅ­μως, Θε­ὸς πο­τὲ δὲν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὸ πλά­σμα του, ἀλ­λὰ προ­σπά­θη­σε ποι­κι­λο­τρό­πως νὰ τὸ ἐ­πα­να­φέ­ρει κον­τά του: τοῦ ἔ­δω­σε τοὺς Προ­φῆ­τες, τὸν Νό­μο, τὸν παι­δα­γώ­γη­σε, τὸν εὐ­ερ­γέ­τη­σε, τὸν ἀ­πεί­λη­σε, τὸν τι­μώ­ρη­σε, καὶ ἐν τέ­λει, ὅ­ταν ἦλ­θε τὸ πλή­ρω­μα τοῦ χρό­νου, ἔ­στει­λε τὸν Υἱ­ό του γιὰ νὰ ἀ­να­ζη­τή­σει καὶ νὰ σώ­σει τὸ «ἀ­πο­λω­λός», δηλαδὴ τὸν ἀ­πο­στά­τη ἄν­θρω­πο. Ἔ­τσι ἔ­λα­βε χώ­ρα τὸ μέ­γα μυ­στή­ρι­ο τῆς Ἐ­ναν­θρώ­πη­σης τοῦ Υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ. Τα­πει­νώ­νον­τας τὸ ἀ­τα­πεί­νω­τό του, κα­τέρ­χε­ται ἀ­πὸ τοὺς οὐ­ρα­νούς, εἰ­σέρ­χε­ται στὴν εὐ­τέ­λει­α τοῦ κό­σμου, γεν­νᾶ­ται καὶ γί­νε­ται ἄν­θρω­πος. Γεν­νᾶ­ται ὁ αἰ­ώ­νι­ος, γρά­φει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ὁ ἱ­ε­ρὸς Χρυ­σό­στο­μος, καὶ γί­νε­ται αὐ­τὸ ποὺ δὲν ἦ­ταν. Ἐ­νῶ ἦ­ταν Θε­ὸς γί­νε­ται ἄν­θρω­πος, χω­ρίς, ὅ­μως, νὰ παύ­σει νὰ εἶ­ναι Θε­ός. Δὲν ἔ­χα­σε δη­λα­δὴ τὶς θεῖ­ες του ἰ­δι­ό­τη­τες, γε­νό­με­νος ἄν­θρω­πος. Ὁ Λό­γος προ­σέ­λα­βε τὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα χω­ρὶς ἡ θεί­α του φύ­ση νὰ ἀλ­λοι­ω­θεῖ. Οὔ­τε ὅ­μως ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα ἄλ­λα­ξε καὶ με­τα­βλή­θη­κε σὲ Θε­ό.

Τοῦ­το ἀ­πο­τε­λεῖ πα­ρά­δο­ξο γιὰ πολ­λοὺς ἀν­θρώ­πους: δι­α­χρο­νι­κὸ σκάν­δα­λο γιὰ τοὺς Ἰ­ου­δαί­ους, δι­ό­τι δὲν δέ­χον­ται ὅτι ὁ Θε­ὸς δύ­να­ται νὰ πά­ρει τὴ μορ­φὴ δού­λου. Ἀ­νο­η­σί­α, γιὰ τοὺς πά­σης φύ­σε­ως εἰ­δω­λο­λά­τρες, πα­λαι­οὺς καὶ σύγ­χρο­νους, γιὰ τὴν τα­πεί­νω­ση ποὺ ἐ­πι­δει­κνύ­ει ὁ πλά­στης στὸ πλά­σμα. Γιὰ ἐ­μᾶς, ὅ­μως, ἡ Ἐ­ναν­θρώ­πη­ση ἀ­πο­τε­λεῖ μέ­γι­στο θαῦ­μα καὶ τὸ θε­μέ­λι­ό τῆς πί­στης μας. Ὁ Ἐ­ναν­θρω­πή­σας πλέ­ον, ὡς νέ­ος Ἀ­δάμ, προ­σφέ­ρει τὴν ἀ­να­γέν­νη­ση στὸ πλά­σμα του καὶ ἀ­ναι­ρεῖ τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τῆς ἀ­νυ­πα­κο­ῆς τοῦ πρώ­του Ἀ­δάμ, δη­λα­δὴ τὴ φθο­ρὰ καὶ τὸν θάνατο, καὶ προ­σφέ­ρει τὸ φύ­ρα­μα τῆς δι­κῆς μας ἀ­νά­πλα­σης καὶ θέ­ω­σης.

Ὁ Χρι­στὸς γεν­νᾶ­ται ἀ­πορ­ρή­τως καὶ ὑ­πὲρ τοὺς νό­μους τῆς φύ­σε­ως στὸ εὐ­τε­λὲς σπή­λαι­ο τῆς Βη­θλε­ὲμ ἀ­πὸ τὴν παρ­θέ­νο Μα­ρί­α. Ἀ­νυ­μνεῖ­ται ἀ­πὸ τὶς στρα­τιὲς τῶν ἐ­που­ρα­νί­ων δυ­νά­με­ων, θαυ­μά­ζε­ται ἀ­πὸ τοὺς ἁ­πλο­ϊ­κοὺς ποι­μέ­νες καὶ προ­σκυ­νεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς μά­γους.

Κατ’ ἀ­να­λο­γί­α καὶ ἐ­μεῖς οἱ ἄν­θρω­ποι, βρι­σκό­με­νοι μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ ὑ­περ­φυ­ὲς μυ­στή­ρι­ο, κα­λού­μα­στε νὰ τὸ προ­σεγ­γί­σου­με ὀρ­θά. Ἡ γέν­νη­ση τοῦ Σω­τήρα Χρι­στοῦ, γράφει ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, δὲν ἑ­ορ­τά­ζε­ται κο­σμι­κά, μὲ φω­τά­κια, στο­λί­δια καὶ φα­γο­πό­τια, ἀλ­λὰ πνευ­μα­τι­κὰ καὶ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κά. Ἡ πνευματικὴ ἐγρήγορση ποὺ προηγεῖται, δηλαδὴ ἡ μετάνοια, ὁ ἐκκλησιασμὸς καὶ ἡ σύμμετρη νη­στεί­α, εἶ­ναι ἄ­θλη­μα πνευ­μα­τι­κό, τὸ ὁποῖο μᾶς προ­ε­τοι­μά­ζει γιὰ τὴν ὑ­πο­δο­χὴ τοῦ Θεί­ου Βρέ­φους.

Οἱ τό­τε ἀλ­λο­ε­θνεῖς καὶ ἀλ­λό­φυ­λοι μά­γοι, ἀ­κο­λου­θών­τας ἐξ Ἀ­να­το­λῶν τὸ πα­ρά­ξε­νο ἀ­στέ­ρι, ἔ­φτα­σαν στὸν νε­ο­γέν­νη­το Βα­σι­λέ­α καὶ προ­σκυ­νών­τας τον, τοῦ προ­σέ­φε­ραν τὰ δῶ­ρα τους, χρυ­σό, λι­βά­νι καὶ σμύρ­να. Χρυ­σό, ὡς Βα­σι­λέ­α, λι­βά­νι, ὡς Θε­ὸ καὶ σμύρ­να, ὡς θνη­τὸ ἄν­θρω­πο.

Ἐ­μεῖς, ἀ­κο­λου­θών­τας τὸ φῶς τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου καὶ τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Θε­οῦ καὶ ρυθ­μί­ζον­τας τὴ ζω­ή μας σύμ­φω­να μὲ αὐ­τές, θὰ φτά­σου­με στὸν Χρι­στό, στὸν ὁ­ποῖ­ο πρέ­πει νὰ προ­σφέ­ρου­με τὰ δι­κά μας δῶ­ρα: Τὸ χρυ­σά­φι, δη­λα­δὴ τὴν κα­θα­ρὴ ἀ­πὸ κά­θε πο­νη­ρὸ καὶ ἄ­το­πο λο­γι­σμό, καρ­διά μας, τὸ λι­βά­νι, δη­λα­δὴ τὴν ἀ­γά­πη μας πρὸς τὸν Θε­ὸ καὶ τὸν πλη­σί­ον, ὡς προ­σευ­χή, τα­πεί­νω­ση, ἐ­λε­η­μο­σύ­νη καὶ φι­λαν­θρω­πί­α, καὶ τὴ σμύρ­να, δη­λα­δὴ τὴν κα­τά­νυ­ξη καὶ τὴ μετάνοια.

Οἱ μά­γοι, ἀ­φοῦ προ­σκύ­νη­σαν τὸ θεῖ­ο βρέ­φος δὲν ἐ­πέ­στρε­ψαν στὴν πα­τρί­δα τους ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο δρό­μο, ἀλ­λὰ δι­ὰ μέ­σου κά­ποιου ἄλ­λου. Τὸ ἴ­διο ἀ­κρι­βῶς ὀ­φεί­λου­με νὰ κά­νου­με καὶ ἐ­μεῖς. Με­τὰ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ προ­ε­τοι­μα­σί­α γιὰ τὴ γέν­νη­ση τοῦ Χρι­στοῦ καὶ τὴ συ­νε­πα­κό­λου­θη με­το­χή μας στὴν πνευ­μα­τι­κὴ χα­ρὰ τῆς γιο­ρτῆς, δὲν πρέ­πει νὰ ἐ­πι­στρέ­ψου­με στὰ ἴ­δια. Δη­λα­δὴ πρέ­πει νὰ ἀλ­λά­ξου­με τρό­πο ζω­ῆς καὶ νὰ μὴν ἐμ­μεί­νου­με στὰ παλαιά μας λάθη. Ἐγ­κα­τα­λεί­πον­τας τὸν δρό­μο τῶν κα­κῶν συ­νη­θει­ῶν, ἂς ἀ­γω­νι­στοῦ­με ὥ­στε ἡ Γέν­νη­ση τοῦ Χρι­στοῦ νὰ ἀ­πο­τε­λέ­σει καὶ τὴ δι­κή μας ἀ­να­γέν­νη­ση στὸν δρό­μο τοῦ Θε­οῦ.

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ

(Μθ. 2, 13-23)

Ὅ­λα ὅ­σα ἀ­φο­ροῦν τὸν Δε­σπό­τη Χρι­στὸ εἶ­ναι θαυ­μα­στὰ καὶ πα­ρά­δο­ξα καὶ κα­τα­δει­κνύ­ουν τὴν ἰ­σχύ του. Μὲ μό­νο τὸν λό­γο καὶ τὴ θέ­λη­σή του δη­μι­ούρ­γη­σε τὰ πάν­τα ἐκ τοῦ μὴ ὄν­τος, τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ τὴ γῆ καὶ ὅ­λα ὅ­σα πε­ρι­έ­χον­ται στὴ συμ­παν­τι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ἀ­πὸ τοὺς φω­τό­μορ­φους ἀγ­γέ­λους, τὶς ἄ­υλες πνευ­μα­τι­κὲς δυ­νά­μεις, τὸν ἐν­τυ­πω­σι­α­κὸ ὑ­λι­κὸ κό­σμο τῶν πλα­νη­τῶν καὶ τῶν ἀ­στέ­ρων, τὸν κατ’ εἰ­κό­να καὶ καθ’ ὁ­μοί­ω­σιν αὐ­τοῦ ἄν­θρω­πο, τὰ πλή­θη τῶν πε­τει­νῶν, τῶν ἐ­να­λί­ων καὶ τῶν χερ­σαί­ων πλα­σμά­των, μέ­χρι τὰ τα­πει­νὰ καὶ ἐ­φή­με­ρα ἄν­θη, τὰ πάν­τα λαμ­βά­νουν τὸ εἶ­ναι τους καὶ δι­α­κρα­τοῦν­ται στὴν ὕ­παρ­ξη, χά­ρη στὴ δύ­να­μη καὶ σο­φί­α τοῦ Κτί­στη. Ὅ­λα τοῦ­τα δὲν κά­νουν τί­πο­τε ἄλ­λο ἀ­πὸ τοῦ νὰ δι­α­λα­λοῦν τὴν ἰ­σχὺ καὶ τὸ με­γα­λεῖ­ο του Θε­οῦ.

Τὸ πλέ­ον θαυ­μα­στὸ ὅ­μως, τὸ ἄ­γνω­στο καὶ κε­κρυμ­μέ­νο μυ­στή­ρι­ο μυ­στη­ρί­ων, εἶ­ναι ἡ Ἐ­ναν­θρώ­πη­ση τοῦ ἴ­διου τοῦ Θε­οῦ. Αὐ­τὴ εἶ­ναι πα­ρά­δο­ξη δι­ό­τι συν­τε­λεῖ­ται μὲ τέ­τοιο τρό­πο ποὺ οἱ νό­μοι τῆς φύ­σε­ως νι­κῶν­ται. Ὁ Λό­γος τοῦ Θε­οῦ συλ­λαμ­βά­νε­ται στὴν ἄ­σπι­λη καὶ παρ­θε­νι­κὴ γα­στέ­ρα τῆς Πα­να­γί­ας, τὴν ὁ­ποί­α τὸ Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα πλάτ­τει σὲ να­ὸ τοῦ Ὑ­ψί­στου Θε­οῦ. Ἡ τα­πει­νὴ κό­ρη Μα­ρι­ὰμ γί­νε­ται μη­τέ­ρα τοῦ Υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ καὶ ἡ παρ­θε­νί­α της φυ­λάτ­τε­ται καὶ ἡ ἀ­φθαρ­σί­α της οὐ­δό­λως πα­ρα­βλά­πτε­ται. Ἡ ἀ­λό­χευ­τος γα­στήρ της τί­κτει χω­ρὶς νὰ προ­η­γη­θεῖ μί­ξη μετ’ ἀν­δρός. Ὁ Θε­ὸς τα­πει­νώ­νε­ται, κε­νώ­νον­τας τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ οἰ­κο­νο­μῶν­τας τὸ μυ­στή­ρι­ο τῆς σω­τη­ρί­ας τῶν ἀν­θρώ­πων. Ἡ Ἐ­ναν­θρώ­πη­ση εἶ­ναι ἡ γέν­νη­ση τοῦ Υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ ἐκ παρ­θέ­νου καὶ ἡ ἐ­πι­δη­μί­α του ἐ­πὶ τῆς γῆς. Ὁ ὑ­περ­φυ­ὴς τό­κος, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρα­μέ­νει ἀ­νερ­μή­νευ­το μυ­στή­ρι­ο, δὲν ἐ­λάτ­τω­σε τὴ θε­ό­τη­τα τοῦ Χρι­στοῦ οὔ­τε καὶ ἀλ­λοί­ω­σε τὴν ἄ­κτι­στό του φύ­ση οὔ­τε μεί­ω­σε τὴ θε­ϊ­κή του δύ­να­μη οὔ­τε χώ­ρι­σε τὸν Υἱ­ὸ ἀ­πὸ τὴν ὑ­πό­λοι­πη Τρι­ά­δα. Ἀντ’ αὐ­τοῦ ὅ­μως ἡ γέν­νη­ση σχη­μά­τι­σε σὲ κτι­στὴ μορ­φὴ τὸν κτί­στη τῶν ἁ­πάν­των καὶ ἡ σάρ­κω­ση εἶ­χε ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα ὁ κό­σμος νὰ χω­ρέ­σει τὸν ἀ­χώ­ρη­το. Ὁ ἄ­ναρ­χος ἄρ­χε­ται, χω­ρὶς ἡ Τρι­ά­δα νὰ ὑ­πο­στεῖ ἀλ­λοί­ω­ση. Ὁ Υἱ­ὸς ἑ­νώ­νε­ται ἀ­σύγ­χυ­τα μὲ τὴν ἀν­θρώ­πι­νη σάρ­κα καὶ πα­ρα­μέ­νον­τας Υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ γί­νε­ται καὶ υἱ­ὸς τοῦ ἀν­θρώ­που. Ὁ Ἐ­ναν­θρω­πή­σας Θε­ὸς γί­νε­ται κα­τὰ πάν­τα ὅ­μοι­ος μὲ ἐ­μᾶς, πλὴν ἁ­μαρ­τί­ας, γιὰ νὰ λύ­σει τὴν κα­τά­ρα καὶ νὰ μᾶς ἐ­λευ­θε­ρώ­σει ἀ­πὸ τὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ τὸν θά­να­το. Ὁ σαρ­κω­θεὶς Θε­ὸς νέ­κρω­σε τὸν θά­να­το δι­ὰ τοῦ τά­φου του καὶ προ­σέ­φε­ρε στὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση δό­ξα μέ­σα ἀ­πὸ τὴ δι­κή του ἀ­τι­μί­α.

Ὁ Δε­σπό­της Χρι­στὸς ἀ­πο­τε­λεῖ τὸν δεύ­τε­ρο Ἀ­δάμ, δι­ό­τι καὶ ὁ πρῶ­τος Ἀ­δὰμ ἦ­ταν τύ­πος, κα­τὰ σάρ­κα, τοῦ Χρι­στοῦ. Ὁ δοῦ­λος, δη­λα­δὴ ὁ Ἀ­δάμ, ἦ­ταν ἀρ­χὴ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης, ὁ Δε­σπό­της ἀρ­χὴ τῆς ἀ­τε­λεύ­τη­της ζω­ῆς. Τὸν Ἀ­δὰμ πλα­στούρ­γη­σαν οἱ χεῖ­ρες τοῦ Θε­οῦ, ὁ Υἱ­ὸς σαρ­κώ­θη­κε μὲ τὸν τρό­πο ποὺ μό­νο αὐ­τὸς γνω­ρί­ζει. Ὁ Ἀ­δὰμ ἔ­γι­νε κατ’ εἰ­κό­να Θε­οῦ, ἐ­νῷ ὁ Χρι­στὸς εἶ­ναι ἡ ἄ­κτι­στη εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ. Ὁ Ἀ­δὰμ ἐμ­ψυ­χώ­θη­κε δι­ὰ τοῦ θεί­ου ἐμ­φυ­σή­μα­τος, ὁ Δε­σπό­της ἐμ­φα­νί­στη­κε ὑ­πὸ μορ­φὴ δού­λου. Ὁ Ἀ­δὰμ εἶ­χε ὡς ἐν­δι­αί­τη­μα τὸν πα­ρά­δει­σο καὶ ὁ Δε­σπό­της τὸν οὐ­ρα­νὸ ὡς θρό­νο. Ὁ Ἀ­δὰμ ἦ­ταν ἡ κο­ρω­νί­δα τῆς κτί­σε­ως, ὅ­μως ὁ Χρι­στὸς εἶ­ναι ἡ κε­φα­λὴ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ὁ Ἀ­δὰμ πῆ­ρε καὶ ἔ­φα­γε ἀ­πὸ τὸν ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νο καρ­πὸ καὶ εἰ­σή­γα­γε στὸν κό­σμο τὸν θά­να­το. Ὁ Δε­σπό­της Χρι­στὸς ἅ­πλω­σε τὰ χέ­ρια του στὸν Σταυ­ρὸ καὶ λύ­τρω­σε τὸν κό­σμο. Ὁ Ἀ­δὰμ πα­ρα­κού­ον­τας τὴν ἐν­το­λὴ τοῦ Θε­οῦ ἐκ­πί­πτει τῆς δό­ξας τοῦ πα­ρα­δεί­σου, πα­ρα­σύ­ρον­τας στὴ φθο­ρὰ ὅ­λο τὸ ἀν­θρώ­πι­νο γέ­νος. Ὁ Ἐ­ναν­θρω­πή­σας Υἱ­ός, ὑ­πα­κού­ον­τας στὸν Πα­τέ­ρα, γί­νε­ται τὸ ἀρ­χέ­τυ­πο καὶ ἡ νέ­α μή­τρα τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας γιὰ τὴν και­νὴ ζω­ὴ καὶ τὴν ἐ­πα­να­γω­γὴ τῶν πάν­των στὴν ἀρ­χι­κή τους δό­ξα.

Ὁ Δε­σπό­της Χρι­στὸς ἐξ οὐ­ρα­νῶν ἐ­πε­δή­μη­σε στὴ γῆ καὶ σαρ­κω­θεὶς ἐξ ἀ­πει­ράν­δρου κό­ρης προ­σέ­φε­ρε στὸν κό­σμο τὴ σω­τη­ρί­α. Τοῦ­το εἶ­ναι ἀ­φορ­μὴ πα­νη­γύ­ρε­ως. Τοῦ­το ἀ­πο­τε­λεῖ τὴν ὀμορφιὰ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, τοῦ­το φαι­δρύ­νει τὴ ζω­ή μας, τοῦ­το με­τα­βάλ­λει τὸ λυ­πη­ρὸ τῆς ἐ­πι­μό­χθου ζω­ῆς εἰς ἡ­δο­νὴ ἄ­φα­το. Τοῦ­το ση­μαί­νει τὴν ἀ­να­το­λὴ τῆς ζω­ῆς, τοῦ­το εἶ­ναι χα­ρᾶς πνευ­μα­τι­κῆς γε­ώρ­γι­ο. Τέ­τοιες ὀ­φεί­λουν νὰ εἶ­ναι οἱ δι­κές μας, οἱ χρι­στια­νι­κὲς πα­νη­γύ­ρεις, θεῖ­ες καὶ πα­ρά­δο­ξες. Τοι­ου­το­τρό­πως γί­νον­ται ὄν­τως πη­γὲς καὶ θη­σαυ­ροὶ σω­τη­ρί­ας.

Actions: E-mail | Permalink |
halkali escort halkali escort istanbul escort beylikduzu escort sirinevler escort beylikduzu escort sirinevler escort beylikduzu escort sisli escort
aydin escort bingöl escort