ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ
03

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ

(Μθ. 25, 31-46)

Τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο μᾶς ὑπενθυμίζει μία μεγάλη ἀλήθεια. Τὴν περασμένη Κυριακὴ διαβάσαμε τὴν εὐαγγελικὴ περικοπὴ τοῦ ἀσώτου υἱοῦ, ἢ ἀλλιῶς τοῦ σπλαχνικοῦ πατέρα, ἡ ὁποία ἀφοροῦσε στὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος περιμένει τὸ πλάσμα του νὰ ἐπιστρέψει. Αὐτὸ ὅμως δὲν πρέπει νὰ μᾶς κάνει νὰ ξεχνᾶμε καὶ τὴ δικαιοσύνη του. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μοναχὰ στοργικὸς πατέρας. Εἶναι καὶ δίκαιος Κριτής. Θὰ κρίνει ὄχι μόνο τοὺς Χριστιανούς, ἀλλὰ καὶ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, πιστοὺς καὶ ἀπίστους. Bάση τῆς κρίσεως θὰ εἶναι ἡ ἀγάπη. Ἡ στάση μας δηλαδὴ ἀπέναντι στοὺς συνανθρώπους μας, τὸ πῶς τοὺς ἀντιμετωπίζουμε καὶ πῶς τοὺς συμπεριφερόμαστε.

 Ἡ κρίση θὰ εἶναι καθολικὴ καὶ παγκόσμια, ὅπως καθολικὸ καὶ παγκόσμιο θὰ εἶναι καὶ τὸ κριτήριο. Ὁ παγκόσμιος νόμος τῆς ἀνθρωπιᾶς, ὁ νόμος ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἔθεσε στὸ πλάσμα του, εἶναι τὸ πλαίσιο, στὸ ὁποῖο συναντῶνται ὅλοι, χριστιανοὶ καὶ μή. Στὸν νόμο αὐτό, δὲν ὑπάρχει χῶρος γιὰ προφάσεις καὶ δικαιολογίες. Ἡ πεῖνα, ἡ δίψα, ἡ γύμνια, ἡ ἀσθένεια, ἡ φυλακὴ βοοῦν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνουν κρυφά, γιὰ νὰ μπορεῖ κανεὶς νὰ ἰσχυρισθεῖ πὼς δὲν τὰ πρόσεξε. Κανένας δὲν μπορεῖ νὰ τὰ ἀγνοήσει, χωρὶς προηγουμένως νὰ ἔχει παύσει νὰ ἔχει συναισθήματα ἀνθρώπου καὶ νὰ ἔχει τελείως ἐξαθλιώσει, τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μέσα του.

Εἶναι φοβερὸ τὸ κριτήριο τοῦ Θεοῦ, διότι ζοῦμε μὲ τέτοιο τρόπο ποὺ δαπανοῦμε τὸν χρόνο μας σὲ ἔργα ματαιότητας, τὰ ὁποῖα δὲν ἀντέχουν στὸ φῶς τῆς αἰωνιότητας. Δὲν δικαιωνόμαστε ἐνώπιον τοῦ Κριτῆ γιὰ ὅσα ὁ κόσμος θεωρεῖ μεγάλα καὶ σπουδαῖα: τὶς γνώσεις, τὶς ὑψηλὲς θέσεις, τοὺς τίτλους, τὰ ἀξιώματα, τὸν πλοῦτο, τὴ δόξα. Αὐτά, ἐφόσον τὰ ἐπιδεικνύουμε ἐγωιστικὰ καὶ δὲν τὰ χρησιμοποιοῦμε πρὸς ὄφελος καὶ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, ἐνδέχεται νὰ μᾶς ὀδηγήσουν στὴν καταδίκη. Ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ θὰ κριθοῦμε βάσει τῆς ἔμπρακτης ἐφαρμογῆς τῆς ἀγάπης. Ὄχι ὡς ἄτομα, ἀλλὰ ὡς μέλη τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας. Ὁ Θεὸς δὲν ἔπλασε ἄτομα, αὐτόνομα καὶ ἀνεξάρτητα. Μᾶς ἔπλασε γιὰ νὰ ζοῦμε σὲ σχέση μὲ τοὺς ἄλλους. Οἱ μεγαλύτερες ἀρετές, ἂν μείνουν ἁπλῶς ἀτομικές, εἶναι χωρὶς ἀντίκρυσμα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, διότι δὲν βρήκαν τὴν πραγμάτωσή τους μέσα στὴν ἀνθρώπινη κοινωνία. Δὲν καταξιώθηκαν δηλαδὴ ὡς διακονία καὶ ὡς θυσία ὑπὲρ τῶν συνανθρώπων.

 Ἡ ἐγκράτεια καὶ ἡ εὐλάβεια καὶ ἡ νηστεία καὶ σύνολη ἡ ἄσκησή μας, εἶναι πράγματα θεάρεστα μόνο ὅταν πραγματώνουν τὴ διακονία τοῦ πλησίον. Ἂν ὅλα αὐτὰ γίνονται μὲ στόχο μία ἀτομικὴ δικαίωση καὶ ὄχι ὡς ὑπηρεσία τῶν συνανθρώπων, δηλαδὴ τοῦ πλησίον, ἀνεξάρτητα τοῦ ἂν αὐτὸς εἶναι δικός μας ἢ ξένος, πονηρὸς ἢ ἀγαθός, τότε μᾶς ἐλέγχει ἡ φωνὴ τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ: «Ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν» (Μθ. 9, 13), μᾶς προειδοποιεῖ! Ἀγάπη θέλω καὶ ὄχι τὴ θρησκευτικότητα, ποὺ ἀποβλέπει στὴν αὐτοέξαρση καὶ τὴν αὐτοπροβολὴ καὶ τὴν αὐτοϊκανοποίση, ποὺ βλέπει κάθε τι τὸ ἐξωτερικὸ ὡς πεμπτουσία τῆς εὐσέβειας, καὶ λησμονεῖ τὴν ἀγαπὴ πρὸς τὸν ἄνθρωπο.

Στὸν χῶρο τῆς ἀληθινῆς πίστεως δὲν ἰσχύει ἡ ἀτομικὴ εὐσέβεια. Ἔχει ὅμως ἀξία ἡ ἐκκλησιαστική, ἡ ὁποία συνοδεύεται ἀπὸ τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης. Ὁ στίβος τοῦ χριστιανοῦ εἶναι καὶ ἡ κοινωνία καὶ ὄχι μόνο τὸ «ταμεῖον», ἡ ἀπομόνωσή του δηλαδὴ ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Στὸ «ταμεῖον» του καταφεύγει ὁ χριστιανὸς γιὰ τὸν πνευματικό του ἀνεφοδιασμό. Ποτὲ ὅμως δὲν πρέπει νὰ ἐξαντλεῖται ἡ χριστιανική του ζωὴ στὸν στενὸ χῶρο τῆς ἀτομικότητάς του. Κάτι τέτοιο θὰ σήμαινε ἀνευθυνότητα καὶ δειλία ἔναντι τοῦ πόνου ποὺ βιώνει ὁ συνάνθρωπος. Ἂν ἡ πνευματικότητά μας εἶναι ὀρθή, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ὁδηγεῖ σὲ ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη. Σὲ διαφορετικὴ περίπτωση ἀπέχουμε ἀπὸ τοῦ νὰ εἴμαστε σωστοὶ χριστιανοί.

Ὁ Χριστός, ὡς ὁ δίκαιος Κριτής, μᾶς ξεχωρίζει ὡς ἀληθινὰ παιδιά του καὶ ὡς τηρητὲς τοῦ λόγου του, καὶ μᾶς ἐπιδαψιλεύει τὴν ἀτελεύτητη εὐφροσύνη τῆς βασιλείας του, μετρώντας τὸν κόπο καὶ τὴ στάση μας ἀπέναντι στοὺς ἐμπερίστατους τοῦ κόσμου.

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ

(Μθ. 6, 14-21)

Εἰσερχόμαστε αὔριο στὸ στάδιο τῶν ἀρετῶν, στὴν πνευματικὴ ἄσκηση καὶ τὴν προετοιμασία γιὰ τὸ πάθος καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Ὁ τρόπος ποὺ θὰ πρέπει νὰ τὸ διαπεράσουμε εἶναι συγκεκριμένος. Πρέπει νὰ ἀγωνιστοῦμε στὴν ταπείνωση καὶ στὴν ἀγάπη καὶ στὴν τήρηση τοῦ θείου θελήματος.

Ὁ Θεός, περισσότερο ἀπὸ ὅλα, ἀποστρέφεται καὶ μισεῖ τὴ μνησικακία καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ ἐπιδοκιμάζει τὴν ἀρετὴ τῆς συγχωρητικότητας. Τὸ νὰ συγχωροῦμε καὶ νὰ δίδουμε συγνώμη σὲ ὅσους μᾶς φταῖνε εἶναι πρᾶγμα μέγα καὶ ὁδηγεῖ στὴν ἄφεση καὶ τῶν δικῶν μας σφαλμάτων. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος λέει: «Ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος· ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν». Κανεὶς δὲν μᾶς ἀγαπᾶ περισσότερο ἀπὸ τὸν Θεό˙ μᾶς δημιούργησε, μᾶς εὐεργετεῖ ποικιλοτρόπως καὶ πρόκειται νὰ μᾶς προσφέρει τὴ μακαριότητα τοῦ Παραδείσου. Ὡς ἀντάλλαγμα ζητᾶ ἀπὸ ἐμᾶς νὰ ἀγαπήσουμε καὶ νὰ συγχωρήσουμε τὸν ἄλλο. Ὄχι ἐπειδὴ ἐμεῖς εἴμαστε καλύτεροι ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ ἐπειδὴ καὶ ἐμεῖς φταῖμε καὶ σφάλλουμε. Ἄπειρα τὰ ἁμαρτήματά μας˙ δὲν περηφανευόμαστε, δὲν κενοδοξοῦμε, δὲν μνησικακοῦμε, δὲν περιφρονοῦμε τοὺς ἐμπερίστατους; Πῶς θὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τοῦτα; Μὲ τὸν εὔκολο καὶ σύντομο δρόμο ποὺ μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός, δηλαδὴ τὴ συγχώρηση αὐτοῦ ποὺ σφάλλει πρὸς τὸ πρόσωπό μας καὶ μᾶς ἀδικεῖ. Ἔτσι διαγράφονται καὶ τὰ δικά μας σφάλματα καὶ γινόμαστε ξανὰ ταπεινὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ.

Ἂν ὅμως δὲν θέλουμε νὰ συγχωρέσουμε, μένουμε στὴν ἁμαρτία μας καὶ διώχνουμε μακριὰ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Πῶς θὰ προσευχηθοῦμε τότε, πῶς θὰ ζητήσουμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, πῶς θὰ κοινωνήσουμε, πῶς θὰ ἀναπαύσουμε τὴν ψυχή μας; Ἂς παύσουμε λοιπὸν τὴ νόσο τῆς ἔχθρας καὶ τῆς μνησικακίας, ἂς εὐεργετήσουμε τοὺς ἐχθρούς μας, ὥστε νὰ ἑλκύσουμε ἄφθονο τὸ ἔλεος τοῦ Κυρίου.

Μᾶς ζητάει ταυτόχρονα ὁ Κύριος νὰ ἀποβάλουμε τὴν ὑποκρισία καὶ τὴν ἀνθρωπαρέσκεια: «Ὅταν δὲ νηστεύητε, μὴ γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ σκυθρωποί· ἀφανίζουσι γὰρ τὰ πρόσωπα αὐτῶν ὅπως φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις νηστεύοντες». Ἂς μὴν μεταβάλουμε τὴν ἀρετὴ τῆς ἐγκράτειας σὲ μέσο δικῆς μας προβολῆς. Ἡ νηστεία σκοπὸ ἔχει νὰ μᾶς ταπεινώσει, νὰ ἁπαλύνει τὰ ψυχικὰ πάθη, νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ ἀποκολληθοῦμε ἀπὸ τὰ περιττὰ τῆς καθημερινότητας, νὰ μᾶς ὁδηγήσει σὲ συντριβὴ καὶ κατάνυξη, σὲ προσευχὴ θερμὴ καὶ εἰλικρινῆ, νὰ κάνει ἐν τέλει εὐκολότερη τὴν πορεία μας πρὸς τὸν οὐρανό. Ἂς μὴν λησμονοῦμε ὅτι σήμερα «ἀνάμνησιν ποιούμεθα τῆς ἀπὸ τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς ἐξορίας τοῦ Πρωτοπλάστου Ἀδάμ». Διὰ τῆς βρώσεως τοῦ ἀπαγορευμένου καρποῦ ἐκδιωχθήκαμε τοῦ Παραδείσου. Τώρα ὀχυρομένοι μὲ τὴν ἄτυφη νηστεία, ἐπιδιώκουμε νὰ ἀποβάλουμε ἀπὸ τὴν καρδία μας κάθε κακία καὶ κάθε ἐγωισμὸ καὶ κάθε ἀνθρωπαρέσκεια, ὥστε νὰ γίνουμε ἐκ νέου οἰκήτορες τοῦ Παραδείσου. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ χρησιμοποιοῦμε τὴ νηστεία γιὰ νὰ προβάλουμε ὑποκριτικὰ τὴ δῆθεν εὐσέβειά μας, ὥστε ἐκεῖνος ποὺ θὰ δεῖ τὸ ταλαιπωρημένο πρόσωπο καὶ σῶμα μας νὰ μᾶς παινέψει ὡς καλοὺς Χριστιανούς, ὡς μεγάλους ἀσκητές, ὡς τηρητὲς τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ. Σὲ μιὰ τέτοια περίπτωση τὸ μόνο ὄφελος αυτοῦ τοῦ εἴδους τῆς νηστείας ἀφορᾶ στὸν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων: «ἀμὴν λέγω ὑμῖν», μᾶς διαβεβαιώνει ὁ Κύριος «ὅτι ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν». Οἱ ὑποκριτὲς αὐτοὶ δὲν λαμβάνουν θεία χάρη, ἀλλὰ χορταίνουν μὲ τὴν κενοδοξία τους. Γνήσιος ἐργάτης τῆς ἀρετῆς εἶναι αὐτὸς ποὺ τηρεῖ τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ μόνο γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι γιὰ νὰ δοξαστεῖ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Ἡ ἀληθινὴ συνεπῶς νηστεία, ἡ ἀνυπόκριτη, εἶναι ἀγῶνας κατὰ τῶν παθῶν, γι᾽ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ περιορίζεται μόνο στὴν ἀποφυγὴ κάποιων τροφῶν. Ὁ περιορισμὸς καὶ ἡ ἐγκράτεια στὶς τροφὲς πρέπει νὰ συνοδεύονται καὶ ἀπὸ τὴν ἐγκράτεια καὶ τῶν ἄλλων αἰσθήσεων. Ἀληθινὴ νηστεία, μᾶς διδάσκει ἡ Ἐκκλησία, εἶναι ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὴν ἐπιτέλεση τοῦ κακοῦ, εἶναι ἡ ἀποφυγὴ τῆς καταλαλιᾶς καὶ τῆς συκοφαντίας, εἶναι ἡ ἀποβολὴ τοῦ θυμοῦ, τοῦ ψεύδους καὶ τοῦ μίσους πρὸς τὸν συνάνθρωπο.

Ἐπιλέγοντας λοιπὸν τὴν ἀγὰπη καὶ τὴ συγχωρητικότητα ἔναντι τῶν ἄλλων, μὲ κατὰ Θεὸν ἀγῶνα καὶ μὲ γνήσια μετάνοια, ἂς εἰσέλθουμε στὸ στάδιο τῶν ἀρετῶν.


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

(Ἰω. 1, 44-52)

Σή­με­ρα, Κυ­ρι­α­κὴ τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας «ἡ­μέ­ραν χαρ­μο­νι­κὴν θε­όφρο­νες, δεῦ­τε τε­λέ­σω­μεν, νῦν οὐ­ρα­νὸς εὐ­φραί­νε­ται καὶ γῆ, καὶ ἀγ­γέ­λων τὰ τάγ­μα­τα, καὶ τῶν βρο­τῶν συ­στή­μα­τα».

Αὐ­τὴ τὴ μέ­ρα σύνο­λο τὸ πλή­ρω­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας πα­νη­γυ­ρί­ζει τὴν ὁ­ρι­στι­κὴ «ἀ­να­στύ­λω­ση» τῶν εἰ­κό­νων. Ἕ­να γε­γο­νὸς ποὺ ἔ­γι­νε στὶς 11 Μαρ­τί­ου τοῦ 843, τὴν πρώ­τη Κυ­ρι­α­κὴ τῆς Μ. Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς ἐ­κεί­νου τοῦ ἔ­τους, ὅταν Πα­τρι­άρ­χης Κωνσταντινουπόλεως ἦταν ὁ Με­θό­δι­ος καὶ αὐ­το­κρά­τει­ρα ἡ Θε­ο­δώ­ρα.

Ἡ «ἀ­να­στύ­λω­ση» οὐ­σι­α­στι­κὰ ἐ­πα­νέφερε τὴν τι­μη­τι­κὴ προ­σκύ­νη­ση τῶν ἱ­ε­ρῶν εἰ­κό­νων ποὺ εἶχε ἤδη κατοχυρωθεῖ προ­η­γου­μέ­νως, μὲ τὸν δογ­μα­τι­κὸ ὅρο τῆς Ζ΄ Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συνόδου τὸ 787. Σὲ αὐ­τὴ τὴ Σύ­νο­δο ὁρίστηκε καὶ διατυπώθηκε θεολογικῶς ἡ ὀ­φει­λό­με­νη τι­μὴ πρὸς τὶς ἱ­ε­ρὲς εἰ­κό­νες, ἐνῶ ταυτόχρονα δι­ευ­κρι­νί­στη­καν καὶ ἄλ­λα ση­μεῖ­α τῆς χρι­στια­νι­κῆς πί­στε­ως, ἔ­τσι ὥ­στε νὰ μποροῦμε πλέον νὰ ὁ­μι­λοῦ­με γιὰ θρί­αμ­βο τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας.

Ἡ προ­σκύ­νη­ση τῆς εἰ­κό­νας δὲν ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν ὕ­λη, τὸ ξύ­λο δηλαδὴ καὶ τὰ χρώματα, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται γιὰ τὴν εἰκονογραφικὴ παράσταση ἑνὸς προσώπου ἢ κάποιου εὐαγγελικοῦ γεγονότος. «Προ­σκυ­νοῦ­μεν», μᾶς λέει ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, «ταῖς εἰ­κό­σιν οὐ τῇ ὕ­λῃ προ­σφέ­ρον­τες τὴν προ­σκύ­νη­σιν, ἀλ­λὰ δι’ αὐ­τῶν τοῖς ἐν αὐ­ταῖς εἰ­κο­νι­ζο­μέ­νοις». Ὁ ἀσπασμὸς δηλαδὴ τῶν εἰκόνων εἶναι ὁ τρόπος ποὺ ὁ πιστὸς τιμᾶ τὰ εἰκονιζόμενα πρόσωπα. Ὅπως δὲ χαρακτηριστικὰ ἐπεξηγεῖ ὁ Μ. Βασίλειος: «ἡ τῆς εἰ­κό­νος τι­μὴ ἐ­πὶ τὸ πρω­τό­τυ­πον δι­α­βαί­νει». Διακρίνεται ὅμως ἡ τιμὴ ποὺ ἀπονέμουμε στοὺς ἁγίους καὶ τὴν Παναγία, ἀπὸ τὴ λατρεία ποὺ προσφέρουμε στὸν Χριστό. Αὐτοὶ ὅλοι εἶναι ἄνθρωποι, δηλαδὴ ὁμόδουλοι μαζί μας, ἐνῶ ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός. 

Ἡ ὀρθοδοξία ἀφορᾶ στὴν ὀρθὴ δόξα, δηλαδὴ τὴν ὀρθὴ πίστη. Ἡ δὲ ὀρθὴ πίστη δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν ὁμολογία ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός, ὁ σωτῆρας τοῦ κόσμου. Αὐτὴ ἀκριβῶς τὴν ὀρθοδοξία μᾶς ὑποδεικνύει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μὲ τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα. Ὁ Φίλιππος ἀναφωνεῖ μὲ ἐνθουσιασμό: «εὑρήκαμεν, Ἰησοῦν», καὶ ὁ Ναθαναὴλ ὁμολογεῖ μὲ παρρησία τὸν Χριστὸ ὡς Υἱὸν τοῦ Θεοῦ: «ῥαββί, σὺ εἶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ». Ἡ εὕρεση τοῦ Ἰησοῦ, ὡς Θεοῦ καὶ σωτῆρα, καὶ ἡ συνάντηση μαζί του, δὲν ἐπιτυγχάνεται διανοητικά, ἀλλὰ ἐμπειρικά. Ὁ Φίλιππος, ἀφοῦ γνώρισε ἐμπειρικὰ τὸν Χριστό, προσκάλεσε καὶ τὸν Ναθαναήλ, λέγοντάς του: «ἔρχου καὶ ἴδε», διότι ξέρει ὅτι ἡ προσωπικὴ συνάντηση μαζί του εἶναι ἀρκετὴ γιὰ νὰ τὸν πείσει. Τὴν ἴδια προτροπὴ ἐπαναλαμβάνει καὶ ἡ Ἐκκλησία σὲ ἐμᾶς, ὥστε στὸν χῶρο της, διὰ τῆς μυστηριακῆς ζωῆς, νὰ συναντηθοῦμε μαζί του καὶ νὰ κοινωνήσουμε ἐμπειρικὰ μὲ αὐτόν.

Ἡ το­πο­θέ­τη­ση τῆς Κυ­ρι­α­κῆς τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας ὡς πρώ­της Κυ­ρι­α­κῆς τῶν Νη­στει­ῶν τῆς Μ. Τεσ­σα­ρα­κο­στῆς δὲν εἶ­ναι τυχαία. Ἑορταζόμενη στὴν ἀρχὴ τῆς πνευματικῆς πορείας πρὸς τὴν Ἀνάσταση, ἔρ­χε­ται νὰ μᾶς ὑ­πεν­θυ­μί­σει ὅ­τι ἡ ὀρ­θὴ πίστη ὁ­δη­γεῖ στὴν ὀρ­θὴ πρά­ξη καὶ ζω­ή, πρᾶγμα ἀπαραίτητο γιὰ τὴν οὐσιαστικὴ βίωση τῶν γεγονότων τοῦ πάθους καὶ τῆς ἀναστάσιμης δόξας.

 


ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

(Μρ. 2, 1-12)

Τὸ ση­με­ρι­νὸ Εὐ­αγ­γε­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα μᾶς δι­δά­σκει ἀ­φε­νὸς τὴ δύ­να­μη τῆς πί­στης πρὸς τὴ θε­ό­τη­τα τοῦ Χρι­στοῦ καὶ ἀ­φε­τέ­ρου τὴν προ­θυ­μί­α καὶ τὸν ζῆ­λο τῶν κα­τοί­κων τῆς Κα­περ­να­ούμ, ὥ­στε νὰ ἀ­κού­σουν τὸν λό­γο τοῦ Θε­οῦ.

Ἐνῷ ὁ Χριστός, εὑρισκόμενος μέσα σὲ ἕνα σπίτι, δί­δα­σκε τὸ πλῆθος ποὺ εἶχε μαζευτεῖ, προ­σέγ­γι­σαν τὸν χῶ­ρο κά­ποιοι ἄν­θρω­ποι, οἱ ὁ­ποῖ­οι με­τέ­φε­ραν ἕ­να πα­ρά­λυ­το. Ἕ­νε­κα τοῦ πλή­θους, ὅμως, δὲν μποροῦσαν νὰ προσεγγίσουν τὸν Κύριο, γι᾿ αὐτὸ καὶ βρῆ­καν ἕ­να πρω­τό­τυ­πο τρό­πο νὰ τὸν πλη­σι­ά­σουν˙ ἄ­νοι­ξαν τρῦ­πα στὴ στέ­γη τοῦ σπιτιοῦ καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ κα­τέ­βα­σαν τὸ κρεβάτι πάνω στὸ ὁποῖο βρισκόταν ὁ πα­ρά­λυ­τος. Βλέ­πον­τας ὁ Χρι­στὸς τὴ με­γά­λη πί­στη καὶ τὴν προ­θυ­μί­α τοῦ πα­ρα­λύ­του καὶ τῶν συ­νο­δῶν του, τοὺς προ­σέ­φε­ρε τὸ ζη­τού­με­νο, λέ­γον­τας: «Τέ­κνον, ἀ­φέ­ων­ταί σοι αἱ ἁ­μαρ­τί­αι σου».

Ἔτσι ὁ πα­ρά­λυ­τος τῆς Κα­περ­να­οὺμ γεύ­ε­ται τὴν ἀ­νε­κτί­μη­τη δω­ρε­ὰ τοῦ Θε­οῦ˙ χά­ρη στὴ με­γά­λη του πί­στη ἕλ­κυ­σε τὸ ἔ­λε­ος τοῦ Χρι­στοῦ καὶ ἀ­παλ­λά­χθη­κε τό­σο ἀ­πὸ τὴ σω­μα­τι­κὴ ἀ­σθέ­νει­α, ὅ­σο καὶ ἀ­πὸ τὸ με­γά­λο βά­ρος τῆς ἁ­μαρ­τί­ας. Εἶ­ναι ὄν­τως γε­γο­νὸς ὅ­τι πολ­λὲς φο­ρὲς ἡ ἁ­μαρ­τί­α ἔ­χει ἄ­με­σο ἀν­τί­κτυ­πο καὶ στὴ σω­μα­τι­κή μας ὑ­γεί­α. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ ὁ Χρι­στὸς συγ­χω­ρεῖ καὶ θεραπεύει κατ᾿ ἀρ­χὰς τὸ αἴ­τι­ο, δηλαδὴ τὴν ἁ­μαρ­τί­α, ὥ­στε νὰ φτά­σει στὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα, τὴ σω­μα­τι­κὴ ἴ­α­ση τοῦ πα­ρα­λύ­του. 

Κά­ποιοι ἀ­πὸ τοὺς ἐ­κεῖ πα­ρευ­ρι­σκό­με­νους γραμ­μα­τεῖς ἀν­τέ­δρα­σαν καὶ θε­ώ­ρη­σαν τὸν λό­γο τοῦ Χρι­στοῦ: «Τέ­κνον, ἀ­φέ­ων­ταί σοι αἱ ἁ­μαρ­τί­αι σου», ὡς μέ­γα σκάν­δα­λο. Αὐ­τοί -πο­λὺ σω­στὰ βέ­βαι­α- πί­στευ­αν ὅ­τι μό­νο ὁ Θε­ὸς μπο­ρεῖ νὰ συγ­χω­ρεῖ ἁ­μαρ­τί­ες. Ὡς γνῶ­στες τοῦ Ἰ­ου­δα­ϊ­κοῦ Νό­μου γνώ­ρι­ζαν τὸν λό­γο τοῦ Θε­οῦ, ὅ­πως κα­τὰ πρῶ­τον τὸν εἶ­χε δι­α­κη­ρύ­ξει ὁ Ἠ­σα­ΐ­ας: «Ἐ­γώ εἰ­μι ὁ ἐ­ξα­λεί­φων τὰς ἀ­νο­μί­ας σου ἕ­νε­κεν ἐ­μοῦ» καὶ ἔ­πει­τα ὁ Μι­χαί­ας: «Ὁ Θε­ὸς ἐ­πι­στρέ­ψει καὶ οἰ­κτει­ρή­σει ἡ­μᾶς, κα­τα­δύ­σει τὰς ἀ­δι­κί­ας ἡ­μῶν καὶ ἀ­πορ­ρι­φή­σον­ται εἰς τὰ βά­θη τῆς θα­λάσ­σης, πά­σας τὰς ἁ­μαρ­τί­ας ἡμῶν». Τὸ σφάλ­μα τῶν γραμ­μα­τέ­ων ἐν­το­πί­ζε­ται στὸ ὅ­τι γνώ­ρι­ζαν μὲν τὸν λό­γο τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σουν τὴν ἐκ­πλή­ρω­σή του στὸ πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ ἀρ­νοῦν­ταν τὴ θε­ό­τη­τα τοῦ Χρι­στοῦ. Συ­νε­πῶς κά­θε του ἐ­νέρ­γει­α ἀ­πο­τε­λοῦ­σε σκάν­δα­λο γι᾿ αὐ­τούς. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ λό­γος ποὺ ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας πο­λὺ σο­φὰ ὅ­ρι­σε γιὰ τὴ ση­με­ρι­νὴ ἡ­μέ­ρα, ὡς ἀ­πο­στο­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα, ἀ­πό­σπα­σμα ἀ­πὸ τὴν πρὸς Ἑ­βραί­ους Ἐ­πι­στο­λὴ τοῦ ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου. Σὲ αὐ­τὸ τονίζεται ἡ ἀ­νω­τε­ρό­τη­τα τοῦ Χρι­στοῦ σὲ σχέ­ση μὲ τοὺς ἀγ­γέ­λους καὶ ἀποδεικνύεται ἡ θε­ό­τη­τά του.

Τὸ ἄλ­λο οὐ­σι­α­στι­κὸ στοι­χεῖ­ο, τὸ ὁ­ποῖ­ο προ­κύ­πτει ἀ­πὸ τὸ ση­με­ρι­νὸ Εὐ­αγ­γε­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα, ἀ­φο­ρᾶ στὴν προ­θυ­μί­α τῶν ἀν­θρώ­πων νὰ ἀ­κού­σουν τὸν λό­γο τοῦ Θε­οῦ. Γι᾿ αὐτὸ εἶχε μαζευτεῖ τόσο πλῆθος στὸ σπίτι ποὺ βρισκόταν ὁ Κύριος. Ὁ ζῆ­λος ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων ἀ­πο­τε­λεῖ δι­α­χρο­νι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα πρὸς ὅ­λους μας, ὥ­στε καὶ ἐ­μεῖς νὰ ἐ­πι­δι­ώ­κου­με νὰ ἀ­κού­ου­με καὶ νὰ με­λε­τοῦ­με τὸν λό­γο τοῦ Θε­οῦ. Κα­νεὶς ἂς μὴν ἰ­σχυ­ρι­στεῖ ὅ­τι γνω­ρί­ζει τὸ τί λέει ἡ Ἁ­γί­α Γρα­φή. Ὅ­σες φο­ρὲς καὶ νὰ τὰ ἄ­κου­σε καὶ ὅ­σες φο­ρὲς καὶ νὰ τὰ ἔ­χει δια­βά­σει, πά­λι θὰ βρί­σκε­ται μα­κρι­ὰ ἀ­πὸ τὴν πλή­ρη κα­τα­νό­η­ση τοῦ λό­γου τοῦ Θε­οῦ. Γι᾿ αὐ­τὸ καὶ ἀ­παι­τεῖ­ται ἡ ἐκ μέ­ρους μας προ­σε­κτι­κὴ ἀ­κρό­α­ση τοῦ κη­ρύγ­μα­τος στοὺς Να­ούς, ἀλ­λὰ καὶ ἡ με­λέ­τη τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς, πάντα ὅμως μὲ τὴ βοήθεια τῆς ἑρμηνείας τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Ἂς μὴν ξε­χνᾶ­με ὅ­τι ὅ­λοι οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας δὲν ἔ­παυ­αν ἀ­πὸ τοῦ νὰ με­λε­τοῦν καὶ νὰ ἐμ­βα­θύ­νουν, ἡ­μέ­ρα καὶ νύ­κτα, στὴν Ἁ­γί­α Γρα­φή. Πα­ρό­λα αὐ­τὰ δὲν ἰ­σχυ­ρί­ζον­ταν ὅ­τι γνώ­ρι­ζαν τὰ πάν­τα καὶ ἀντ᾿ αὐ­τοῦ δι­α­κή­ρυσ­σαν τὴν ἄ­γνοι­ά τους.

Πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­μεῖς ὀ­φεί­λου­με νὰ με­λε­τοῦ­με συ­νε­χῶς τὸν λό­γο τοῦ Θε­οῦ καὶ τοῦ­το δι­ό­τι ὄν­τως τὸν ἔ­χου­με ἀ­νάγ­κη. Κα­μί­α ἄλ­λη γνώ­ση δὲν μᾶς εἶ­ναι τό­σο ἀ­πα­ραί­τη­τη. Ὅ­λα τὰ ἄλ­λα εἶ­ναι σχε­τι­κὰ καὶ ὑ­πο­κεί­με­να στὸ λά­θος καὶ τὴ δι­ά­ψευ­ση, ἐ­νῷ ὁ λό­γος τοῦ Θε­οῦ καὶ ἡ ἀ­λή­θει­α ποὺ αὐ­τὸς κρύ­βει, ἀ­πο­τε­λοῦν τὴν ὁ­δὸ γιὰ νὰ γνωρίσουμε καὶ νὰ κοινωνήσουμε ἀληθινὰ μὲ τὸν Χρι­στό.

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (ΣΤΑΥΡΟΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΩΣ)

(Μρ. 8, 34 – 9, 1)

Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α, τὴν Γ΄ Κυ­ρι­α­κὴ τῶν νη­στει­ῶν, ἑ­ορ­τά­ζει τὴν προ­σκύ­νη­ση τοῦ Σταυ­ροῦ τοῦ Κυ­ρί­ου, ὑ­πεν­θυ­μί­ζον­τάς μας πό­σο ἀ­ναγ­καῖ­ος εἶ­ναι αὐ­τὸς γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α μας. Ὁ Σταυ­ρὸς ἀ­πο­τε­λεῖ μυ­στή­ρι­ο, δι­ὰ τοῦ ὁ­ποί­ου κα­ταρ­γεῖ­ται ἡ ἁ­μαρ­τί­α καὶ σώ­ζε­ται ὁ κό­σμος. Ὁ σταυ­ρὸς εἶ­ναι ὁ ἀ­γώ­νας καὶ ἡ ἀν­τί­στα­ση κα­τὰ τῶν πα­θῶν, τῶν ἐ­φά­μαρ­των ἐ­πι­θυ­μι­ῶν, τοῦ ἐ­γω­ι­σμοῦ, τῆς ὑ­πε­ρη­φά­νειας, τῆς κε­νο­δο­ξί­ας, τῆς φι­λο­δο­ξί­ας καὶ ἐν γέ­νει κά­θε πράγ­μα­τος ποὺ εἶ­ναι ἐ­νάν­τι­ο στὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ. Ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, καυ­χώ­με­νος γιὰ τὸν Σταυ­ρὸ τοῦ Κυ­ρί­ου, λέ­ει ὅ­τι «δι᾽ οὗ (τοῦ Σταυ­ροῦ) ἐ­μοὶ κό­σμος ἐ­σταύ­ρω­ται κα­γὼ τῷ κό­σμῳ». Τὸ πρῶ­το τμῆ­μα τῆς ἐ­πι­σή­μαν­σης τοῦ Ἀ­πο­στό­λου (δι᾽ οὗ (τοῦ Σταυ­ροῦ) ἐ­μοὶ κό­σμος ἐ­σταύ­ρω­ται), ἀ­φο­ρᾶ στὴν ἀ­πο­μά­κρυν­ση ἀ­πὸ τὸν ἁ­μαρ­τω­λὸ κό­σμο καὶ τὰ θέλ­γη­τρά του, τὶς ἁ­μαρ­τω­λὲς κα­τα­στά­σεις καὶ τὶς πολ­λὲς αἰ­τί­ες γιὰ τὴν ἐ­πι­τέ­λε­ση τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, ἐ­νῷ τὸ δεύ­τε­ρο (κα­γὼ τῷ κό­σμῳ), ποὺ εἶ­ναι καὶ τὸ πι­ὸ δύ­σκο­λο καὶ ἐ­πί­πο­νο, ἀ­φο­ρᾶ στὴ δι­κή μας σταύ­ρω­ση σὲ σχέ­ση μὲ τὸν κό­σμο, δι­ὰ τῆς ἀ­πο­βο­λῆς τῶν πα­θῶν καὶ τῆς νέ­κρω­σης ὡς πρὸς τὴν ἐ­πι­τέ­λε­ση τῆς ἁ­μαρ­τί­ας.

Εἰ­δι­κό­τε­ρα, τὸ δεύ­τε­ρο τμῆ­μα ἀ­φο­ρᾶ στὴν καλ­λι­έρ­γει­α τοῦ ἐ­σω­τε­ρι­κοῦ ἀν­θρώ­που, τὴν ἀ­να­κά­θαρ­σή του καὶ τὴν ἐκ­ζή­τη­ση τῆς ἐν­τὸς ἡ­μῶν Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ. Τό­τε σταυ­ρω­νό­μα­στε ὡς πρὸς τὸν κό­σμο καὶ δὲν ἐ­νερ­γοῦ­με αὐτὰ ποὺ δὲν ἀ­ρέ­σουν στὸν Θε­ό. Δὲν πρέ­πει νὰ πε­ρι­ο­ρί­ζου­με τὴν πνευ­μα­τι­κή μας ἐρ­γα­σί­α μό­νο στὶς ἐ­ξω­τε­ρι­κὲς ἐκ­δη­λώ­σεις τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, ἀλ­λὰ πρω­τί­στως νὰ ἀ­γω­νι­ζό­μα­στε νὰ καλ­λι­ερ­γοῦ­με τὴν ψυ­χή μας στὴν τή­ρη­ση τῶν ἐν­το­λῶν καὶ στὴν κα­τα­πο­λέ­μη­ση τῆς ἁ­μαρ­τί­ας, ἤ­δη ἀ­πὸ τὸ στά­δι­ο τῶν λο­γι­σμῶν. Μὲ πι­ὸ ἁ­πλὰ λό­γι­α: δὲν πρέ­πει νὰ πε­ρι­ο­ρι­ζό­μα­στε στὸ νὰ ἐ­πι­τε­λοῦ­με τὸ ἀ­γα­θὸ μό­νο ἐ­ξω­τε­ρι­κά, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως ἐ­σω­τε­ρι­κά. Αὐ­τὴ ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἀ­να­κά­θαρ­ση τε­λι­κὰ θὰ μᾶς βο­η­θή­σει νὰ νι­κή­σου­με καὶ τὶς ἐ­ξω­τε­ρι­κὲς ἐκ­δη­λώ­σεις τῶν πα­θῶν.

Ὁ Χρι­στός, στὸ ση­με­ρι­νὸ Εὐ­αγ­γέ­λι­ο, ἐ­νώ­πι­ον ὄ­χι μό­νο τῶν μα­θη­τῶν του, ἀλ­λὰ καὶ τοῦ ὄχλου ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσε παντοῦ, ὥ­στε νὰ δεί­ξει ὅ­τι δὲν ἀ­παι­τεῖ μό­νο ἀ­πὸ τοὺς πρώ­τους καὶ ἔγ­κρι­τους τὴν ἀ­ρε­τή, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ κά­θε ἕ­να ποὺ πι­στεύ­ει σὲ αὐ­τόν, λέ­ει: «Ὅ­στις θέ­λει ὀ­πί­σω μου ἀ­κο­λου­θεῖν, ἀ­παρ­νη­σά­σθω ἑ­αυ­τὸν καὶ ἀ­ρά­τω τὸν σταυ­ρὸν αὐ­τοῦ, καὶ ἀ­κο­λου­θεί­τω μοι», δη­λα­δὴ ὅ­ποιος θέ­λει νὰ μὲ ἀ­κο­λου­θή­σει πρέ­πει νὰ ἀ­παρ­νη­θεῖ τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ νὰ ση­κώ­σει τὸν σταυ­ρό του. Τὸ «ἀ­κο­λου­θεῖν» τὸν Χρι­στὸ δὲν εἶ­ναι τί­πο­τε ἄλ­λο ἀ­πὸ τοῦ νὰ προσπαθεῖ νὰ ζεῖ κα­νεὶς σύμ­φω­να μὲ τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου. Τοῦ­το ὅ­μως ση­μαί­νει καὶ ἄρ­νη­ση ἑ­αυ­τοῦ καὶ ἄρ­ση σταυ­ροῦ. Μὲ ἄλ­λα λό­γι­α, ἀ­φο­ρᾶ σὲ αὐ­τὴ ἀ­κρι­βῶς τὴν ἀ­πο­μά­κρυν­ση ἀ­πὸ τὴν ἁ­μαρ­τία τοῦ κό­σμου, κα­θὼς ἐ­πί­σης καὶ στὸν ἐ­σω­τε­ρι­κὸ ἀ­γῶνα ἀ­να­κά­θαρ­σης. Αὐ­τὸ εἶ­ναι μὲν δύ­σκο­λο καὶ ἀ­παι­τεῖ προ­σπά­θει­α καὶ βί­α ἐ­πὶ τοῦ ἑ­αυ­τοῦ, ὅ­μως εἶ­ναι καὶ τὸ ἀ­ναγ­καῖ­ο συ­στα­τι­κὸ τῆς χριστιανικῆς ζωῆς.

Συ­νε­χί­ζον­τας ὁ Χρι­στὸς ἐ­πι­ση­μαί­νει πὼς «ὃς γὰρ ἂν θέ­λῃ τὴν ψυ­χὴν αὐ­τοῦ σῶ­σαι, ἀ­πο­λέ­σει αὐ­τήν· ὃς δ᾽ ἂν ἀ­πο­λέ­σῃ τὴν ἑ­αυ­τοῦ ψυ­χὴν ἕ­νε­κεν ἐ­μοῦ καὶ τοῦ εὐ­αγ­γε­λί­ου, οὗ­τος σώ­σει αὐ­τήν». Ὁ φι­λόϋ­λος καὶ φι­λόψυ­χος ἄνθρωπος, αὐ­τὸς ποὺ δὲν ἐ­πι­θυ­μεῖ νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ ἀ­πὸ τὴν ἀ­σφά­λει­α τῶν πρό­σκαι­ρων πραγμάτων τοῦ κόσμου καὶ τῆς κα­λο­πέ­ρα­σης, τε­λι­κὰ ζη­μι­ώ­νεται ὁ ἴδιος. Ἀντι­θέ­τως, αὐ­τὸς ὁ ὁ­ποῖ­ος γιὰ χά­ρη τοῦ Χρι­στοῦ καὶ τῶν ἐν­το­λῶν του, ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται ἀ­πὸ κά­θε τὶ ἁ­μαρ­τω­λό, αὐ­τὸς εἶ­ναι ποὺ σώ­ζει τὴν ψυ­χή του, δηλαδὴ δοξάζεται ἀπὸ τὸν Θεό. Ση­μει­ω­τέ­ον ὅ­τι ἡ ἀ­πώ­λει­α τῆς ψυ­χῆς αὐ­τοῦ ποὺ ἀ­γα­πᾶ τὸν Χρι­στὸ δὲν εἶ­ναι κυ­ρι­ο­λε­κτι­κή. Δὲν ση­μαί­νει δη­λα­δὴ ὅ­τι αὐ­τὸς ποὺ τη­ρεῖ τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Θε­οῦ πε­θαί­νει κι­ό­λας. Αὐ­τὸ ποὺ γί­νε­ται ὅ­μως εἶ­ναι ὅ­τι νε­κρώ­νε­ται γιὰ τὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ ταυ­τό­χρο­να ἀ­γω­νί­ζε­ται καὶ ἐ­σω­τε­ρι­κὰ νὰ ἀ­να­κα­θά­ρει τὸν ἑ­αυ­τό του.

Ἡ ψυ­χὴ τοῦ ἀν­θρώ­που, ὁ ἴδιος δηλαδὴ ὁ ἄνθρωπος ὡς ἀδιάσπαστη ψυχοσωματικὴ ἑνότητα, ἔ­χει ἄ­πει­ρη ἀ­ξί­α. Οὔ­τε ὁ κό­σμος ὁ­λό­κλη­ρος δὲν εἶ­ναι ἀν­τά­ξι­ός του. Γι᾽ αὐ­τὸ καὶ ἡ σω­τη­ρί­α τοῦ ἀνθρώπου εἶ­ναι τό­σο ση­μαν­τι­κὸ πρᾶγ­μα, γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἐνανθρώπησε. Τοιουτοτρόπως, ἂς προτιμήσουμε καὶ ἂς ἐπιλέξουμε νὰ ἀ­γω­νι­στοῦμε ὄχι γιὰ τὰ εὐ­χά­ρι­στα τοῦ κό­σμου τού­του, ἀλλὰ γιὰ τὴν καλλιέργεια τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἄρση τοῦ προσωπικοῦ μας σταυροῦ, ὥστε νὰ γευτοῦμε τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ.

Actions: E-mail | Permalink |
halkali escort halkali escort istanbul escort beylikduzu escort sirinevler escort beylikduzu escort sirinevler escort beylikduzu escort sisli escort
aydin escort bingöl escort