ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ
03

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

(Μρ. 9, 17-31)

Πο­νη­ρὸ δαι­μό­νι­ο «ἄ­λα­λον καὶ κω­φὸν» εἶ­χε εἰ­σέλ­θει στὸν νε­α­νί­α καὶ τὸν βα­σά­νι­ζε. Ὁ πα­τέ­ρας τοῦ παι­διοῦ τὸ ἔ­φε­ρε πρὸς θε­ρα­πεί­α, ὅ­μως οἱ ἐν­νέ­α μα­θη­τὲς τοῦ Χρι­στοῦ ἀ­πέ­τυ­χαν νὰ ἐκ­δι­ώ­ξουν τὸ δαι­μό­νι­ο. Ὁ Χρι­στός, κα­τερ­χό­με­νος ἀ­πὸ τὸ ὄ­ρος Θα­βὼρ μὲ τοὺς ἄλ­λους τρεῖς μα­θη­τές, πλη­ρο­φο­ρεῖ­ται τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ καὶ ζη­τᾶ νὰ τοῦ φέ­ρουν τὸν νε­α­νί­α. Ἀ­φοῦ ἐ­πε­τί­μη­σε τὴν ἀπιστία τῶν ἀνθρώπων: «ὦ γενεὰ ἄπιστος», φώναξε, ἡ ὁποία ἀπιστία ἐμπόδιζε τὴ θεραπεία τοῦ δαιμονισμένου παιδιοῦ, στράφηκε στὸν ταλαίπωρο πατέρα τοῦ παι­διοῦ καὶ τοῦ ἐπεσήμανε τὴν ἀ­νάγ­κη ἰ­σχυ­ρῆς πί­στης: «ὁ δὲ Ἰ­η­σοῦς εἶ­πεν αὐ­τῷ τὸ εἰ δύ­να­σαι πι­στεῦ­σαι, πάν­τα δυ­να­τὰ τῷ πι­στεύ­ον­τι». Τό­τε ὁ πα­τέ­ρας φώ­να­ξε δυ­να­τά, ὁμολογῶντας τὴν πίστη του, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀδυναμία του πρὸς τὴν τελειότητα: «πι­στεύ­ω, κύ­ρι­ε», τοῦ λέ­ει, βο­ή­θη­σέ με ὅ­μως νὰ πι­στεύ­σω βα­θύ­τε­ρα καὶ τε­λει­ό­τε­ρα. Τε­λι­κὰ ὁ φι­λάν­θρω­πος Χρι­στὸς λυ­τρώ­νει τὸν νε­α­νί­α ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξου­σί­α τοῦ δαι­μο­νί­ου.

Ὁ πα­τέ­ρας τοῦ νε­α­νί­α, πο­λὺ ὀρ­θὰ καὶ συνετὰ προ­σέρ­χε­ται, προ­σπί­πτει καὶ πα­ρα­κα­λεῖ τὸν Χρι­στὸ νὰ ἐ­λε­ή­σει τὸν υἱ­ό του. Ὁ Κύ­ρι­ος ὅ­μως, ὁ ὁ­ποῖ­ος βλέ­πει πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ φαι­νό­με­να, ἐν­το­πί­ζει τὴν ἀ­δύ­να­μη πί­στη του. Αὐτὴ ἦταν ἡ αἰτία ποὺ οἱ μα­θη­τὲς δὲν μπό­ρε­σαν νὰ θε­ρα­πεύ­σουν τὸ παι­δί του. Σὲ ἄλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις, ὅ­ταν οἱ προ­σερ­χό­με­νοι εἶ­χαν ἰ­σχυ­ρὴ πί­στη, τοὺς θε­ρά­πευ­σαν. Γι᾽ αὐ­τὸ καὶ ἔ­λε­γαν: «Κύ­ρι­ε, καὶ τὰ δαι­μό­νι­α ἡ­μῖν ὑ­πο­τάσ­σε­ται ἐν τῷ ὀ­νό­μα­τί σου». Σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, μό­νο ἡ πί­στη κα­τορ­θώ­νει τὰ πάν­τα. Ἔ­τσι ὁ ἑ­κα­τόν­ταρ­χος πε­τυ­χαί­νει τὴ θε­ρα­πεί­α τοῦ υἱ­οῦ του, ἡ αἱ­μορ­ρο­οῦ­σα γυ­ναίκα λυ­τρώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸ πά­θος της καὶ ἡ Χα­να­ναί­α παίρ­νει πί­σω τὴ θυ­γα­τέ­ρα της θε­ρα­πευ­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν τυ­ραν­νί­α τοῦ δαί­μο­να. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ λό­γος ποὺ ὁ Χρι­στὸς χα­ρα­κτη­ρί­ζει ὡς ἄ­πι­στη ἐ­κεί­νη τὴ γε­νε­ά, ἀ­φοῦ τό­σο ὁ πα­τέ­ρας τοῦ παι­διοῦ, ὅ­σο καὶ οἱ ὑ­πό­λοι­ποι σύγ­χρο­νοί του δὲν εἶ­χαν ἀ­τράν­τα­κτη πί­στη.

Με­τὰ τὴ θε­ρα­πεί­α τοῦ νε­α­νί­α, οἱ δώ­δε­κα ζήτησαν ἀπὸ τὸν Χρι­στὸ «κατ᾽ ἰ­δί­αν» νὰ τοὺς πεῖ τὸν λό­γο ποὺ αὐ­τοὶ ἀ­πέ­τυ­χαν νὰ ἐκ­δι­ώ­ξουν τὸν δαί­μο­να. Ὁ Κύ­ρι­ος τό­τε ἀ­πο­φεύ­γει νὰ ἀ­να­φερ­θεῖ στὴν ἀσθενῆ πίστη τοῦ πα­τέ­ρα, ἀ­φε­νὸς γιὰ νὰ μὴν σπρώ­ξει στὴν ὑ­πε­ρη­φά­νεια τοὺς μα­θη­τὲς καὶ ἀ­φε­τέ­ρου γιὰ νὰ τοὺς δι­ε­γεί­ρει πρὸς θερ­μότε­ρη πί­στη. Γι᾽ αὐ­τὸ καὶ ἐ­νερ­γῶν­τας παι­δα­γω­γι­κὰ λέ­ει ὅ­τι ἡ ἀ­δυ­να­μί­α ὀ­φει­λό­ταν στὴ δι­κή τους ἀ­πι­στί­α. Ζη­τᾶ λοι­πὸν ὁ Χρι­στὸς νὰ ἑλ­κύ­σει τοὺς Ἀ­πο­στό­λους του σὲ με­γα­λύ­τε­ρα πνευ­μα­τι­κὰ ὕ­ψη καὶ στὴν τε­λει­ό­τη­τα τῆς Βα­σι­λεί­ας του. Ἂν ἡ πί­στη, ὡς κόκ­κος σι­νά­πε­ως, δύ­να­ται τό­σα πολ­λά, δη­λα­δὴ τὴ με­τα­κί­νη­ση ἀ­κό­μα καὶ βου­νῶν, πό­σα πε­ρισ­σό­τε­ρα μπο­ρεῖ νὰ πε­τύ­χει ἕ­νας, ὁ ὁ­ποῖ­ος χει­ρα­γω­γεῖ­ται ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τὸν Κύ­ρι­ο, ὅ­πως οἱ Ἀ­πό­στο­λοι, ὥ­στε νὰ ὑ­περ­βεῖ τὰ κοι­νὰ μέ­τρα καὶ νὰ γί­νει τέ­λει­ος μα­θη­τής του;

Ἔ­χον­τας αὐ­τὰ ὑ­πό­ψη μας, ἂς ἀ­γω­νι­στοῦ­με καὶ ἐ­μεῖς νὰ ἀ­πο­κτή­σου­με πί­στη πρὸς τὸ πάνσεπτο πρόσωπο τοῦ Κυρίου. Ἡ πί­στη μας πρὸς τὸν Σω­τῆρα Χρι­στὸ θὰ μᾶς ἐ­πι­τρέ­ψει τό­τε νὰ ἐ­πι­κρα­τή­σου­με καὶ ἐν τέ­λει νὰ θε­ρα­πεύ­σου­με, ἀ­πο­δι­ώ­κον­τας ἀ­πὸ μέ­σα μας τὰ ποικίλα πάθη, τὰ ὁποῖα δὲν ἁρμόζουν στοὺς Χριστιανούς, ὅπως τὸν ἄλογο θυ­μό, τὴν ἄ­νο­μη ἐ­πι­θυ­μί­α, τὴ φι­λαυ­τί­α, τὸν ἑ­ω­σφο­ρι­κὸ ἐ­γω­ι­σμό, τὴν κα­κο­ή­θει­α, τὸν φθό­νο, τὴν ἀδικία, τὴν ἐκμετάλλευση, τὴν ἀφιλανθρωπία, τὴν ἔ­ρι­δα καὶ τὴν ἰ­δι­ο­τέ­λει­α. Ὅ­λα τοῦ­τα, ὡς ἄ­γρι­α θη­ρί­α, ὡς ἄλ­λοι δαί­μο­νες, δὲν ἐκ­δι­ώ­κον­ται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους πα­ρὰ μόνο μὲ ζῶσα πί­στη, θερμὴ προ­σευ­χὴ καὶ ἀληθινὴ νη­στεί­α.

Τοῦ­το λοιπὸν ζη­τᾶ ἀ­πὸ ἐ­μᾶς ὁ φι­λάν­θρω­πος Δε­σπό­της. Νὰ τὸν ἀ­γα­πή­σου­με, νὰ τὸν πι­στεύ­σου­με, νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σου­με καὶ νὰ ἀ­γω­νι­στοῦ­με ἔμ­πρα­κτα, μὲ προ­σευ­χὴ καὶ νη­στεί­α, ὄχι μόνο τῶν τροφῶν, ἀλλὰ πρωτίστως τῶν παθῶν μας, τοῦ ἐγωϊσμοῦ καὶ τῆς ἀφιλανθρωπίας, ἐ­ναν­τί­ον δηλαδὴ τοῦ παλαιοῦ μας ἑ­αυ­τοῦ, κατὰ πῶς λένε οἱ Πατέρες, ὥστε τελικὰ νὰ ἑλκύσουμε τὴ Χάρη του.


ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

(Μρ. 10, 32-45)

Ὁ Θεὸς δὲν ἀποστρέφεται τοὺς ἀνθρώπους, ὅταν ἐπιστρέφουν ἐν μετανοίᾳ σὲ αὐτόν, ἀλλὰ τοὺς δέχεται μὲ μεγάλη χαρά. Τοὺς ἀγκαλιάζει μὲ τὴν ἴδια χαρὰ ποὺ δείχνει καὶ γιὰ ὅσους ἀγωνίστηκαν νὰ ἐπιτύχουν τὴν ἀρετή. Δὲν ἐπιθυμεῖ ὁ Θεὸς τὴν τιμωρία τῶν ἁμαρτωλῶν. Ἡ ζωὴ ποὺ εἶχαν πρὸ τῆς ἐπιστροφῆς τους ἦταν ζωὴ μακρυὰ ἀπὸ τὸν Θεό, τὴν ἴδια τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς. Μιὰ τέτοια ζωή, ὅμως, δὲν εἶναι παρὰ πικρὴ παίδευση καὶ ἄρα ἀρκετὴ τιμωρία γι᾽ αὐτούς. Τοῦτο ἀκριβῶς μᾶς ἐπισημαίνει ὁ προφήτης Ἱερεμίας: «παιδεύσει σε ἡ ἀποστασία σου, καὶ ἡ κακία σου ἐλέγξει σε˙ καὶ γνῶθι καὶ ἰδέ, ὅτι πικρόν σοι τὸ καταλιπεῖν σε ἐμέ, λέγει Κύριος ὁ Θεός σου». Γι᾽ αὐτὸ λοιπὸν καὶ ἐπιστρέφοντας ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν ἁμαρτία συναντᾶ τὶς ἀνοικτὲς ἀγκάλες τοῦ Θεοῦ. Δὲν τὸν δικάζει ὁ Θεός, δὲν τοῦ κάνει λεπτόλογες ἀνακρίσεις καὶ δὲν τοῦ κρατᾶ κακία. Ὁ Θεὸς εἶναι Πατέρας, πλήρης ἀγάπης καὶ συγχωρητικότητας, ὄχι ἄτεγκτος δικαστής. Προσφέρει ἀφειδῶς στὸν ἐπιστρέφοντα ἁμαρτωλὸ μόνο ἀγάπη, ἀποδοχὴ καὶ συγχώρεση.

Ἡ ἀγαπητικὴ στάση τοῦ Θεοῦ ἔναντι στοὺς μετανοοῦντες εἶναι ἀντίστοιχη τῆς σχέσης ἰατροῦ καὶ ἀσθενῆ. Οὐδεὶς σοβαρὸς ἰατρὸς ἐπιλέγει νὰ ἀφήσει στὴν ἄκρη τὴ φροντίδα πρὸς τὸν ἀσθενῆ ποὺ πονᾶ καὶ ὑποφέρει γιὰ νὰ ζητήσει ἐξηγήσεις, νὰ καταλογίσει εὐθύνες καὶ νὰ τιμωρήσει τὴν ἀταξία ποὺ τὸν ὁδήγησε στὸν πόνο. Καὶ ἐὰν καθ᾽ ὑπόθεση ἔπρεπε ὁ ἁμαρτωλὸς νὰ τιμωρηθεῖ ὁπωσδήποτε, ἡ βιωτὴ μακρυὰ τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ ἀρκετὴ τιμωρία. Ἐνόσῳ ζεῖ ὁ ἄνθρωπος μακρυὰ τοῦ Θεοῦ, ξέχωρα τῆς χάρης του, εἶναι δυστυχὴς καὶ ἀπελπισμένος καὶ ἄδειος. Τὴν κατάσταση αὐτὴ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὀνομάζουν πνευματικὸ θάνατο. Ἡ μετάνοια, ὅμως, καὶ ἡ ἐπιστροφὴ στὸν Θεὸ εἶναι ἀναγέννηση καὶ ἀνάσταση. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ σπλαχνικὸς πατέρας τῆς παραβολῆς τοῦ Ἀσώτου, δεχόμενος μὲ χαρὰ τὴν ἐπάνοδο τοῦ υἱοῦ του, καὶ χωρὶς νὰ πολυπραγμονεῖ, εἶπε πώς «οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη».

Ἁμαρτωλοὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ζοῦσαν μακρυὰ τοῦ Θεοῦ ἦταν καὶ ἀρκετοὶ ἅγιοι. Μία ἐξ αὐτῶν ἦταν καὶ ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία, τὴ μνήμη τῆς ὁποίας τιμοῦμε σήμερα. Αὐτὴ ζοῦσε ζωὴ ἔκλυτη καὶ ἀνήθικη. Κάποια στιγμή, ὅμως, ἀντιλήφθηκε τὴν τραγικότητα τῆς ζωῆς της, μετανόησε, ἄφησε πίσω τὸ ἁμαρτωλό της παρελθόν, ἀγωνίστηκε, προσέγγισε τὸν ἀγαθὸ Θεό, ἔλαβε τὴν παρηγοριά του καὶ μὲ θάρρος προχώρησε στὴ ζωὴ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ἁγιότητας. Ὁ βίος τῆς ὁσίας Μαρίας γράφτηκε γιὰ χάρη μας. Ἄνθρωπος ὁμοιοπαθὴς μὲ ἐμᾶς ἦταν καὶ ἡ Μαρία. Δὲν ἦταν κάτι τὸ διαφορετικό˙ τὶς ἴδιες ἀδυναμίες εἶχε καὶ στὰ ἴδια πάθη μὲ πολλοὺς ἀπὸ ἐμᾶς ἦταν ὑποδουλωμένη. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ μετάνοια ποὺ ἐπέδειξε δὲν ἦταν κάποια ἀλλαγὴ ποὺ οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ κάνουν. Ἀντιθέτως, ἡ μετάνοιά της εἶναι τὸ ἄριστο παράδειγμα τοῦ πόσο ψηλὰ μπορεῖ νὰ ἀνέβει ὁ ἄνθρωπος καὶ πόσο φιλάνθρωπα τὸν ἀποδέχεται ὁ ἀνεξίκακος Κύριος.

Γνωρίζοντας λοιπὸν πὼς καὶ οἱ ἅγιοι ἔπεσαν καὶ ἐν συνεχείᾳ σηκώθηκαν, ζητώντας τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ ποὺ συγχωρεῖ κάθε σφάλμα, μικρὸ ἢ μεγάλο, δὲν θὰ καταντήσουμε στὴν ἀπόγνωση καὶ τὴν ἀπελπισία γιὰ τὶς πτώσεις μας. Ἂς θυμόμαστε ὅτι ἡ ἀπελπισία εἶναι πρᾶγμα ἐπικίνδυνο. Ὁ Ἰούδας ἔγινε αὐτόχειρας, διότι κατελήφθη ἀπὸ ἀπελπισία. Δὲν προσῆλθε ἐν μετανοίᾳ στὸν Θεό, δὲν ἔκλαυσε γιὰ τὴν πράξη του, δὲν ζήτησε τὴν ἄφεση τοῦ σφάλματός του. Θέλησε νὰ ἀντιμετωπίσει τὴν προδοσία μόνος του καὶ ἐγωϊστικά, γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ νοῦς του σκοτίστηκε, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ καταλήξει στὴν αὐτοκτονία.

Συνεπῶς, ἂς μὴν ἀπελπιζόμαστε σὲ ἐνδεχόμενες πτώσεις μας. Ἂς ἐκζητήσουμε ἐν μετανοίᾳ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ ἂς εἴμαστε σίγουροι ὅτι θὰ μᾶς ὑποδεχθεῖ καὶ θὰ μᾶς παρηγορήσει ὡς φιλάνθρωπος Πατέρας.

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ

(Ἰω. 12, 1-18)

Ἡ ἀ­νά­στα­ση τοῦ Λα­ζά­ρου συνιστᾶ τὴν ἀ­πό­δει­ξη καὶ τὸ προ­α­νά­κρου­σμα καὶ τῆς δι­κῆς μας ἀ­νά­στα­σης. Ἀ­πο­τε­λεῖ μὲ ἄλλα λόγια τὴν πι­στο­ποί­η­ση τῆς νί­κης τοῦ Χρι­στοῦ κα­τὰ τοῦ ἔ­σχα­του ἐ­χθροῦ τοῦ ἀν­θρώ­που, δη­λα­δὴ τοῦ θα­νά­του. Τὸ θαῦ­μα τῆς ἔ­γερ­σης τοῦ τε­ταρ­ταί­ου Λα­ζά­ρου ἄ­φη­σε εὐ­γνώ­μο­νες τὶς ἀ­δελ­φές του καὶ πα­ράλ­λη­λα κα­τέ­πλη­ξε τὰ πλή­θη τῶν Ἑ­βραί­ων. Οἱ μὲν ἀ­δελ­φὲς Μάρ­θα καὶ Μα­ρί­α, ὅ­ταν ὁ Χρι­στὸς ἐ­πι­σκέ­φθη­κε τὴ Βη­θα­νί­α, πα­ρέ­θε­σαν τρά­πε­ζα, στὴν ὁ­ποί­α ὑ­πη­ρε­τοῦ­σαν τὸν εὐ­ερ­γέ­τη τους. Ἡ Μα­ρί­α μά­λι­στα ἄ­λει­ψε τοὺς πό­δας τοῦ Χρι­στοῦ μὲ μύ­ρο «νάρδου πιστικῆς πολυτίμου», ἐ­πι­δει­κνύ­ον­τας ὄ­χι μό­νο τὴν εὐ­γνω­μο­σύ­νη της, ἀλ­λὰ προ­ε­τοι­μά­ζον­τας ταυ­τό­χρο­να τὸν Κύ­ρι­ο γιὰ τὴν τα­φή του.

Ὁ δὲ ὄ­χλος, ὅ­ταν ἔ­μα­θε ὅ­τι ὁ Χρι­στὸς βρι­σκό­ταν στὸ σπί­τι τοῦ Λα­ζά­ρου, ἔ­σπευ­σε ἀ­πὸ πε­ρι­έρ­γει­α γιὰ νὰ δεῖ τὸ πα­ρά­δο­ξο. Νὰ πε­ρι­ερ­γα­στεῖ μὲ ἄλλα λόγια τό­σο τὸν Ἰ­η­σοῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος θαυ­μα­τούρ­γη­σε, ὅ­σο καὶ τὸν Λά­ζα­ρο, ποὺ ἀ­να­στή­θη­κε ἐκ νε­κρῶν. Τὴν ἴ­δια πε­ρι­έρ­γει­α ἐκ­δη­λώ­νουν καὶ τὰ πλή­θη τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα. Ὅ­ταν δη­λα­δὴ μα­θαί­νουν ὅ­τι ὁ Χρι­στὸς πρό­κει­ται νὰ ἀ­νέ­βει στὰ Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα γιὰ τὴ γιο­ρτὴ τοῦ Πά­σχα, βγαίνουν γιὰ νὰ τὸν προ­ϋ­παν­τή­σουν, βα­στά­ζον­τες κλά­δους φοι­νί­κων.

Ὅ­λοι ἦ­ταν ἐν­θου­σι­α­σμέ­νοι καὶ φώ­να­ζαν «ὡ­σαν­νά, εὐ­λο­γη­μέ­νος ὁ ἐρ­χό­με­νος ἐν ὀ­νό­μα­τι Κυ­ρί­ου, βα­σι­λεὺς τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ». Ἡ ὑ­πο­δο­χὴ εἶ­χε ἔν­τα­ση καὶ ἦ­ταν με­γα­λει­ώ­δης, ἀλ­λὰ ὁ Κύ­ρι­ος πα­ρέ­μει­νε ἤ­ρε­μος καὶ εἰ­σῆλ­θε στὴν πό­λη «κα­θή­με­νος ἐ­πὶ πῶ­λον ὄ­νου». Ἔ­τσι ἀ­πο­δεί­κνυ­ε ὄ­χι μό­νο τὴν τα­πεί­νω­σή του, ἀλ­λὰ καὶ τὸ μά­ται­ο καὶ ἐ­πι­φα­νει­α­κὸ τῶν ἐκ­δη­λώ­σε­ων τοῦ πλή­θους. Γνώ­ρι­ζε ὁ Κύ­ρι­ος ὅ­τι ἡ ὑ­πο­δο­χὴ δὲν γι­νό­ταν δι­ό­τι ὅ­λοι ἐ­κεῖ­νοι πί­στευ­αν στὴ μεσ­σι­α­νι­κό­τη­τά του, στὸ ὅ­τι δη­λα­δὴ ἦ­ταν ὁ Υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ, ὁ λυ­τρω­τὴς τοῦ κό­σμου. Τὸ πλῆ­θος εἶ­χε ἐν­θου­σι­α­στεῖ ἀ­πὸ τὸ θαυ­μα­στὸ γε­γο­νὸς τῆς ἀ­νά­στα­σης τοῦ Λα­ζά­ρου καὶ ἐ­ξε­δή­λω­σε ἕ­να πα­ρο­δι­κὸ ἐν­θου­σι­α­σμό: «διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος», γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, «ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον». Ὁ ἴ­διος ὁ Θε­ὸς εἶ­χε ὁ­μι­λή­σει δι­ὰ τοῦ στό­μα­τος τοῦ προ­φή­τη Ἠ­σα­ΐ­α καὶ εἶχε πεῖ: «ἐγγίζει μοι ὁ λαὸς οὗτος τῷ στόματι αὐτῶν καὶ τοῖς χείλεσί με τιμᾷ, ἡ δὲ καρδίᾳ αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ᾽ ἐμοῦ».

Τὸ μὴ γνήσιο τῶν ἐκδηλώσεων τοῦ πλήθους καὶ ἡ ἀπουσία πίστης πρὸς τὸν Χριστὸ ἀποδείχθηκε λίγες μέρες ἀργότερα, ὅταν οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι, οἱ τόσο ἐνθουσιώδεις κατὰ τὴν ὑποδοχὴ τοῦ Κυρίου, ἄλλαξαν τὴ στάση τους καὶ φώναζαν «ἆρον, ἆρον, σταύρωσον αὐτόν», ζητῶντας τὸν θάνατο τοῦ εὐεργέτη τους.

Ἐμεῖς, ὅμως, οἱ Χριστιανοί, ἂς μὴν ἐνθουσιαστοῦμε κατὰ τὸν ἐπιφανειακὸ τρόπο τῶν Ἑβραίων. Ὁ ἐρχόμενος «ἐπὶ πῶλον ὄνου» εἶναι ὁ πρᾶος Κύριος, ὁ ποιμένας ὁ καλὸς καὶ ἀγαθός, ὁ ὁποῖος θύεται προθύμως γιὰ νὰ ἀπελευθερώσει τὸν ἄνθρωπο, νὰ τὸν σώσει ἀπὸ τὴν πλάνη τοῦ διαβόλου καὶ νὰ ἁγιάσει ἐν γένει τὸν κόσμο. Γι᾽ αὐτὸ ἂς τὸν ὑποδεχθοῦμε ὀρθῶς καὶ ἂς ἑορτάσουμε ὑπερκοσμίως. Γιὰ νὰ τὸν συναντήσουμε ἂς ἐξέλθουμε τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς ἰδιοτέλειας. Ἂς τὸν ἐπευφημήσουμε ὄχι μὲ κλάδους βαΐων, ἀλλὰ ἀφενὸς μὲ τὴ στροφή μας πρὸς τὴν ἀρετὴ καὶ ἀφετέρου διὰ τῆς φιλανθρωπίας καὶ τῆς βοήθειας ποὺ θὰ προσφέρουμε στοὺς ἐμπερίστατους ἀδελφούς μας. Ἀντὶ ἱματίων ἂς στρώσουμε γι᾽ αὐτὸν τὴ δεκτικότητα τῆς καρδίας μας. Ἂς ἀποβάλουμε τὸν ἐγωϊσμὸ καὶ τὴν ἔπαρση ἀπὸ αὐτή. Ἂς ταπεινωθοῦμε γιὰ νὰ συνδοξασθοῦμε μαζί του στὴν Ἀνάσταση. Ἂς γευθοῦμε τοῦ σταυροῦ γιὰ νὰ ἀπολαύσουμε τὸν γλυκασμὸ τῆς αἰώνιας ζωῆς.

Actions: E-mail | Permalink |
halkali escort halkali escort istanbul escort beylikduzu escort sirinevler escort beylikduzu escort sirinevler escort beylikduzu escort sisli escort
aydin escort bingöl escort