ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ
03

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΠΑΣΧΑ (ΤΟΥ ΘΩΜΑ)

(Ἰω. 20, 19-31)

Τὸ ἀ­πό­γευ­μα τῆς ἡ­μέ­ρας τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως τοῦ Κυ­ρί­ου, δέ­κα ἐκ τῶν ἕν­τε­κα Ἀ­πο­στό­λων, βρι­σκόν­του­σαν, «δι­ὰ τὸν φό­βον τῶν Ἰ­ου­δαί­ων», φο­βού­με­νοι δηλαδὴ μὴ συλληφθοῦν καὶ αὐτοὶ καὶ καταδικαστοῦν ἀπὸ τοὺς ὁμοεθνεῖς τους, κλει­δαμ­πα­ρω­μέ­νοι σὲ κά­ποιο σπί­τι στὴν Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ. Ξαφ­νι­κὰ ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὁ ἀ­να­στη­μέ­νος Κύ­ρι­ος, ὁ νι­κη­τὴς τοῦ θανάτου, ἀ­νά­με­σά τους καὶ τοὺς λέ­ει: «Εἰ­ρή­νη ὑ­μῖν», δεί­χνον­τάς τους ταυ­τό­χρο­να τὰ ση­μά­δια τῶν πλη­γῶν του, γιὰ νὰ πει­σθοῦν ὅ­τι εἶ­ναι ὄν­τως ὁ ἴ­διος. Στὴ θέ­α τοῦ ἀ­να­στη­μέ­νου Κυ­ρί­ου οἱ πα­ρόν­τες Ἀ­πό­στο­λοι ἐ­πλή­σθη­σαν χα­ρᾶς.

Τὴ μέ­ρα τῆς ἐμ­φά­νι­σης τοῦ Χρι­στοῦ στοὺς Ἀ­πο­στό­λους, ὅ­μως, «τῇ μι­ᾷ τῶν σαβ­βά­των», ὁ Θω­μᾶς ἀ­που­σί­α­ζε, πρᾶγ­μα ποὺ ἀ­πὸ τοὺς Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας θε­ω­ρεῖ­ται ὡς μυ­στή­ρι­ο τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας τοῦ Θε­οῦ. Ἐ­ὰν ὁ Θω­μᾶς ἦ­ταν πα­ρών, δὲν θὰ ἀμ­φι­σβη­τοῦ­σε τὴν Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Κυ­ρί­ου. Ἐ­ὰν δὲν ἀμ­φέ­βαλ­λε δὲν θὰ τοῦ ζη­τεῖ­το νὰ ψη­λα­φή­σει γιὰ νὰ πει­σθεῖ. Ἐ­ὰν πά­λι δὲν ψη­λά­φι­ζε δὲν θὰ πί­στευ­ε. Καὶ ἐ­ὰν δὲν πί­στευ­ε κατ᾽ αὐ­τὸ τὸν τρό­πο δὲν θὰ μᾶς δί­δα­σκε νὰ πι­στεύ­ου­με χω­ρὶς νὰ ζη­τοῦ­με ἀ­πο­δεί­ξεις.

Ὅ­ταν λοι­πὸν ἐ­πέ­στρε­ψε ὁ Θω­μᾶς, οἱ δέ­κα Ἀ­πό­στο­λοι τοῦ εἶ­παν ὅ­τι εἶ­δαν τὸν Κύ­ρι­ο ἀ­να­στη­μέ­νο. Τοῦ θύ­μη­σαν αὐ­τὸ ποὺ ὁ Κύ­ρι­ος εἶ­χε πεῖ, ὅ­τι δη­λα­δή: «με­τὰ τρεῖς ἡ­μέ­ρας ἐ­γεί­ρο­μαι», κα­θὼς καὶ αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χε δι­α­κη­ρύ­ξει: «Ἐ­γὼ εἰ­μὶ ἡ ἀ­νά­στα­σις καὶ ἡ ζω­ὴ καὶ ἡ ἀ­λή­θει­α». Τὸν δι­α­βε­βαί­ω­σαν ὅ­τι εἶ­δαν τὸν εἰ­πόν­τα: «ἐ­ξου­σί­αν ἔ­χω θεῖ­ναι τὴν ψυ­χήν μου, καὶ ἐ­ξου­σί­αν ἔ­χω πά­λιν λα­βεῖν αὐ­τήν». Τοῦ μί­λη­σαν γιὰ τὸ θαυ­μα­στὸ γε­γο­νὸς τῆς πα­ρου­σί­ας τοῦ Κυ­ρί­ου κε­κλει­σμέ­νων τῶν θυ­ρῶν, τὴν ἔκ­πλη­ξη ποὺ τοὺς κα­τέ­βα­λε ὅ­ταν εἶ­δαν τὴν πα­ρά­δο­ξη τού­τη εἴ­σο­δο στὸν χῶ­ρο ποὺ βρι­σκόν­του­σαν. Τοῦ εἶ­παν πὼς εἶ­δαν τὶς πλη­γὲς τῶν χε­ριῶν καὶ τῆς πλευ­ρᾶς του καὶ δέ­χθη­καν ἀ­πὸ αὐ­τὸν ἐ­ξου­σί­α καὶ δύ­να­μη νὰ συγ­χω­ροῦν τὶς ἁ­μαρ­τί­ες. Τοῦ εἶ­παν ἀ­κό­μα ὅ­τι ἡ λύ­πη, ἡ στε­νο­χώ­ρια καὶ ὁ φό­βος ποὺ τοὺς κα­τεῖ­χε με­τα­τρά­πη­καν σὲ γα­λή­νη καὶ εὐ­φρο­σύ­νη με­τὰ τὸν θε­ϊ­κὸ χαι­ρε­τι­σμὸ ποὺ τοὺς ἀ­πηύ­θυ­νε, δηλαδὴ τὸ «Εἰ­ρή­νη ὑ­μῖν».

Ὁ Θω­μᾶς, ὅ­μως, ἔ­μει­νε δι­στα­κτι­κὸς καὶ δυ­σκο­λευ­ό­ταν νὰ ἀ­πο­δε­χθεῖ τὴν ἀ­λή­θει­α τῆς μαρ­τυ­ρί­ας τῶν ἄλ­λων Ἀ­πο­στό­λων. Γι᾽ αὐ­τὸ καὶ τοὺς εἶ­πε: ὅ­πως ἐ­σεῖς δὲν θὰ πι­στεύ­α­τε ἐ­ὰν δὲν τὸν βλέ­πα­τε, ἔ­τσι καὶ ἐ­γώ, ἐ­ὰν δὲν τὸν δῶ μὲ τὰ μά­τια μου καὶ δὲν βά­λω τὸ δά­κτυ­λό μου στὰ ση­μά­δια τῶν καρ­φιῶν καὶ στὴν πλη­γὴ τῆς πλευ­ρᾶς του, δὲν πρό­κει­ται νὰ πι­στέ­ψω. Τό­τε ὁ Κύ­ρι­ος, ὁ ἴ­διος ποὺ εἶ­χε πεῖ: «ζη­τεῖ­τε, καὶ εὑ­ρή­σε­τε, κρού­ε­τε, καὶ ἀ­νοι­γή­σε­τε ὑ­μῖν», συγ­κα­τα­βαί­νει στὸ αἴ­τη­μα τοῦ Θω­μᾶ. Με­τὰ ἀ­πὸ πα­ρέ­λευ­ση ὀ­κτὼ ἡ­με­ρῶν, δη­λα­δὴ τὴν ἑ­πό­με­νη Κυ­ρι­α­κή, ἔρ­χε­ται στὸν ἴ­διο τό­πο, μπαί­νει στὸν κλει­στὸ χῶ­ρο μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο, ὅ­που ἦ­ταν καὶ πά­λι συ­νηγ­μέ­νοι οἱ μα­θη­τές, μα­ζὶ τώ­ρα μὲ τὸν Θω­μᾶ, λέ­γον­τάς τους: «Εἰ­ρή­νη ὑ­μῖν». Ἀ­πο­δει­κνύ­ει λοι­πὸν καὶ στὸν Θω­μᾶ, τό­σο μὲ τὴ θαυ­μα­στὴ εἴ­σο­δό του στὴν οἰ­κί­α, «τῶν θυ­ρῶν κε­κλει­σμέ­νων», ὅ­σο καὶ μὲ τὴν ἐ­πί­δει­ξη τῶν ση­μα­διῶν ἀ­πὸ τὶς πλη­γές του, τὴν ἀ­λή­θει­α καὶ τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς Ἀ­νά­στα­σής του. Ἀ­φοῦ στρά­φη­κε στὸν Θω­μᾶ τοῦ εἶ­πε: «Θω­μᾶ, φέ­ρε τὸ δά­χτυ­λό σου ἐ­δῶ στὰ ση­μά­δια τῶν πλη­γῶν μου, δὲς τὰ χέ­ρια μου, βά­λε τὸ χέ­ρι σου στὴν πλευ­ρά μου, καὶ μὴν ἀ­φή­νεις τὸν ἑ­αυ­τό σου νὰ κυ­ρι­ευ­θεῖ ἀ­πὸ ἀ­πι­στί­α, ἀλ­λὰ γί­νου πι­στός». Καὶ ὁ Θω­μᾶς βλέ­πον­τας πι­στεύ­ει καὶ πιστεύοντας ἀ­να­φω­νεῖ: «Ὁ Κύ­ρι­ός μου καὶ ὁ Θε­ός μου».

Ἡ δυ­σπι­στί­α τοῦ Θω­μᾶ, ἀλ­λὰ καὶ ἡ ὁ­μο­λο­γί­α του, ἀ­πο­τε­λοῦν πλέ­ον κρη­πί­δα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἐ­ξαι­τί­ας τῆς στά­σης τοῦ Θωμᾶ ὁ Κύ­ρι­ος μα­κά­ρι­σε ὅ­σους, ἀρ­γό­τε­ρα, στὴν ἱ­στο­ρι­κὴ πο­ρεί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, δὲν θὰ τὸν δοῦν σω­μα­τι­κῶς, ὅ­μως, θὰ πι­στέ­ψουν διὰ τοῦ κηρύγματος, σὲ αὐ­τὸν καὶ στὸ ὑ­περ­φυ­ὲς μυ­στή­ρι­ο τῆς Ἀ­νά­στα­σής του. 


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

(Μρ. 15, 43 - 16, 8)

Οἱ Μυ­ρο­φό­ρες, δηλαδὴ ἡ Μα­ρί­α ἡ Μα­γδα­λη­νή, ἡ Μα­ρί­α ἡ τοῦ Κλω­πᾶ, ἡ Ἰ­ω­άν­να, ἡ γυ­ναί­κα τοῦ Χου­ζᾶ, ἐ­πι­τρό­που τοῦ Ἡ­ρώ­δη, ἡ Σα­λώ­μη, ἡ μη­τέ­ρα τῶν υἱ­ῶν Ζε­βε­δαί­ου, ἡ Σω­σάν­να καὶ ἡ Πα­να­γί­α, μη­τέ­ρα τοῦ Κυ­ρί­ου, ἦ­ταν οἱ γυ­ναῖ­κες, οἱ ὁ­ποῖ­ες εἶ­χαν ἔλ­θει στὸν τά­φο τοῦ Κυ­ρί­ου, φέ­ρον­τας μα­ζί τους μύ­ρα γιὰ νὰ ἀ­λεί­ψουν, σύμ­φω­να μὲ τὴν τό­τε συ­νή­θει­α, τὸ σῶ­μα τοῦ δι­δα­σκά­λου. Ἦ­ταν οἱ ἴ­διες γυ­ναῖ­κες ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν καὶ δι­α­κο­νοῦ­σαν τὸν Κύ­ρι­ο, κα­τὰ τὸ δι­ά­στη­μα τῆς τρι­ε­τοῦς δρά­σης του, πα­ρέ­με­ναν μα­ζί του καὶ τοῦ συμ­πα­ρα­στά­θη­καν καὶ κα­τὰ τὸ Πά­θος του.

Ἀ­φοῦ ὁ Ἰ­ω­σὴφ καὶ ὁ Νι­κό­δη­μος ζή­τη­σαν καὶ πῆ­ραν ἀ­πὸ τὸν Πι­λά­το τὸ σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, τὸ ἑ­τοί­μα­σαν καὶ τὸ ἐν­τα­φί­α­σαν, οἱ γυ­ναῖ­κες ἀ­κό­λου­θοι τοῦ Κυ­ρί­ου, κου­βα­λῶν­τας μα­ζί τους τὰ ἀ­νά­λο­γα ἀ­ρώ­μα­τα «λί­αν πρω­ῒ τῆς μι­ᾶς σαβ­βά­των», ὅ­ταν χά­ρα­ζε ἡ πρώ­τη καὶ πα­νέ­ορ­τος ἡ­μέ­ρα, αὐτὴ ποὺ ὀνομάστηκε Κυ­ρι­α­κή, προ­σῆλ­θαν στὸ μνη­μεῖ­ο γιὰ νὰ μυ­ρί­σουν τὸ ζω­η­φό­ρο σῶ­μα τοῦ Δι­δα­σκά­λου. Ἐ­νῶ ἀ­να­ρω­τι­όν­του­σαν ποιὸς θὰ με­τα­κι­νοῦ­σε τὸν λί­θο ποὺ ἔ­φρα­ζε τὴν εἴ­σο­δο τοῦ τά­φου, ὥ­στε νὰ εἰ­σέλ­θουν σὲ αὐ­τόν, φτά­νον­τας ἐ­κεῖ, ὄ­χι μό­νο βλέ­πουν τὸν μέ­γα λί­θο τοῦ μνη­μεί­ου «ἀ­πο­κε­κυ­λι­σμέ­νον», ἀλ­λὰ συ­ναν­τοῦν καὶ ἀ­στρα­πό­μορ­φο ἄγ­γε­λο, ὁ ὁ­ποῖ­ος τοὺς εὐ­αγ­γε­λί­ζε­ται τὴν Ἀ­νά­στα­ση.

Ση­μει­ωτέον ὅ­τι ὁ λί­θος ἀ­πο­κυ­λί­σθη­κε γιὰ τὶς Μυ­ρο­φό­ρες, καὶ γιὰ τοὺς μα­θη­τές, ποὺ λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­φτα­σαν καὶ αὐ­τοὶ στὸν τά­φο, καὶ ὄ­χι γιὰ τὸν Κύ­ρι­ο. Δη­λα­δὴ ἀ­πο­κυ­λί­σθη­κε γιὰ νὰ εἰ­σέλ­θουν οἱ Μυ­ρο­φό­ρες καὶ οἱ μα­θη­τὲς καὶ ὄ­χι γιὰ νὰ ἐ­ξέλ­θει ὁ Κύ­ρι­ος. Ἡ Ἀ­νά­στα­ση ἔ­γι­νε καὶ ὁ Κύ­ρι­ος ἐ­ξῆλ­θε, ἥ­συ­χα καὶ ἤ­ρε­μα, χω­ρὶς κα­νεὶς νὰ ἀν­τι­λη­φθεῖ τὸ πα­ρα­μι­κρό. Ὅ­πως λέ­ει καὶ ἕ­να Ἀ­να­στά­σι­μο Στι­χη­ρό: «Κύ­ρι­ε, ἐ­σφρα­γι­σμέ­νου τοῦ τά­φου ὑ­πὸ τῶν πα­ρα­νό­μων, προ­ῆλ­θες ἐκ τοῦ μνή­μα­τος, κα­θὼς ἐ­τέ­χθης ἐκ τῆς Θε­ο­τό­κου. Οὐκ ἔ­γνω­σαν πῶς ἐ­σαρ­κώ­θῃς οἱ ἀ­σώ­μα­τοί σου Ἄγ­γε­λοι˙ οὐκ ἤ­σθον­το πό­τε ἀ­νέ­στης οἱ φυ­λάσ­σον­τές σε στρα­τι­ῶ­ται».

Ὅ­πως τό­τε στὸν Πα­ρά­δει­σο, πρώ­τη ἡ Εὔα, με­τὰ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α, τὴν πλά­ση καὶ τὴ ζω­ο­ποί­η­ση τοῦ Ἀ­δάμ, μαρ­τύ­ρη­σε γιὰ τὸ θαῦ­μα, ἔ­τσι καὶ τώ­ρα οἱ μυ­ρο­φό­ρες πλη­ρο­φο­ροῦν­ται ἀ­πὸ τὸν λαμ­προ­φο­ροῦν­τα ἄγ­γε­λο τὴν Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Κυ­ρί­ου καὶ τοὺς ζη­τεῖ­ται νὰ με­τα­φέ­ρουν τὸ θαυ­μα­στὸ γε­γο­νὸς στοὺς Ἀ­πο­στό­λους. Αὐ­τὸ ἀ­πὸ τοὺς Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας θε­ω­ρεῖ­ται οἰ­κο­νο­μί­α Θε­οῦ˙ ἔ­πρε­πε τὸ γυ­ναι­κεῖ­ο φῦλο, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­πε­σε πρῶ­το στὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ εἰ­σή­γα­γε στὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα τὸν θά­να­το, νὰ εἶ­ναι πρῶ­το καὶ στὴ θέ­α τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως καὶ στὴ χα­ρὰ τῆς ἀ­νόρ­θω­σης τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας.

Πα­ρὰ τὴν πε­ρι­δε­ῆ της φύ­ση ἡ γυ­ναί­κα, τε­λι­κὰ ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται πλή­ρης θάρ­ρους, πρᾶγ­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν μπό­ρε­σαν νὰ ἐ­πι­δεί­ξουν οἱ ἄν­δρες μα­θη­τὲς τοῦ Χρι­στοῦ. Ἡ πί­στη τῆς γυ­ναί­κας καὶ ἡ ἀ­φο­σί­ω­σή της στὸν Κύ­ρι­ο εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νή. Δὲν λο­γα­ριά­ζει τοὺς πολ­λοὺς κιν­δύ­νους ἐ­κεί­νων τῶν ἡ­με­ρῶν τῆς ἔ­χθρας κα­τὰ τοῦ Χρι­στοῦ, ἀλ­λὰ ἀ­ψη­φῶν­τας κά­θε δυ­σχέ­ρει­α σπεύ­δει νὰ ἀ­πο­νεί­μει τὴν πρέ­που­σα τι­μὴ καὶ φρον­τί­δα στὸν νε­κρό. Ἐν τέ­λει, μαρ­τυ­ρεῖ τὴ χα­ρὰ τῆς Ἀ­νά­στα­σης. Τῆς ζη­τεῖ­ται μά­λι­στα ἀ­πὸ τὸν ἄγ­γε­λο νὰ ἀ­πο­τε­λέ­σει τὸν πρῶ­το κή­ρυ­κα τοῦ θαύ­μα­τος. Ἔ­τσι ζεῖ τὸ ὄν­τως Πά­σχα, τὴν κα­τὰ κυ­ρι­ο­λε­ξί­α με­τά­βα­ση ἀ­πὸ τὴ δου­λεί­α τῆς Αἰ­γύ­πτου στὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τῆς γῆς Χα­ναάν, τὸ πέ­ρα­σμα ἀ­πὸ τὴν ἁ­μαρ­τί­α καὶ τὴν πα­λαι­ὰ κα­τά­στα­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, στὴν Και­νὴ ζω­ὴ τοῦ χρι­στι­α­νι­σμοῦ.

Ὁ κά­θε ἕ­νας ἀ­πὸ ἐ­μᾶς μπο­ρεῖ νὰ βιώσει τὴ χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως, ἀλ­λὰ ὅ­πως οἱ μυ­ρο­φό­ρες γυ­ναῖ­κες πρέ­πει πρῶ­τα νὰ ἐ­πι­δεί­ξει ἀ­γά­πη στὸν Σω­τῆ­ρα Χρι­στό, πί­στη στὶς ἐν­το­λές του καὶ ἀ­φο­σί­ω­ση σὲ αὐ­τόν. Οἱ δυ­σχέ­ρει­ες καὶ οἱ ἀ­πο­γο­η­τεύ­σεις θὰ εἶ­ναι πολ­λές, ὅ­μως, ἡ ἐ­πι­μο­νὴ καὶ ἡ πί­στη στὸν Χρι­στὸ θὰ μᾶς ἐ­πι­τρέ­ψουν νὰ εἰ­σέλ­θου­με στὴν ἀ­λη­θι­νὴ χα­ρὰ τοῦ Πα­ρα­δεί­σου. Ἡ βί­ω­ση κα­τὰ ὀρ­θὸ τρό­πο τοῦ Πά­σχα καὶ τῆς Ἀ­ναστάσεως εἶ­ναι ἀ­νά­λο­γη μὲ τὸν ἀ­γῶνα ποὺ ἐ­πι­δει­κνύ­ου­με.  Ἔ­τσι ἀ­παι­τεῖ­ται κατ᾽ ἀρ­χὰς σπου­δὴ καὶ ἐ­γρή­γορ­ση στὴν τή­ρη­ση τοῦ λό­γου τοῦ Θε­οῦ, κα­θὼς καὶ ἄ­γρυ­πνη ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῶν ποι­κί­λων πει­ρα­σμῶν. Αὐ­τοὶ οἱ πει­ρα­σμοὶ μπο­ρεῖ καὶ νὰ ἐ­πι­φέ­ρουν με­γά­λη πι­κρί­α στὴ ζω­ή μας, ὅ­μως, πρέ­πει νὰ θυ­μό­μα­στε ὅ­τι αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ δρό­μος τοῦ Πα­ρα­δεί­σου. Ἡ πλα­τεῖ­α καὶ ἄ­νε­τος καὶ εὐ­ρύ­χω­ρος ὁ­δὸς δὲν ἀν­τι­στοι­χεῖ στοὺς Χρι­στια­νούς. Οἱ Μυ­ρο­φό­ρες προ­τοῦ λά­βουν τὴν ἀγ­γε­λι­κὴ πα­ρη­γο­ριά, ἔ­κλα­ψαν καὶ πό­νε­σαν καὶ φο­βή­θη­καν. Ἐπέμειναν, ὅ­μως, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐν τέλει ἀξιώθηκαν τῆς χαρᾶς τῆς Ἀναστάσεως.


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ

(Ἰω. 5, 1-15)

Κάτω ἀπὸ τὶς πέντε στοὲς τῆς κολυμβήθρας Βηθεσδά, στὴν πόλη τῆς Ἱερουσαλήμ, κατέκειτο πλῆθος ἀσθενῶν, τυφλῶν, χωλῶν καὶ ἐν γένει ἀνήμπορων ἀνθρώπων. Αὐτοὶ ἀποτελοῦσαν μιὰ ὄντως συγκλονιστικὴ εἰκόνα τῆς ἀνθρώπινης δυστυχίας, ἀλλὰ καὶ ἔκφραση τῆς θλίψεως, τῆς ὀδύνης καὶ τοῦ πόνου. Ἐκεῖ ἀκούγονταν ἀπὸ τοὺς ταλαίπωρους αὐτοὺς ἀσθενεῖς κραυγὲς πόνου καὶ ἀδημονίας, ἱκεσίες καὶ παρακλήσεις, ὥστε νὰ τύχουν χέρι βοηθείας.

Ταυτόχρονα, ὅμως, ὅπως χαρακτηριστικὰ ἐπισημαίνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ὑπῆρχε στὸν χῶρο ἐκεῖνο ἀγρυπνία, ὑπομονὴ καὶ πολλὴ καρτερία. Εἰδικότερα, ὀνομάζει «ἔκπληκτη» τὴν καρτερία τοῦ παράλυτου, διότι γιὰ τριάντα ὀκτὼ ἔτη παρέμενε καὶ ὑπέμενε στὸν χῶρο τῆς κολυμβήθρας, χωρὶς φίλους, μόνος καὶ ἀβοήθητος. Τὸ ἴδιο ἄγρυπνοι καὶ καρτερικοὶ ἦταν καὶ οἱ ἄλλοι ἀσθενεῖς, ἀφοῦ ἦταν ἄδηλος ὁ καιρὸς «καθ᾽ ὃν ἐτινάσσετο τὸ ὕδωρ». Ἑρμηνεύοντας ὁ Εὐθύμιος Ζιγαβηνὸς τό: «ἄγγελος γὰρ κατὰ καιρὸν κατέβαινεν ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ, καὶ ἐταράσσετο τὸ ὕδωρ», λέει πὼς τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας δὲν γινόταν βέβαια συνεχῶς, ἀλλὰ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν. Ὁ χρόνος τέλεσής του ἦταν ἄγνωστος στοὺς ἀνθρώπους. Ἐπειδή, ὅμως, αὐτὸ λάμβανε χώρα πολλὲς φορὲς κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἔτους, οἱ ἀσθενεῖς βρισκόντουσαν συνεχῶς στὸν χῶρο τῆς κολυμβήθρας ἕτοιμοι νὰ εἰσέλθουν σὲ αὐτή. Ὅλοι δὲ οἱ ἀσθενεῖς εἶχαν καὶ κάποιο δικό τους, ὥστε νὰ τοὺς ὑπηρετεῖ καὶ νὰ τοὺς βάλει στὸ νερό. Μόνο ὁ παραλυτικὸς τῆς διήγησης ἦταν μόνος ἐκεῖ. Ὅμως, δὲν δυσανασχετοῦσε. Στὸν διάλογό του μὲ τὸν Κύριο, ἐπιδεικνύει τὴν ἐσωτερική του ποιότητα. Ὅταν ὁ Χριστὸς τὸν ρώτησε ἐὰν θέλει νὰ γίνει καλὰ δὲν ἀντέδρασε μὲ κακότητα καὶ ἀπελπισία. Δὲν βλασφήμησε οὔτε καταράστηκε τὴν ἡμέρα ποὺ γεννήθηκε. Πολὺ περισσότερο δὲν στενοχωρήθηκε ἀπὸ τὴν ἐρώτηση ποὺ τοῦ ἀπηύθυνε ὁ Κύριος˙ δὲν τοῦ εἶπε: «ἦρθες γιὰ νὰ μὲ προσβάλεις, νὰ μὲ διασύρεις καὶ νὰ μὲ διακωμωδήσεις, ρωτῶντας με ἂν θέλω νὰ θεραπευθῶ». Ἀντ᾽ αὐτοῦ ἀπαντᾶ μὲ πραότητα καὶ μὲ μεγάλη μετριοπάθεια: «Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν˙ ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγώ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει».

Ἡ πολυετὴς ἀσθένεια τοῦ παραλυτικοῦ συνδέεται μὲ τὶς ἁμαρτίες του. Ὁ Κύριος, ἀφοῦ τὸν θεράπευσε τοῦ εἶπε: «ἴδε ὑγιὴς γέγονας˙ μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται», πρᾶγμα ποὺ ὅπως ἑρμηνεύει ὁ Ἀμφιλόχιος Ἰκονίου, σημαίνει πὼς ἡ ἁμαρτία του ἦταν ὑπεύθυνη γιὰ τὴ μακροχρόνια ἀσθένειά του. Πάντως, ἐπισημαίνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, οἱ μακροὶ καὶ ὀδυνηροὶ χρόνοι τῆς ἀσθένειας καὶ τῆς δοκιμασίας ἔσβησαν τὶς ἁμαρτίες. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς δὲν τοῦ λέει τὰ ἴδια ποὺ εἶπε στὸν παραλυτικὸ τῆς Καπερναούμ, δηλαδὴ τό: «ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου».

Ἡ συνομιλία τοῦ παραλυτικοῦ μὲ τὸν Κύριο ἀποδεικνύει καὶ ἀναδεικνύει τὴν πίστη καὶ τὴν ἀνδρεία του˙ ἡ πίστη του φαίνεται στὴν εὐπείθεια, μὲ τὴν ὁποία δέχθηκε τὴν προσταγή: «ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει». Ἡ δὲ ἀνδρεία του ἀποκαλύπτεται ἀμέσως μετὰ τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας, ὅταν, παρὰ τὶς κατηγορίες τῶν Ἑβραίων γιὰ καταπάτηση τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου: «ἔλεγον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ˙ σάββατόν ἐστιν˙ οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράβαττον», ὄχι μόνο δὲν ἀρνήθηκε τὸν εὐεργέτη του, ἀλλὰ τὸν ἀνακήρυξε καὶ τὸν ὁμολόγησε.

Ὁ πόνος καὶ ἡ δοκιμασία τοῦ παραλυτικοῦ εἶναι κάτι ποὺ γεύονται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἄλλοι λίγο καὶ ἄλλοι περισσότερο, ἄλλοι ἠπιώτερα καὶ ἄλλοι ἐντονώτερα. Δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἄνθρωπος ποὺ νὰ περάσει ὅλη του τὴ ζωὴ χωρὶς θλίψη. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐπεσήμανε στοὺς μαθητές του αὐτὴ τὴν πραγματικότητα ποὺ ἐπιφυλάσσει τοῦτος ὁ κόσμος, λέγοντάς τους: «ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ θλῖψιν ἕξετε». Ἐφόσον κάποιος ζεῖ ἐπὶ τῆς γῆς θὰ συνυφαίνει τὴ ζωή του μὲ τὸν πόνο καὶ τὴ θλίψη καὶ τὴ δυστυχία. Καὶ αὐτὸ ἰσχύει ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ ἐὰν εἶναι εὐσεβὴς ἢ ἀσεβής, πιστὸς ἢ ἄπιστος. Ὁ τρόπος ἀντιμετώπισης, ὅμως, τῶν θλίψεων, τῆς ἀσθένειας καὶ τῆς δοκιμασίας, χαρακτηρίζει πλέον τὴν πνευματικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου. Εἴτε θὰ ἐπιδεικνύει ἀπελπισία εἴτε καρτερία καὶ ὑπομονή. Στὴ δεύτερη περίπτωση ὁ ἄνθρωπος ἀποδεικνύεται ἀληθὴς Χριστιανός, ὁ ὁποῖος, παρὰ τὶς δυσχέρειες ποὺ ἀντιμετωπίζει, ἐνθυμεῖται τὸν παρηγορητικὸ λόγο τοῦ Κυρίου: «θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον».


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ

(Ἰω. 4, 5-42)

Μᾶς λέγει τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα ὅτι κάποτε ὁ Κύριος, κουρασμένος καὶ διψασμένος ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία, στάθμευσε παρὰ τὸ φρέαρ τοῦ Ἰακώβ. Ἐκεῖ συνάντησε μία γυναῖκα ἀπὸ τὴ Σαμάρεια καὶ τῆς προσέφερε τὴ σωτηρία. Ἡ γυναῖκα αὐτὴ ἐπέλεξε νὰ πάει καὶ νὰ ἀντλήσει νερὸ τὴν ὥρα τοῦ μεγάλου καύματος, ὅταν δηλαδὴ ἐκ τῶν πραγμάτων δὲν βρισκόταν κανεὶς ἄλλος ἐκεῖ. Ἴσως ἔτσι ἤθελε νὰ ἀποφύγει τὰ σκωπτικὰ καὶ προσβλητικὰ σχόλια εἰς βάρος της γιὰ τὴν ἄστατη προσωπική της ζωή. Στὸ φρέαρ συνάντησε τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνο δὲν τὴν κατέκρινε, ἀλλὰ τὴν ἕλκυσε στὴν ἀγάπη του καὶ τὴ μετάνοια.

Ὁ Χριστὸς ζητᾶ ἀπὸ τὴ Σαμαρείτιδα νὰ τοῦ δώσει νερὸ ἀπὸ τὸ πηγάδι, ἐνῷ κατ᾽ οὐσίαν αὐτὸ ποὺ ἤθελε ἦταν ἡ σωτηρία τῆς γυναίκας. Ἡ Σαμαρείτιδα ἐξεπλάγηκε καὶ ἀπόρησε γιὰ τὸ αἴτημα ποὺ ἐξέφραζε ὁ Χριστός, διότι τὴν τότε ἐποχὴ οἱ Ἰουδαῖοι δὲν εἶχαν ὁποιεσδήποτε σχέσεις μὲ τοὺς Σαμαρεῖτες. Ἡ εὔλογος ἀπορία τῆς γυναικὸς ἀποτελεῖ ἀφορμή, ὥστε ὁ Χριστὸς νὰ ξεκινήσει μία διαλογικὴ συζήτηση μαζί της καὶ νὰ τῆς προσφέρει τὶς ὑψηλὲς καὶ σωτηριώδεις ἀλήθειες τοῦ Εὐαγγελίου. Ἔτσι τῆς εἶπε γιὰ τὸ ζῶν ὕδωρ, τὸ ζωογόνο, τὸ ἄφθονο, τὸ ἀνεξάντλητο. Αὐτὸ δὲν θὰ τὸ ἔδινε ὡς ἄντλημα ἀπὸ τὸ παρακείμενο φρέαρ, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, ἀπὸ τὴ σοφία, τὴ δύναμη καὶ τὴν ἀγαθότητά του. Πηγὴ αὐτοῦ τοῦ ὕδατος ἦταν ἡ ἀγαθὴ καρδία του καὶ ὅσοι τὸ λάμβαναν δὲν θὰ διψοῦσαν ποτὲ ξανά.

Ἐκ τῶν πραγμάτων αὐτὴ ἡ ὑψηλὴ διδαχὴ δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ γίνει κατανοητὴ τόσο εὔκολα ἀπὸ τὴ Σαμαρείτιδα. Ἡ γυναῖκα σκεφτόταν πιὸ ἁπλὰ καὶ πιὸ πρακτικά, γι᾽ αὐτὸ καὶ εἶπε στὸν Χριστό: «Κύριε, δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχωμαι ἐνθάδε ἀντλεῖν». Ὁ Χριστὸς ὅμως συνεχίζοντας τῆς ἀποκαλύπτει τὸν ἰδιαίτερο τρόπο ζωῆς της, ὅπου αὐτὴ συζοῦσε σὲ ἄνομες σχέσεις: «πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ», τῆς λέγει. Ἡ ἐπισήμανση τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶχε ἀφετηρία τὸν φθόνο πρὸς τὸ πλάσμα του οὔτε στόχευε στὴν ἐξουδένωσή του. Γι᾽ αὐτὸ καὶ μίλησε κατευθείαν στὴν καρδία τῆς Σαμαρείτιδος, συγκινῶντας την καὶ ὠθῶντας την, τρόπον τινά, νὰ ἀποκαλύψει καὶ τὸν δικό της πόθο γιὰ σωτηρία.

Ἡ Σαμαρείτιδα εἶχε ἐσωτερικὴ ποιότητα. Ἦταν ἕνας κεκρυμμένος μαργαρίτης, ἕνα πολύτιμο πετράδι, ποὺ ἔλαμπε παρὰ τὴν ἄστατη ζωή της, γι᾽ αὐτὸ καὶ δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ διαφύγει τῆς προσοχῆς τοῦ Δεσπότη Χριστοῦ. Εἶχε εὐγένεια ψυχῆς καὶ μεγάλη δεκτικότητα καὶ προσφερόταν γιὰ σπορὰ τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἂν καὶ Σαμαρείτιδα, δὲν τὴ χαρακτήριζε ἡ ἄρνηση καὶ ἡ ἀπιστία, ἀλλὰ ὁ πόθος καὶ ἡ ἀναμονὴ τοῦ Μεσσία. Ὅταν τὸν συνάντησε καὶ ὅταν γεύτηκε τὴν ἀγάπη καὶ τὴ διδαχή του πίστεψε εἰλικρινά. Ξέχασε τὸ ὕδωρ τὸ ὑλικὸ καὶ προτίμησε τὸ ζῶν τοῦ Δεσπότη Χριστοῦ, γενόμενη καὶ ἡ ἴδια «πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον» γιὰ τοὺς συμπατριῶτες της.

Εἶναι ὄντως θαυμαστὴ ἡ μεταβολὴ ποὺ ἐπέφερε ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ στὴν ταλαίπωρη ἐκείνη γυναῖκα. Προϋπόθεση ὅμως τῆς ριζικῆς μεταβολῆς ἦταν ἡ ἐσωτερικὴ δίψα τῆς Σαμαρείτιδας, καθὼς καὶ ἡ διάκριση τοῦ Χριστοῦ. Δὲν ἀπαιτεῖται ἄγριος τρόπος στὴν προσέγγιση τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι γιὰ τὸν ἄλφα ἢ βῆτα λόγο ἀγνοοῦν τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ, παρὰ μόνο γνησιότητα καὶ ἀγάπη καὶ εἰλικρινὲς ἐνδιαφέρον. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἐπειδὴ ἡ Σαμαρείτιδα μπορεῖ νὰ ἐντοπιστεῖ σὲ ὅλους μας, ἂς ἐπιδείξουμε τὸν ἴδιο μὲ αὐτὴ ζῆλο γιὰ τὴ σωτηρία, ἂς στραφοῦμε ὡς φιλομαθεῖς στὶς ἀλήθειες τῆς πίστης μας καὶ ἂς ἀγωνιστοῦμε καὶ ἐμεῖς ἀνάλογα.

Actions: E-mail | Permalink |
halkali escort halkali escort istanbul escort beylikduzu escort sirinevler escort beylikduzu escort sirinevler escort beylikduzu escort sisli escort
aydin escort bingöl escort