ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ
03

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ

(Ἰω. 9, 1-38)

Τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ, τὸ ὁποῖο ἀκούσαμε στὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα εἰσάγεται μὲ ἕνα καίριο θεολογικὸ ζήτημα. Ποῖος ἦταν δηλαδὴ ὁ αἴτιος γιὰ τὴν τυφλότητα ἐκείνου τοῦ ἀνθρώπου.

Ὅταν οἱ μαθητὲς ρώτησαν τὸν Χριστὸ ἐὰν ἔφταιγε ὁ ἴδιος ὁ τυφλὸς ἢ οἱ γονεῖς του, ὥστε νὰ γεννηθεῖ μὲ τέτοια ἀναπηρία, τότε αὐτὸς διευκρίνισε ὅτι ἡ τύφλωση ὑφίσταται πρὸς δόξα Θεοῦ: «ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ». Μὲ τὴν ἀπάντησή του ὁ Χριστὸς δὲν ἐννοεῖ ὅτι ὁ Θεὸς εὐθύνεται γιὰ τὴν τύφλωση τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ὁποία μετὰ θεραπεύει γιὰ νὰ δοξαστεῖ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὸ θὰ ἦταν τουλάχιστον παράλογο, καὶ θὰ ἀφίστατο ἀπὸ τὴν ἀλήθεια τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ.

Ἡ ἀσθένεια τοῦ τυφλοῦ προέρχεται ἀπὸ λόγους φυσιολογίας, ὁ δὲ Κύριος ἐπιδιορθώνει τὸ σφάλμα μὲ τὴν ἴδια ἐξουσία καὶ δύναμη ποὺ εἶχε χρησιμοποιήσει καὶ κατὰ τὴ δημιουργία τοῦ Ἀδάμ. Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος γεννήθηκε τυφλός -καθὼς πολὺ χαρακτηριστικὰ μᾶς λέγει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος- διότι οἱ γονεῖς του εἶχαν κάποια προβλήματα ὑγείας. Τὸ σημαντικὸ ὅμως στὴν προκειμένη περίπτωση εἶναι ὅτι ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος μπορεῖ καὶ διορθώνει τὸ σφάλμα τῆς φύσης μὲ τέτοιο μάλιστα τρόπο, δηλαδὴ χρίοντας τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ μὲ λάσπη, ἀποδεικνύει ὅτι εἶναι ὁ ἴδιος ποὺ πλαστούργησε καὶ τὸν Ἀδάμ.

Τὸ θαῦμα αὐτὸ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀντίδραση τῶν Φαρισαίων, οἱ ὁποῖοι ὀργίζονται καὶ ἀπιστοῦν κατὰ τοῦ Κυρίου. Ἡ ἀντίδρασή τους αὐτὴ ὀφείλεται κατ᾽ ἀρχὰς στὴν παράβαση τῶν διατάξεων τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου. Τὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ ἐπιβάλλονταν γιὰ τὸ Σάββατο 38 ἀπαγορεύσεις καὶ μία ἀπὸ αὐτὲς ὅριζε νὰ μὴν φτιάχνεται πηλὸς τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου. Ὁ πηλὸς λοιπὸν ποὺ ἔκανε ὁ Κύριος μὲ τὸ σάλιο του ἦταν παράβαση τοῦ Νόμου. Ἐπιπλέον, οἱ Φαρισαῖοι ἀντέδρασαν λόγῳ τοῦ ὅτι θεωροῦσαν τὸν Χριστὸ ἕνα ἁπλὸ καὶ συνεπῶς ἁμαρτωλὸ ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος βέβαια δὲν μποροῦσε νὰ κάνει τέτοια θαύματα. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ ἐνέργεια ὅμως, δηλαδὴ ἡ ἀνάπλαση τοῦ ἀσθενοῦς μέρους τοῦ ἀνθρώπου, ἦταν ἐνδεικτικὴ θεϊκῆς ἰδιότητας καὶ γι᾽ αὐτὸ οἱ Φαρισαῖοι ἀντιδροῦσαν τόσο πολύ. Μὲ κανένα τρόπο δὲν ἤθελαν νὰ πιστεύσουν ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἦταν ὁ Μεσσίας, ἐξοῦ καὶ ἡ ἀπόφασή τους νὰ διώκουν ὅσους τὸν ἀποδέχονταν ὡς τέτοιο: «ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται».

Τελικὰ ἡ θεραπεία τοῦ τυφλοῦ ἦταν διπλή. Δηλαδὴ ὁ πρώην τυφλὸς ἄνθρωπος ὄχι μόνο ἀξιώθηκε νὰ δεῖ μὲ τοὺς σωματικούς του ὀφθαλμούς, ἀλλὰ παράλληλα κατανοεῖ μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, ὁμολογῶντας καὶ κηρύσσοντάς τον ἐνώπιον τῶν Φαρισαίων ὡς ἀπεσταλμένο τοῦ Θεοῦ. Ὁ πρώην τυφλὸς ἄρχισε νὰ βλέπει ὀρθὰ τὰ πράγματα καὶ νὰ ἀντιλαμβάνεται νέες ἀλήθειες ζωῆς, τὴν ἴδια στιγμὴ ποὺ οἱ κατ᾽ ἐξοχὴν γνῶστες τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ, δηλαδὴ οἱ Φαρισαῖοι, ἔμεναν πνευματικὰ τυφλοὶ καὶ ἀρνοῦνταν πεισματικὰ νὰ δοῦν κάτι πέρα ἀπὸ ὅσα πίστευαν. Αὐτὸ εἶναι ἰδιαίτερα σημαντικὸ καὶ ἔχει διαχρονικὴ ἀξία. Κάθε ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θὰ κατανοήσει τὴν πνευματική του τυφλότητα καὶ προσέλθει μὲ ἀληθινὴ πίστη στὸν ζωοδότη Χριστό, λαμβάνει τὴν ἴαση, τόσο τοῦ σώματος, ὅσο καὶ τῆς ψυχῆς του. Συνεπῶς, τὸ σημαντικὸ στὴ θεραπεία τοῦ τυφλοῦ εἶναι ἡ πίστη του στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ τὸν ὁδηγεῖ στὸ νὰ ἀποδεχθεῖ ὑπάκουα καὶ χωρὶς ἀντιδράσεις καὶ ἐγωισμοὺς τὴν προτροπὴ τοῦ Χριστοῦ νὰ πάει καὶ νὰ πλύνει τὸν πηλὸ ποὺ τοῦ ἔβαλε στὰ μάτια.

Ἀργότερα δέ, ὅταν ὁ ἐκ γενετῆς τυφλὸς ἐπανέκτησε τὸ φῶς του, ὑπερασπίστηκε τὸν εὐεργέτη του ἐνώπιον τῶν ἀπίστων Ἰουδαίων, ἡ δὲ πίστη του ἑδραιώθηκε ἀκόμα πιὸ πολύ, πρᾶγμα ποὺ ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν ὁμολογία του πρὸς τοὺς Φαρισαίους: «ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου. Εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν». Ὁμολογεῖ δηλαδὴ τὴ θεότητα τοῦ Κυρίου καὶ ταυτόχρονα καλεῖ καὶ ἐμᾶς νὰ μιμηθοῦμε τὴ στάση, τὴν πίστη καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν εὐεργέτη του.


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ

(Ἰω. 17, 1-13)

Σήμερα ἑορτάζουμε τὴ μνήμη τῶν 318 Πατέρων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβαν μέρος στὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τοῦ 325 στὴ Νίκαια τῆς Βιθυνίας.

Ἀφορμὴ γιὰ τὴ σύγκληση τῆς Συνόδου ἦταν οἱ αἱρετικὲς διδασκαλίες τοῦ Ἀρείου, ὁ ὁποῖος γεννήθηκε στὴ Λιβύη γύρω στὸ 260 καὶ σπούδασε στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ τὴν Ἀντιόχεια. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καὶ ἀνέπτυξε  ἔντονη δράση, κηρυκτικὴ καὶ ἑρμηνευτική. Ἐνωρὶς ἄρχισε νὰ διατυπώνει τὶς κακοδοξίες του, ὑποστηρίζοντας ὅτι ὁ Υἱὸς εἶναι κτίσμα τοῦ Πατρὸς καὶ δημιουργήθηκε ἐν χρόνῳ. Αὐτὸ σήμαινε πὼς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ δὲν ἦταν οὔτε Θεὸς οὔτε συναΐδιος μὲ τὸν Πατέρα, ἀλλὰ ἔλαβε τὴν ὕπαρξή του, ἄρχισε δηλαδὴ νὰ ὑπάρχει, μετὰ ἀπὸ αὐτόν. Μάλιστα ἡ δημιουργία τοῦ Υἱοῦ, ἔλεγε ὁ Ἄρειος, ἔγινε διὰ τοῦ θελήματος τοῦ Πατρός, ὥστε νὰ ἀποτελέσει τὸ μέσο γιὰ τὴ δημιουργία τῶν ὑπολοίπων κτισμάτων. Πρῶτο δημιούργημα τοῦ Υἱοῦ, ὑποστήριζε, ἦταν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Εἶναι φανερὸ ὅτι μὲ αὐτὴ τὴ διδασκαλία ὁ Ἄρειος ἔπληττε τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας στὴν ἄκτιστη ἁγία Τριάδα.

Γιὰ νὰ ἀντιμετωπιστοῦν αὐτὲς οἱ κακοδοξίες, ὁ Μ. Κωνσταντῖνος συνεκάλεσε τὸ 325 τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ἡ ὁποία καταδίκασε τὸν ἀρειανισμὸ καὶ δογμάτισε τὸ ὁμοούσιο Πατρὸς καὶ Υἱοῦ. Ὁ Ἄρειος καταδικάστηκε καὶ ἀναθεματίστηκε. Στὴ συνέχεια τέθηκε ὑπὸ περιορισμὸ στὴ Νικομήδεια καὶ μετὰ ἐξορίστηκε στὴν Ἰλλυρία.

Ἡ Σύνοδος ἄρχισε τὶς ἐργασίες της στὶς 14 Ἰουνίου τοῦ 325 καὶ τὶς περάτωσε στὶς 25 Αὐγούστου τοῦ ἰδίου ἔτους. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Συνόδου ὁ Ἄρειος δὲν μίλησε. Μίλησαν ὅμως δεκαεπτὰ ὁμόφρονές του ἐπίσκοποι, διαβάζοντας ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ Ἀρείου «Θαλία». Οἱ κακοδοξίες ποὺ περιεῖχε τὸ σύγγραμμα δὲν μποροῦσαν νὰ γίνουν ἀποδεκτές. Πρὸς θεραπεία τῆς ὅλης κατάστασης οἱ Πατέρες τῆς Συνόδου συνέταξαν Σύμβολο πίστεως, τὸ λεγόμενο Σύμβολο τῆς Νικαίας. Αὐτὸ προῆλθε ἀπὸ μικρὴ τροποποίηση ὑπαρχόντων βαπτιστηρίων Συμβόλων στὴν περιοχὴ τῆς Παλαιστίνης καὶ τῆς Συρίας. Στὸ νέο Σύμβολο προστέθηκαν τρεῖς φράσεις, οἱ ὁποῖες ἀφοροῦσαν στὸν Υἱὸ καὶ καταπολεμοῦσαν τὴν αἱρετικὴ διδασκαλία τοῦ Ἀρείου: «ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ πατρός», «γεννηθέντα οὐ ποιηθέντα», «ὁμοούσιον τῷ πατρί». Στὸ τέλος τοῦ Συμβόλου ἡ Σύνοδος πρόσθεσε ἀναθεματισμούς. Θεωρεῖται μάλιστα τὸ Σύμβολο ὡς μία συνοπτικὴ ἀνακεφαλαίωση τῆς παραδεδομένης πίστης τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὁποία ἐπέλεξε καὶ προέβαλε ἡ Σύνοδος ὄχι ὡς μία νέα δημιουργία, ἀλλὰ ὡς βεβαίωση τῆς ἤδη γνωστῆς καὶ συνεχῶς βιούμενης ἀπὸ ὅλες τὶς κατὰ τόπους Ἐκκλησίες ἀποστολικῆς παρακαταθήκης. Τὸ Σύμβολο ἦταν τὸ ἑξῆς:

«Πιστεύομεν εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα, Παντοκράτορα, πάντων, ὁρατῶν τε καὶ ἀοράτων ποιητήν.

Καὶ εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, γεννηθέντα ἐκ τοῦ Πατρὸς μονογενῆ, τουτέστιν ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός. Θεὸν ἐκ Θεοῦ, φῶς ἐκ φωτός, Θεὸν ἀληθινὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, γεννηθέντα οὐ ποιηθέντα, ὁμοούσιον τῷ Πατρί, δι' οὗ τὰ πάντα ἐγένετο, τά τε ἐν οὐρανῷ καὶ τὰ ἐν τῇ γῇ˙ τὸν δι' ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα καὶ σαρκωθέντα, ἐνανθρωπήσαντα, παθόντα καὶ ἀναστάντα τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ καὶ ἀνελθόντα εἰς τοὺς οὐρανούς, ἐρχόμενον κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς.

Καὶ εἰς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα».

Τὸ Σύμβολο περιλαμβάνει τρία ἄρθρα καὶ ἀποτελεῖ κείμενο ποὺ ἐπιδίωκε τὸν καθορισμὸ τῆς δογματικῆς ἀλήθειας σὲ σχέση μὲ τὸν Υἱὸ καὶ τὴν ὁμοουσιότητά του μὲ τὸν Πατέρα. Γι᾽ αὐτὸ καὶ τὸ ἄρθρο γιὰ τὸν Υἱὸ εἶναι τὸ ἐκτενέστερο καὶ περιέχει φράσεις ποὺ ἀποβλέπουν στὴν καταπολέμηση τῆς ἀρειανικῆς κακοδοξίας.

Τὸ Σύμβολο τῆς Νικαίας περιλάμβανε στὸ τέλος τῆς δογματικῆς του διατύπωσης καὶ συγκεκριμένους ἀναθεματισμοὺς ἐναντίον ὅσων θεωροῦσαν τὸν Υἱὸ κτίσμα καὶ ἀκολουθοῦσαν τὶς ἀρειανικὲς κακοδοξίες. Αὐτοὶ ἦταν οἱ ἑξῆς:

«Τοὺς δὲ λέγοντας ″ἦν ποτὲ ὅτε οὐκ ἦν″, καὶ ″πρὶν γεννηθῆναι οὐκ ἦν″, καὶ ὅτι ″ἐξ οὐκ ὄντων″ ἐγένετο, ἢ ″ἐξ ἑτέρας ὑποστάσεως″ ἢ ″οὐσίας″ φάσκοντας εἶναι, ἢ ″κτιστὸν″ ἢ ″τρεπτὸν″ ἢ ″ἀλλοιωτὸν″ τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, ἀναθεματίζει ἡ Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία».

Τὸ Σύμβολο τῆς Νικαίας ἔτυχε διεύρυνσης καὶ ὁλοκληρώθηκε ἀπὸ τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο τοῦ 381. Τὸ Σύμβολο ποὺ προέκυψε, τὸ λεγόμενο Νικαίας - Κωνσταντινουπόλεως, ἀφορᾶ σὲ αὐτὸ ποὺ ἔχουμε καὶ χρησιμοποιοῦμε μέχρι τῆς σήμερον.

 


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ

(Ἰω. 7, 37-52˙ 8, 12)

Οἱ πιστοὶ καὶ ἀγωνιστὲς ἄνθρωποι, λέγει ὁ Κύριος, λαμβάνουν μὲ ἀφθονία τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ μετατρέπονται σὲ πηγὴ ζωῆς: «ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος. Τοῦτο δὲ εἶπε περὶ τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν».

Πράγματι, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, χορηγεῖ τὰ πάντα στοὺς ἀνθρώπους, ἀναβλύζει τὴν προφητεία, καθιστᾶ τέλειους τοὺς ἱερεῖς, προσδίδει σοφία στοὺς ἀγραμμάτους. Δὲν ἐπεσκίασε μόνο τοὺς προφῆτες στὴν παλαιὰ ἐποχή, δὲν ἐμφανίστηκε μόνο τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς καὶ ἔπειτα ἔφυγε, δὲν εἶναι μόνο ἡ δόξα τῆς Μεταμόρφωσης τοῦ Κυρίου, δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς τὴ δύναμη ἐπιτέλεσης τῶν μυστηρίων, ἀλλὰ συνιστᾶ, συγκροτεῖ, τὴν Ἐκκλησία. Ἡ διαρκὴς παρουσία του κάνει τὴν Ἐκκλησία μία διαρκῆ Πεντηκοστή. Μέσα στὴν Ἐκκλησία οἱ ἄνθρωποι δὲν λαμβάνουν μία παροδικὴ ἔλλαμψη, ἀλλὰ γίνονται καὶ αὐτοὶ ναοὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ὅπως ἀκριβῶς ὁ σίδηρος -μᾶς διδάσκει ὁ Μ. Βασίλειος- ὅταν πυρακτωθεῖ ἀποκτᾶ τὶς ἰδιότητες τοῦ πυρὸς καὶ ἐνῷ παραμένει σίδηρος ἀντανακλᾶ τὸ φῶς καὶ τὴν ἔλλαμψη γύρω του, ἔτσι ἀκριβῶς καὶ ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος πυρακτώνεται ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καθίσταται πνευματοφόρος καὶ ντύνεται δύναμη ἐξ ὕψους. Ἀποκτᾶ τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότητα, ἀγαθοσύνη, πίστη, πραότητα, ἐγκράτεια, καρδία «γαληνόμορφον», λόγο ἤπιο καὶ συγκροτημένο «ἅλατι ἠρτυμένο». Σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση εὑρισκόμενος ὁ χαριτωμένος ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἄνθρωπος καθίσταται λιμὴν ἀνάπαυσης καὶ παρηγοριᾶς γιὰ τοὺς ἄλλους, ἀντανακλῶντας πρὸς αὐτούς -ὅπως ἀκριβῶς ὁ πυρακτωμένος σίδηρος- τὴ θεία ἔλλαμψη.

Τοῦτοι οἱ χαριτωμένοι ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἄνθρωποι εἶναι πολύτιμοι γιὰ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ. Ἀποτελοῦν φωτεινοὺς φάρους γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Ὄχι μόνο ἀποδεικνύουν μὲ τὴ δική τους ζωὴ τὴν πραγματικότητα τῆς πίστης μας, καὶ τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ταυτόχρονα ὑποδεικνύουν καὶ τὸν σωστὸ δρόμο πρὸς τὸν Θεό. Φέροντες οἱ ἴδιοι τὸν ἁγιασμὸ τοῦ Θεοῦ εἶναι ὡσὰν νὰ κηρύττουν σιωπηλὰ ὅτι αὐτὰ τὰ ἁγιοπνευματικὰ χαρίσματα μποροῦν νὰ ἀποκτηθοῦν ἀπὸ ὅλους, φτάνει βέβαια νὰ ὑπάρχει ὁ ἀνάλογος ἀγῶνας καὶ ὁ θεῖος πόθος.

Ἐπιπλέον οἱ πνευματοφόροι ἄνθρωποι προσφέρουν μιὰ ἄλλη πραγματικότητα ἀπὸ αὐτὴ ποὺ ὅλοι βλέπουμε καθημερινά. Ἡ δική τους ἀγάπη ἀποτελεῖ τὸν ἀντίποδα στὴν ἐκμετάλλευση τοῦ συνανθρώπου, τὴν ἀδικία σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα, τὴν ἰδιοτέλεια καὶ τὴ φιλαυτία. Ἡ εἰρήνη ποὺ βιώνουν καὶ ἀντανακλοῦν γύρω τους ἐλέγχει τὸ μῖσος ποὺ λίγο ἢ πολὺ κυριαρχεῖ στὶς ἀνθρώπινες σχέσεις, τὴν ἐπιβουλὴ τοῦ ἄλλου καὶ τὴν καταδυνάστευσή του. Ἡ χαρὰ τῆς καρδίας τους ἀναιρεῖ τὴν πολλὴ ταραχὴ ποὺ βιώνει ὁ πολὺς κόσμος στὴν καθημερινότητά του καὶ διορθώνει τὸ ἄγχος ποὺ τὸν ταλαιπωρεῖ.

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

        (Μθ. 10, 32-33˙ 37-38. 19, 27-30)

 Ἡ ση­με­ρι­νὴ Κυ­ρι­α­κὴ εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στοὺς Ἁ­γί­ους Πάν­τες, σὲ ὅλους δηλαδὴ τοὺς ἁγίους. Αὐτοὶ εἶναι ἅγιοι καὶ ἀ­ξι­ώ­θη­καν τῆς ἰ­δι­αί­τε­ρης φι­λί­ας τοῦ Θε­οῦ, δι­ό­τι ἀ­κο­λού­θη­σαν τὸν δρό­μο τὸν ἁ­πλὸ καὶ εὐ­αγ­γε­λι­κό. Τή­ρη­σαν δηλαδὴ τὶς δύ­ο βα­σι­κὲς προ­ϋ­πο­θέ­σεις ποὺ ὁ ἴ­διος ὁ Χρι­στὸς ἔ­θε­σε, ὥ­στε νὰ χα­ρι­τώ­σει κά­ποιον. Ἡ πρώ­τη ἀ­φο­ρᾶ στὴν ὁ­μο­λο­γί­α τῆς πί­στης μας πρὸς τὸ πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ, ἡ ὁ­ποί­α συ­νο­δεύ­ε­ται μά­λι­στα ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ση ποὺ ὁ πι­στὸς θὰ λά­βει ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τὸν Χρι­στὸ μπρο­στὰ στὸν Θε­ὸ Πα­τέ­ρα: «Πᾶς οὖν ὅ­στις ὁ­μο­λο­γή­σει ἐν ἐ­μοὶ ἔμ­προ­σθεν τῶν ἀν­θρώ­πων», μᾶς λέγει ὁ Κύριος, «ὁ­μο­λο­γή­σω κἀ­γὼ ἐν αὐ­τῷ ἔμ­προ­σθεν τοῦ πα­τρός μου τοῦ ἐν οὐ­ρα­νοῖς».

Ἐπισημαίνεται ὅ­τι ὁ Χρι­στὸς δὲν μᾶς ζη­τᾶ μί­α ἁ­πλή, ἀ­ό­ρι­στη καὶ χω­ρὶς ἀν­τίκρυ­σμα ὁ­μο­λο­γί­α πίστεως. Ἀν­τι­θέ­τως, θέ­λει καὶ ζη­τᾶ νὰ τὸν ὁ­μο­λο­γοῦ­με κα­θὼς πρέ­πει, δηλαδὴ ὡς Θε­ὸ καὶ λυ­τρω­τή. Δια­τί, ὅμως, μᾶς ζη­τᾶ κά­τι τέ­τοιο; Δι­ό­τι ἀ­πὸ τό­τε ποὺ βρι­σκό­ταν σω­μα­τι­κὰ ἀ­νά­με­σα στοὺς ἀν­θρώ­πους, μέ­χρι καὶ τὴν ἐ­πο­χή μας, ὅ­λοι οἱ ἄ­θε­οι, οἱ ἀλλόπιστοι, οἱ ἀρ­νη­τὲς τοῦ προσώπου του, οἱ κο­σμι­κοὶ φι­λό­σο­φοι καὶ οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ συνειδητὰ ἀπορρίπτουν ὁποιαδήποτε σχέ­ση μὲ τὴν Ἐκ­κλη­σί­α, ὁ­μο­λο­γοῦν καὶ δὲν ἀρ­νοῦν­ται τὸ ἠ­θι­κὸ με­γα­λεῖ­ο τοῦ Χρι­στοῦ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λι­κή του ἱ­κα­νό­τη­τα. Ὅ­λοι τοῦ­τοι ὁ­μο­λο­γοῦν καὶ πα­ρα­δέ­χον­ται τὸν Χρι­στὸ ὡς ἕνα προικισμένο διδάσκαλο, ὁ ὁποῖος μὲ πολλὴ φι­λαν­θρω­πί­α καὶ ἀ­γά­πη ἐπέδειξε ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὰ ποι­κί­λα κοι­νω­νι­κὰ προ­βλή­μα­τα.

Αὐ­τὸ ποὺ δὲν κά­νουν ὅ­λοι τοῦ­τοι καὶ τὸ ἀ­πο­φεύ­γουν ἐ­πι­με­λῶς, δι­ό­τι πολὺ ἁπλὰ δὲν τὸ πι­στεύ­ουν, εἶ­ναι νὰ ὁ­μο­λο­γήσουν τὸν Χριστὸ καὶ ὡς Θεό. Ἐ­ὰν ὅ­μως ἀ­πο­δε­χθοῦ­με τὸν Χρι­στὸ ὡς ἕ­να ἁ­πλὸ ἱ­στο­ρι­κὸ πρό­σω­πο, τὸ ὁ­ποῖ­ο ναὶ μὲν προ­σέ­φε­ρε πά­ρα πολ­λὰ στοὺς ἀν­θρώ­πους, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στὴ δι­δα­σκα­λί­α, τὴν ἠ­θι­κὴ καὶ τὴ φι­λαν­θρω­πί­α, ἀλ­λὰ δὲν ἦ­ταν Θε­ὸς ὁ ἴ­διος, τό­τε αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ ἔ­χει κά­ποια οὐ­σι­α­στι­κὴ ἐ­πί­δρα­ση στὴ ζω­ή μας. Ἐ­ὰν ἀπὸ τὴν ἄλλη τὸν ἀ­πο­δε­χθοῦ­με ὡς Θε­ὸ καὶ ταυ­τό­χρο­να ὁ­μο­λο­γή­σου­με θαρ­ρα­λέ­α αὐ­τή του τὴν ἰ­δι­ό­τη­τα, τό­τε τὰ πράγ­μα­τα ἀλ­λά­ζουν. Ἀ­φοῦ ὁ Χρι­στὸς εἶ­ναι Θε­ὸς καὶ ἐ­μεῖς τὸ πα­ρα­δε­χό­με­θα καὶ τὸ ὁ­μο­λο­γοῦ­με, πρέ­πει νὰ ἀ­πο­δε­χθοῦ­με καὶ ὅ­λα ὅ­σα ζη­τά­ει ἀ­πὸ ἐ­μᾶς καὶ νὰ ἀ­γω­νι­στοῦ­με νὰ ζή­σου­με κα­τὰ τὸ θέ­λη­μά του καὶ σύμ­φω­να μὲ τὶς ἐν­το­λές του. Μό­νο ἔ­τσι θὰ μπο­ρέ­σου­με νὰ ἀ­κο­λου­θή­σου­με τὸν δρό­μο ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν καὶ οἱ Ἅ­γι­οι Πάν­τες καὶ νὰ φτά­σου­με καὶ ἐ­μεῖς στὴ βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ.

Ἡ δεύ­τε­ρη βα­σι­κὴ προ­ϋ­πό­θε­ση ποὺ θέ­τει ὁ Χρι­στός, ὥ­στε κά­ποιος νὰ ἀ­να­γνω­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸ ὡς γνή­σι­ο τέ­κνο του, δηλαδὴ πραγ­μα­τι­κὸς χρι­στια­νός, εἶ­ναι νὰ τὸν ἀ­γα­ποῦ­με πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ἄλ­λο πρό­σω­πο στὸν κό­σμο. Λέ­ει συγ­κε­κρι­μέ­να ὁ Χρι­στός: « φι­λῶν πα­τέ­ρα ἢ μη­τέ­ρα ὑ­πὲρ ἐ­μὲ οὐκ ἔ­στί μου ἄ­ξι­ος· καὶ ὁ φι­λῶν υἱ­ὸν ἢ θυ­γα­τέ­ρα ὑ­πὲρ ἐ­μὲ οὐκ ἔ­στί μου ἄ­ξι­ος· καὶ ὃς οὐ λαμ­βά­νει τὸν σταυ­ρὸν αὐ­τοῦ καὶ ἀ­κο­λου­θεῖ ὀ­πί­σω μου, οὐκ ἔ­στί μου ἄ­ξι­ος». Ὅ­ποιος μὲ ἄλλα λόγια θέ­τει ὡς πρώ­τη του προ­τε­ραι­ό­τη­τα τοὺς οἰ­κι­α­κούς του ἀν­θρώ­πους καὶ σὲ δεύ­τε­ρη μοῖρα τὸ πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ, τὴν πνευ­μα­τι­κὴ ζω­ὴ καὶ τὴν τή­ρη­ση τῶν ἐν­το­λῶν τοῦ Θε­οῦ, δὲν μπο­ρεῖ νὰ θε­ω­ρη­θεῖ ὡς γνή­σι­ος χρι­στια­νὸς καὶ ἄ­ξι­ος μα­θη­τὴς τοῦ Χρι­στοῦ.

Ἐ­δῶ ἡ ἀ­παί­τη­ση τοῦ Χρι­στοῦ δὲν κρύ­βει οὔ­τε κα­κί­α οὔ­τε ἰ­δι­ο­τέ­λει­α. Δὲν θέ­λει ἀ­πο­κλει­στι­κό­τη­τα ὡσὰν νὰ ζήλευε τὰ συγ­γε­νι­κά μας πρό­σω­πα. Δὲν μᾶς ζη­τά­ει τὴν προ­σο­χὴ καὶ τὴν ἀ­γά­πη μας, δι­ό­τι ἔ­χει αὐ­τὸς ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ ἀ­γά­πη ἢ προ­σο­χή. Ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι ἀ­νεν­δε­ής, εἶ­ναι τὸ πλή­ρω­μα τῆς ἀ­γά­πης καὶ τῶν δω­ρε­ῶν. Αὐ­τὸς χο­ρη­γεῖ ὅ­λα τοῦ­τα στοὺς ἀν­θρώ­πους. Ὁ Χρι­στὸς ζη­τᾶ αὐ­τὴ τὴν ἀ­πο­κλει­στι­κό­τη­τα γιὰ τὸ δι­κό μας συμ­φέ­ρον. Κατ᾽ ἀρ­χὰς ὑ­πάρ­χει πε­ρί­πτω­ση τὰ συγ­γε­νι­κά μας πρό­σω­πα νὰ βρί­σκον­ται μα­κρυ­ὰ ἀ­πὸ τὸν δρό­μο τοῦ Θε­οῦ καὶ νὰ ὑ­πάρ­χει ὁ κίν­δυ­νος νὰ πα­ρα­σύ­ρουν καὶ ἐ­μᾶς. Ἔ­πει­τα, εἶ­ναι γνω­στὸ ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν πολ­λοὶ ἄν­θρω­ποι ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζον­ται ἀ­πὸ μί­α ἀρ­ρω­στη­μέ­νη προ­σκόλ­λη­ση στοὺς δι­κούς τους ἀν­θρώ­πους καὶ τοὺς ἀ­γα­ποῦν καὶ τοὺς νοι­ά­ζον­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸν Θε­ό. Ὁ Χρι­στὸς ζη­τῶν­τας μας νὰ τὸν ἀ­γα­πή­σου­με πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους, δὲν κά­νει τί­πο­τα ἄλ­λο ἀ­πὸ τοῦ νὰ μᾶς προ­σκα­λεῖ στὸ νὰ γί­νου­με μέ­το­χοι στὴ μα­κα­ρι­ό­τη­τά του. Ἀ­γα­πῶν­τας κα­νεὶς τὸν Χρι­στὸ καὶ προ­σφέ­ρον­τας σὲ αὐ­τὸν τὴν καρ­δί­α του καὶ ἔ­χον­τας συ­νε­χῶς τὰ ὄμ­μα­τα τῆς καρ­δί­ας του στραμ­μέ­να πρὸς τὸν οὐ­ρα­νό, ζεῖ ἀ­πὸ τώ­ρα, ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ ζω­ή, τὴ βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ. Κάνοντάς το αὐτὸ χαριτώνεται, εὐρύνεται ἡ καρδία του καὶ ἀγαπᾶ πραγματικά. Τότε εἶναι ποὺ μπορεῖ νὰ δώσει καὶ στοὺς δικούς του τὴν πραγματικὴ ἀγάπη. Ἔτσι, ἡ ἀπαίτηση τοῦ Χριστοῦ νὰ ἀγαπήσουμε τὸν Θεὸ περισσότερο ἀπὸ ὅλους, ἀποβαίνει τελικὰ εὐεργεσία πρὸς τοὺς ἀνθρώπους.

Ἔ­τσι ἔ­ζη­σαν καὶ ἀ­γω­νί­στη­καν καὶ οἱ Ἅ­γι­οι Πάν­τες. Τή­ρη­σαν ὅ­σο μπο­ροῦ­σαν τὶς ἐν­το­λὲς τοῦ Θε­οῦ, ἔ­θε­σαν πά­νω ἀ­πὸ ὅ­λα τὴν κοι­νω­νί­α μὲ τὸν Χρι­στό, γεύ­τη­καν τὶς δω­ρε­ὲς τοῦ Χρι­στοῦ στὰ μυ­στή­ρι­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καὶ τε­λι­κὰ χα­ρι­τώ­θη­καν καὶ ἔ­γι­ναν αὐ­τὸ ποὺ σή­με­ρα ἑ­ορ­τά­ζου­με, δηλαδὴ Ἅ­γι­οι καὶ οἰ­κεῖ­οι τοῦ Θε­οῦ.

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ (Α΄ Κορ. 4, 9-16)

Ἡ ἑορτὴ ἑνὸς Ἁγίου εἶναι πάντοτε ὑπόθεση χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης, ἀλλὰ καὶ πρόξενος μέγιστης ὠφέλειας γιὰ ὅλους ὅσοι συμμετέχουν σὲ αὐτή. Ἡ μνήμη τοῦ θεάρεστου βίου τῶν Ἁγίων, τοῦ μακαρίου τους τέλους καὶ τῆς χάριτος, ποὺ τοὺς ἐπιδαψίλευσε ὁ Θεός, ἄγει σὲ πνευματικὴ τέρψη καὶ ἡδονή. Ἡ δι’ ἀρετῆς καρποφορία τῶν Ἁγίων δὲν ἀφορᾶ μόνο στὸν οὐράνιο γεωργὸ τῶν ψυχῶν, ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλους ἐμᾶς, διότι πρόκειται στὶς ἡμέτερες ψυχὲς ὡς συνεχὴς ὑπόμνηση, καθημερινὴ προτροπὴ καὶ διαρκὲς ὑπόδειγμα πρὸς μίμηση ὀρθῆς χριστιανικῆς βιωτῆς. Οἱ Ἅγιοι μάλιστα ἀποτελοῦν ζωντανὲς βίβλους, ἔμψυχες εἰκόνες τῆς ἀρετῆς καὶ στῆλες παντὸς καλοῦ καὶ πρὸ τῆς πολιτογράφησής τους στὶς αἰωνίους μονές. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἐκδημία τους μποροῦν νὰ μᾶς ὠφελήσουν διὰ τῶν πρεσβειῶν καὶ τῶν προσευχῶν τους. Μέσα στὰ πλαίσια τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας, τῆς θριαμβεύουσας καὶ τῆς στρατευμένης, οἱ Ἅγιοι «ὡς οὖσι καὶ ζῶσι παρὰ τῷ Θεῷ καὶ τῶν πνευμάτων αὐτῶν ἁγίων ὄντων καὶ δυνάμει Θεοῦ βοηθοῦντων τοῖς ἀξίοις ὡς δεομένοις αὐτῶν».

Πολὺ περισσότερο αὐτὰ ἰσχύουν ὅταν οἱ Ἅγιοι εἶναι τῆς περιωπῆς τῶν ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου. Ἡ ἐπίγεια πορεία τους καὶ ὁ πνευματικὸς ἀγῶνας τῶν δύο Ἀποστόλων ἦταν ὁ ἴδιος. Δὲν προσέφερε ὁ ἕνας περισσότερο ἀπὸ τὸν ἄλλο, ἀλλὰ καὶ οἱ δύο περιπολοῦντες τὴν οἰκουμένη κήρυτταν τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Κοινὴ ἦταν ἡ πηγὴ καὶ ἡ ἀφετηρία τους, δηλαδὴ ὁ Χριστός, ἡ ἀέναη πηγὴ τοῦ ἀϊδίου φωτὸς καὶ ἄρα οἱ δύο Ἀπόστολοι μετέχουν ἐξίσου στὸ πνευματικὸ ὕψος, τὴν τιμὴ καὶ τὴν λαμπρότητα.

Ἀμφότεροι οἱ Ἀπόστολοι, προτοῦ ἀναχθοῦν στὸ ὕψος τῆς θεοπτίας ἔπεσαν πτώματα ἐλεεινά, ὁ Πέτρος διὰ τῆς ἀρνήσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ Παῦλος ἐξαιτίας τοῦ οὐ κατ’ ἐπίγνωση ζήλου του καὶ τοῦ συνεπακόλουθου διωγμοῦ τῶν Χριστιανῶν. Ἡ μετάνοια ὅμως, τὴν ὁποία ἐπέδειξαν, εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἐγερθοῦν ἀπὸ τὴν πτώση τους. Ὁ Πέτρος, υἱοθετώντας τὴ μετάνοια, ἔτυχε συγχώρησης ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ ἔλαβε τὴν ἐξουσία διαποίμανσης τῶν λογικῶν προβάτων, ἐνῶ ὅταν τὴν ἐνστερνίστηκε ὁ Παῦλος μεταμορφώθηκε σὲ ἀγγελιοφόρο ἀνάμεσα στὰ ἔθνη τῆς σωτηρίου μωρίας τοῦ Σταυροῦ.

 Ἡ μετάνοιά τους, τοὺς ἔθεσε ὡς λύχνους «ἐπὶ τῆς λυχνίας» καὶ τοὺς μετέβαλε σὲ «ἅλας τῆς γῆς». Ἔγιναν ὄργανα τοῦ Πνεύματος, ἑρμηνευτὲς τῆς οἰκονομίας τοῦ Κτίστη, ἱεροφάντες τῆς Ἐκκλησίας, ἐπίγειοι ἄγγελοι καὶ οὐράνιοι ἄνθρωποι, διδάσκαλοι τῆς οἰκουμένης. Ζέοντες τῷ Πνεύματι, σοφίας μεμεστωμένοι καὶ θείας Χάριτος πεπληρωμένοι μετέδωσαν τὸ μήνυμα τῆς καινῆς ζωῆς. Νεκροὶ κατὰ κόσμο, ἀπέλαυναν τοὺς δαίμονες, θεράπευαν τοὺς ἀσθενεῖς, ἐξεδίωκαν τὶς νόσους, ἔλυαν τὸν θάνατο. Οἱ Ἀπόστολοι Πέτρος καὶ Παῦλος ἀποτελοῦν τῶν μαρτύρων τὴν ὑπομονή, τῶν μοναζόντων τὴν ἄσκηση, τὴν εἰρήνη τῶν ὁμοζύγων, τὸν χαλινὸ στὴν πλεονεξία τῶν πλουσίων, τὸν σωφρονισμὸ τῶν ἀκολάστων, τὸ φίμωτρο τῶν αἱρετικῶν, τὸ τεῖχος τῶν Χριστιανῶν.

Γενόμενοι, μετὰ τὴ μετάνοιά τους, σκεύη ἐκλογῆς, στὸν καθένα τους κληρώθηκε διαφορετικὴ περιοχὴ εὐθύνης. Ὁ Πέτρος ὁμολόγησε τὸν Χριστὸ στοὺς Ἰουδαίους, ἐνῶ ὁ Παῦλος βάστασε τὴ μαρτυρία τοῦ Κυρίου ἀνάμεσα στὰ ἔθνη. Γι’αυτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία ἀπονέμει, τόσο στὸν ἕνα, ὅσο καὶ στὸν ἄλλο, τὴν ἴδια τιμή, διότι κοινὴ ἦταν ἡ υἱοθεσία τους καὶ ἐκ τοῦ αὐτοῦ Θεοῦ τὸ ἀξίωμά τους καὶ ἡ μεταξύ τους σύναψη ἔγινε ἀπὸ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα. Ἕνας εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ πρὸς αὐτὸν οἱ δύο Ἀπόστολοι καθοδηγοῦν τοὺς ἀνθρώπους, μία ἡ πίστη πρὸς τὴν ὁποία καλοῦν καὶ ἕνα τὸ ὄνομα τῶν Χριστιανῶν.

Ἔτσι καὶ ἐμεῖς, ὡς ἔχοντες τὴν ἴδια πίστη μὲ αὐτοὺς στὸν ἕνα Τριαδικὸ Θεὸ καὶ ὡς ἀκολουθοῦντες τὴ δική τους διδαχὴ καὶ ἀφοῦ, ἐν τέλει, ἰσοκλεὲς εἶναι τὸ προχείρισμά τους ἐκ μέρους τοῦ Χριστοῦ, τοὺς ἑορτάζουμε μαζὶ καὶ τελοῦμε κοινὴ πνευματικὴ  πανήγυρη «ἐν ὕμνοις καὶ ὠδαῖς πνευματικαῖς», εὐφραινόμενοι γιὰ τὴ δική τους ἀπαστράπτουσα φαιδρότητα.

Ἐμεῖς, τιμῶντες τὴ μνήμη τῶν ἁγίων Πέτρου καὶ Παύλου καὶ ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβαση τῆς ζωῆς τους, ἂς προσπαθήσουμε νὰ μιμηθοῦμε τὸν ζῆλο τους ὑπὲρ τῆς διάδοσης τοῦ Εὐαγγελίου, τὸν ἀγῶνα τους ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ, τὸ θάρρος καὶ τὴν καρτερία τους στοὺς πειρασμούς, τὴν πνευματική τους ἄσκηση, τὴν παρρησία τους ἐνώπιον τῶν πάσης φύσεως κακόβουλων ἀνθρώπων. Ἂς σταθοῦμε μὲ αἰδὼ ἔμπροσθεν τῶν μυρίων δεινῶν ποὺ ὑπέμειναν, τοῦ ἐγκλεισμοῦ τους σὲ φυλακές, τῶν πληγῶν καὶ τῶν ταλαιπωριῶν ποὺ ὑπέστησαν.

Παρὰ τὸ ὅτι τὰ κατορθώματα ὄχι μόνο τῶν ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου, ἀλλὰ καὶ τῶν ὑπολοίπων Ἀποστόλων, προϋποθέτουν ὑπόπτερη ζωὴ καὶ ἁγιοπνευματικὴ βιωτὴ καὶ γι’ αὐτὸ ἴσως νὰ φαντάζουν ἀκατόρθωτα σὲ ἐμᾶς, ὅμως τουλάχιστον ἡ μετάνοιά τους καὶ ὁ ζῆλος τους γιὰ τὸν Χριστό, ἂς θεωρηθεῖ ὡς παράδειγμα πρὸς μίμηση ἀπὸ ὅλους μας. Ἔτσι ἑλκύουμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ τιμοῦμε καθηκόντως καὶ ἁρμοδίως τοὺς δώδεκα Ἀποστόλους. 

Actions: E-mail | Permalink |
halkali escort halkali escort istanbul escort beylikduzu escort sirinevler escort beylikduzu escort sirinevler escort beylikduzu escort sisli escort
aydin escort bingöl escort