ΕΒΔΟΜΑΔΙΑΙΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ
30

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(Μθ. 9, 27-35)

Ἡ ση­με­ρι­νὴ εὐ­αγ­γε­λι­κὴ πε­ρι­κο­πὴ κάνει λόγο γιὰ συγ­κε­κρι­μέ­να θαύ­μα­τα τοῦ Χριστοῦ, προ­ϋ­πό­θε­ση τῶν ὁ­ποί­ων εἶ­ναι ἡ πί­στη τῶν ἀν­θρώ­πων στὸ πρό­σω­πό του. Οἱ δύ­ο τυ­φλοὶ ὁ­μο­λο­γοῦν τὴν πί­στη τους σὲ αὐ­τόν, ἐ­νῷ γιὰ τὸν κω­φὸ καὶ δαι­μο­νι­ζό­με­νο, ἕ­νε­κα τῆς τρα­γι­κῆς κα­τά­στα­σής του, ἡ πί­στη στὸ πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ ἐκ­φρά­ζε­ται ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ποὺ τὸν ἔ­φε­ραν γιὰ θε­ρα­πεί­α.

Στὴν Και­νὴ Δι­α­θή­κη τὰ θαύ­μα­τα δὲν γί­νον­ται ἀ­προ­ϋ­πό­θε­τα μὲ στό­χο τὴν κα­τά­πλη­ξη τῶν ἀν­θρώ­πων. Σὲ τέ­τοια πε­ρί­πτω­ση τὰ θαύ­μα­τα ἀ­φί­σταν­ται τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ καὶ συν­δέ­ον­ται μὲ τὸν διά­βο­λο καὶ τὶς δι­ά­φο­ρες προ­λή­ψεις. Τὰ θαύ­μα­τα, τό­σο τὰ ρη­τῶς ἀ­να­φε­ρό­με­να, ὅ­σο καὶ αὐ­τὰ ποὺ ἁ­πλῶς μαρ­τυ­ροῦν­ται σὲ δι­ά­φο­ρα ση­μεῖ­α τῶν Εὐ­αγ­γε­λί­ων, σχε­τί­ζον­ται μὲ τὸ πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ καὶ τὴ Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ, ποὺ ἐγ­και­νι­ά­ζε­ται στὴ γῆ καὶ ὁ­δη­γεῖ στὴν ἀλ­λα­γὴ τοῦ σχή­μα­τος τοῦ κό­σμου τού­του. Ἔ­τσι, τὰ θαυ­μα­στὰ ἔρ­γα τοῦ Χρι­στοῦ, τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν δη­λώ­νον­ται ὡς θαύ­μα­τα, ἀλ­λὰ ὡς «ση­μεῖ­α» ἢ ὡς «ση­μεῖ­α καὶ τέ­ρα­τα», δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ ἀ­πο­μο­νω­θοῦν καὶ νὰ νο­η­θοῦν ξε­χω­ρι­στὰ ἀ­πὸ τὴν Ἐ­ναν­θρώ­πη­ση.

Τὸ θαῦ­μα εἶ­ναι ἐν­ταγ­μέ­νο στὴν ὅ­λη πο­ρεί­α τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῆς θεί­ας οἰ­κο­νο­μί­ας καὶ δὲν θε­ω­ρεῖ­ται ὡς κά­τι τὸ ξε­χω­ρι­στὸ καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρο. Οὕ­τως ἢ ἄλ­λως ἡ ἴ­δια ἡ ἱ­στο­ρί­α καὶ ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι ἕ­να θαῦ­μα, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἄρ­χι­σε μὲ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ κό­σμου καὶ πο­ρεύ­ε­ται πρὸς τὴ με­τα­μόρ­φω­ση σὲ και­νὴ γῆ καὶ και­νὸ οὐ­ρα­νό. Τὰ θαύ­μα­τα, ὡς γε­γο­νό­τα τῆς ἱ­στο­ρί­ας τῆς θεί­ας οἰ­κο­νο­μί­ας, φα­νε­ρώ­νουν τὴ θεί­α δό­ξα στὸν κό­σμο καὶ τὸν με­τα­μορ­φώ­νουν.

Τὸ θαῦ­μα ἀ­πο­τε­λεῖ μί­α ἔκ­φαν­ση τῆς ὅ­λης πο­ρεί­ας τῆς θεί­ας οἰ­κο­νο­μί­ας, ὅ­που ἀ­φε­τη­ρί­α εἶ­ναι ἡ δη­μι­ουρ­γί­α καὶ πέ­ρας ἡ τε­λεί­ω­ση τοῦ κό­σμου. Εἶ­ναι ἐ­νέρ­γει­α τοῦ Θε­οῦ, ποὺ δὲν ἀ­πο­βλέ­πει στὸ νὰ μᾶς ἐν­τυ­πω­σιά­σει ἢ νὰ μᾶς κα­τα­πλή­ξει, ἀλ­λὰ στο­χεύ­ει στὸ νὰ μᾶς ἁ­γι­ά­σει καὶ νὰ μᾶς σώ­σει.

Τὰ θαύ­μα­τα ἀ­πο­τε­λοῦν ἀ­πο­δει­κτι­κὰ μέ­σα, δι­ὰ τῶν ὁ­ποί­ων δη­λώ­νον­ται τό­σο ὁ χα­ρα­κτή­ρας τοῦ ἔρ­γου, ὅ­σο καὶ ἡ θεί­α φύ­ση τοῦ Χρι­στοῦ. Τὰ θαύ­μα­τα ἀ­νοί­γουν μί­α θύ­ρα στὴ νέ­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τοῦ κό­σμου ποὺ ἐγ­και­νι­ά­ζει ὁ Χρι­στός. Αὐ­τὴ ἡ νέ­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα βρί­σκε­ται στὸν ἀν­τί­πο­δα τῆς πα­ρὰ φύ­ση πο­ρεί­ας τοῦ ἀν­θρώ­που, ἡ ὁ­ποί­α ξε­κί­νη­σε μὲ τὴν πα­ρα­κο­ή. Ἡ ἐν λό­γῳ πο­ρεί­α τοῦ ἀν­θρώ­που χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν ἀ­πὸ ἐ­γω­ι­σμό, κα­τέ­λη­γε σὲ σύγ­κρου­ση μὲ τὸν Θεὸ καὶ ση­μα­το­δο­τοῦ­σε ἕ­ναν κό­σμο διαφορετικὸ ἀπὸ αὐτὸν ποὺ δημιουργήθηκε ὡς «καλὸς λίαν». Ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν κα­τά­στα­ση λυ­τρώ­νει ἡ ἐ­πέμ­βα­ση τοῦ Θε­οῦ, ὁ ὁ­ποῖ­ος θε­ρα­πεύ­ει καὶ ἀ­να­και­νί­ζει τὴ δη­μι­ουρ­γί­α του.

Τὸ κή­ρυγ­μα τοῦ Χρι­στοῦ γιὰ τὴ Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ πι­στο­ποι­εῖ­ται δι­ὰ τῶν θαυ­μά­των καὶ ἀ­πο­κα­λύ­πτει τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τοῦ μέλ­λον­τος αἰ­ῶ­νος. Οἱ θε­ρα­πεῖ­ες τῶν ἀ­σθε­νῶν καὶ οἱ ἀ­να­στά­σεις νε­κρῶν δει­κνύ­ουν τὴ νί­κη τοῦ Χρι­στοῦ ἐ­πὶ τῆς ἀ­σθέ­νει­ας καὶ τῆς φθο­ρᾶς, ἡ ἐκ­δί­ω­ξη τῶν πο­νη­ρῶν πνευ­μά­των φα­νε­ρώ­νει τὴ νί­κη του ἐ­πὶ τοῦ κο­σμο­κρά­το­ρα δια­βό­λου καὶ τὰ θαύ­μα­τα ὑ­πό­τα­ξης τῶν φυ­σι­κῶν δυ­νά­με­ων ἐκ­φρά­ζουν τὴν ἀρ­ξα­μέ­νη θε­ρα­πεί­α τῆς πε­σού­σης κτί­σης. Συ­νε­πῶς τὰ θαύ­μα­τα ἀ­πο­τε­λοῦν μυ­στή­ρι­ο καὶ πρό­γευ­ση τοῦ μέλ­λον­τος κό­σμου. Ἑ­νὸς κό­σμου, ὁ ὁ­ποῖ­ος μπο­ρεῖ νὰ προ­σεγ­γι­στεῖ καὶ νὰ βι­ω­θεῖ δι­ὰ τῆς ἔμ­πρα­κτης πί­στης πρὸς τὸν Χρι­στό. Ὅ­πως προ­α­να­φέρ­θη­κε τὰ θαύ­μα­τα δὲν ἐ­πι­τε­λοῦν­ται, ὥ­στε νὰ κα­τα­πλή­ξουν, νὰ ἐν­τυ­πω­σιά­σουν καὶ νὰ ὁ­δη­γή­σουν στὴν πί­στη τοὺς θε­α­τὲς καὶ τοὺς ἀ­κρο­α­τὲς τοῦ Κυ­ρί­ου. Ἀντ’ αὐ­τοῦ προ­ϋ­πο­θέ­τουν τὴν στέ­ρε­η πί­στη στὸν Χρι­στὸ καὶ στὴν ἀ­πο­στο­λή του. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ὁ Χρι­στὸς ἀρ­νή­θη­κε νὰ ἐ­πι­τε­λέ­σει κά­ποιο θαῦ­μα, ὅ­ταν ἡ πρό­σκλη­ση πρὸς αὐ­τὸ ἀ­φο­ροῦ­σε τὸν ἐν­τυ­πω­σι­α­σμό. Ση­μει­ώ­νε­ται δὲ ὅ­τι ἡ πί­στη δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ θε­ώ­ρη­μα, ἀλ­λὰ ἔμ­πρα­κτη στρο­φὴ τοῦ ἀν­θρώ­που πρὸς τὴν και­νὴ ζω­ὴ ποὺ ἀ­πο­κα­λύ­πτει ὁ Χρι­στός. Ἐ­δῶ ἀ­κρι­βῶς το­πο­θε­τεῖ­ται καὶ ἡ τή­ρη­ση τῶν ἐν­το­λῶν τοῦ Θε­οῦ, ὡς ἐν­δει­κτι­κὸ ση­μεῖ­ο τῆς νέ­ας πραγ­μα­τι­κό­τη­τας.

Συ­νε­πῶς, ἡ Ἐ­ναν­θρώ­πη­ση τοῦ Χρι­στοῦ προ­σφέ­ρει τὴν ἀ­νά­πλα­ση τοῦ ἀν­θρώ­που καὶ τὴν ἀ­να­καί­νι­ση  τῆς κτί­σε­ως, τὴν κα­τα­πά­τη­ση τοῦ δια­βό­λου καὶ τὴν κα­τάρ­γη­ση τῆς ἁ­μαρ­τί­ας καὶ τοῦ θα­νά­του. Ὅ­λα τοῦ­τα φα­νε­ρώ­νον­ται δι­ὰ τῶν θαυ­μά­των. Προ­ϋ­πό­θε­ση εἶ­ναι πάν­το­τε ἡ πί­στη στὸ πρό­σω­πο καὶ τὸ ἔρ­γο τοῦ Χρι­στοῦ.


ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

Εἶπε ὁ Κύριος στοὺς Ἀποστόλους, καὶ κατ᾽ ἐπέκταση σὲ ὅλους ἐμᾶς: «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι. ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ' ἂν ἀπολέσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ, εὑρήσει αὐτήν». Τὸ παράγγελμα τοῦ Κυρίου εἶναι βέβαια σωτηριῶδες καὶ προϋπόθεση τῆς μετοχῆς στὴν αἰώνια ζωὴ καὶ δόξα. Ὡστόσο, ἐπειδὴ οἱ μαθητὲς δὲν εἶχαν λάβει ἀκόμη τὴν ἐξ ὕψους δύναμη, εὔλογο ἦταν νὰ ἀναρωτιοῦνται: «πῶς μπορεῖ νὰ ἀπαρνηθεῖ κάποιος τὸν ἑαυτό του; Ἢ πῶς γίνεται, ἀφοῦ χάσει κάποιος τὴ ζωή του, νὰ τὴ βρεῖ πάλι;». Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστός, γιὰ νὰ τοὺς ἀπομακρύνει ἀπὸ αὐτὲς τὶς σκέψεις καὶ νὰ τοὺς ἀναμορφώσει καὶ νὰ τοὺς προσφέρει μιὰ μικρὴ γεύση τῆς μέλλουσας δόξης, τοὺς λέει: «μὴν λέγω ὑμῖν, εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ». Σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι κάποιοι ἀπ᾽ αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται ἐδῶ, δὲν θὰ γευθοῦν θάνατο, προτοῦ δοῦν τὸν ἐνανθρωπήσαντα Κύριο νὰ ἔρχεται δοξασμένος εἰς τὴ βασιλεία του. Λέγοντας βασιλεία ὁ Κύριος ἐννοεῖ τὴν ἴδια τὴν ὅραση τῆς δόξας του, μέσα στὴν ὁποία καὶ διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐμφανιστεῖ καὶ θὰ λάμψει, προσφέροντάς την ὡς πρόγευση στοὺς ἀνθρώπους.

Πῶς, ὅμως, ἤθελε νὰ καταστήσει θεατὲς τοῦ ὑπερφυοῦς θαύματος τοὺς μαθητές του; Ἀνεβαίνει στὸ Ὄρος Θαβώρ, ἔχοντας τρεῖς ἀπ᾽ αὐτούς, τοὺς ὁποίους ἐπέλεξε, καὶ ἔμπροσθέν τους μεταμορφώνεται. Τὸ πρόσωπό του ἔλαμψε ὅπως ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτιά του ἔγιναν λευκὰ ὅπως τὸ φῶς.  Λαμπρύνθηκε, λοιπόν, μὲ τὸ ἴδιο φῶς καὶ τὸ προσκυνητὸ ἐκεῖνο σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ ἱμάτια, ἀλλ᾽ ὄχι ἐξίσου. Διότι τὸ μὲν πρόσωπό του ἔλαμψε σὰν τὸν ἥλιο, τὰ δὲ ἱμάτια, ἐφόσον ἄγγιζαν τὸ σῶμα του, ἔγιναν φωτεινά. Καὶ ἔδειξε μὲ αὐτὸ ποιὲς εἶναι οἱ στολὲς τῆς δόξας, ποὺ θὰ ἐνδυθοῦν κατὰ τὸν μέλλοντα αἰῶνα ὅσοι πλησίασαν τὸν Θεό, καὶ ποιὰ εἶναι τὰ ἐνδύματα τῆς ἀναμαρτησίας, τὰ ὁποῖα ὅταν ἀπέβαλε ὁ Ἀδὰμ λόγῳ τῆς παραβάσεως, φαινόταν γυμνὸς καὶ αἰσθανόταν ντροπή.

Τὸ φῶς ποὺ εἶδαν τὰ μάτια τῶν Ἀποστόλων στὴν ἀρχὴ ἔλαμπε μετριότερα καὶ ἐπέτρεπε τὴν ὅρασή του. Ὅταν ὅμως διαχύθηκε μὲ πολὺ μεγαλύτερη ἔνταση, ἦταν γι᾽ αὐτοὺς ἀόρατο λόγῳ τῆς ἀσύγκριτης λαμπρότητάς του. Ἄλλωστε, καὶ στὸν αἰσθητὸ ἥλιο τὸ ἴδιο φῶς ἐπιτρέπει τὴν ὅραση μέσῳ τῆς ἀκτίνας καὶ ἀφαιρεῖ πάλι τὴν ὅραση, ὅταν κατάματα τὸν κοιτάξει κανείς, διότι ἡ λαμπρότητά του εἶναι ὑπεράνω τῆς δυνατότητας τῶν ὀφθαλμῶν μας. Ἀλλ᾽ ὁ μὲν αἰσθητὸς ἥλιος φαίνεται ὅπως εἶναι ἐκ φύσεως καὶ ὄχι ὅπως θέλει, οὔτε μόνο σὲ ὅποιους θέλει. Ὁ Χριστός, ὅμως, ἔχοντας ὄχι μόνο φύση καὶ φυσικὴ λαμπρότητα καὶ δόξα, ἀλλὰ καὶ θέληση ἀνάλογη, φωτίζει προνοητικῶς καὶ κατὰ σωτηριώδη τρόπο μόνο ὅσους θέλει καὶ ὅσο θέλει καὶ ὅταν θέλει. Ἔτσι θέλησε καὶ φάνηκε σὰν ἥλιος ἐνώπιον τῶν Ἀποστόλων. Ἔπειτα ἔλαμψε πιὸ ἔντονα κατὰ τὴ θέλησή του καὶ ἀπὸ τὴν ἀσύγκριτη ἐκείνη φωτεινότητα ἔγινε ἀόρατος στὰ μάτια τῶν Ἀποστόλων, σὰν νὰ εἰσῆλθε σὲ φωτεινὴ νεφέλη. Καὶ τότε ἀκούσθηκε φωνὴ ἀπὸ τὴ νεφέλη: «Οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε». Αὐτὴ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ ἐμφανίστηκε καὶ ἄλλοτε˙ ὅταν ὁ Κύριος βαπτίσθηκε στὸν Ἰορδάνη, ἀνοίχθηκαν οἱ οὐρανοὶ καὶ ἡ ἴδια φωνὴ ἀκούσθηκε ἀπὸ τὴ δόξα ἐκείνη, τὴν ὁποία δόξα καὶ ὁ Στέφανος ἀργότερα ἀτένισε, ὅταν -κατὰ τὸν λιθοβολισμό του- ἄνοιξαν γι᾽ αὐτὸν οἱ οὐρανοί. Τώρα ἡ φωνὴ ἀκούσθηκε ἀπὸ τὴ νεφέλη, ποὺ ἐπισκίασε τὸν Ἰησοῦ καὶ τοὺς Ἀποστόλους. 

Ἡ φωνὴ τοῦ Πατρός, μέσα ἀπὸ τὴ νεφέλη, μᾶς δίδαξε ὅτι ὅλα ἐκεῖνα τὰ πρὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, οἱ νομοθεσίες καὶ τὰ παραγγέλματα, ἦταν ἀτελῆ καὶ δὲν ἔγιναν οὔτε τελέσθηκαν σύμφωνα μὲ προηγούμενο θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ παραχωρήθηκαν γιὰ τὴ μέλλουσα παρουσία καὶ ἐπιφάνεια τοῦ Κυρίου. Αὐτὸς λοιπόν, ὁ ἀγαπητὸς Υἱός, εἶναι ἐκεῖνος, στὸν ὁποῖο εὐδοκεῖ καὶ ἀναπαύεται καὶ εὐαρεστεῖται τέλεια ὁ Πατήρ. Γι᾽ αὐτὸ καὶ μᾶς παραγγέλλει αὐτὸν νὰ ἀκοῦμε καὶ σ᾽ αὐτὸν νὰ πειθαρχοῦμε. Συνεπῶς, ὅταν μᾶς λέει «εἰσέλθετε ἀπὸ τὴ στενὴ πύλη, διότι εἶναι πλατειὰ καὶ ἄνετη ἡ ὁδὸς ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀπώλεια, ἐνῶ στενὴ καὶ δύσβατη ἡ ὁδὸς ποὺ ὁδηγεῖ στὴ ζωή», οὐσιαστικὰ μᾶς ποδηγετεῖ στὸ νὰ τὸν ἀκολουθοῦμε, ὥστε νὰ καταλήξουμε ἀσφαλῶς στὴν αἰώνια ἀνάπαυση. Καὶ ὅταν πάλι μᾶς λέει πῶς τὸ φανὲν φῶς εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, νὰ τὸν ἀκοῦμε, νὰ πιστεύουμε σ᾽ αὐτόν, νὰ τὸν ἐμπιστευόμαστε καὶ νὰ ἀγωνιζόμαστε νὰ καταστήσουμε τοὺς ἑαυτούς μας ἄξιους καὶ δεκτικοὺς τοῦ ἀκτίστου φωτὸς τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.


ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(Μθ. 14, 14-22)

Ὁ Θεὸς ποὺ λατρεύουμε καὶ προσκυνοῦμε, εἶναι Θεὸς παντοδύναμος, εἶναι Θεὸς πατέρας καὶ ἐμεῖς λαός του. Γι᾽ αὐτὸ καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀπελπιζόμαστε ἢ νὰ ὀλιγοπιστοῦμε. Ὅ,τι καὶ νὰ συμβαίνει καὶ ὅποια κατάσταση συναντήσουμε, ὁ Χριστὸς εἶναι πάντα ἐκεῖ, μᾶς ἁπλώνει τὸ χέρι καὶ δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ χαθοῦμε.

Ἡ πρόνοιά του δὲν ἐγκαταλείπει τὸ πλάσμα του, ὄχι μόνο στὰ μεγάλα καὶ σημαντικά, ὅπως τὴ σωτηρία, ἀλλὰ καὶ στὰ μικρὰ καὶ καθημερινά, αὐτὰ ποὺ ἀφοροῦν τὴν ἐπίγεια ζωὴ καὶ ἐπιβίωσή μας. Ἔτσι λοιπὸν ὁ Θεὸς φροντίζει καὶ γιὰ τὴν τροφή μας.

Φροντίζει, ὅμως, μὲ ἕνα, τρόπον τινά, ἔμμεσο τρόπο. Μᾶς θέλει δηλαδὴ ζητιάνους, ὄχι βέβαια ὑλικῶν πραγμάτων, ἀλλὰ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς δικαιοσύνης του, καὶ τότε ἐπεμβαίνει μὲ τὸν τρόπο ποὺ μόνο αὐτὸς ξέρει καὶ μᾶς προσφέρει καὶ ὅλα τὰ ὑπόλοιπα, τὰ ἀναγκαῖα γιὰ τὴν καθημερινότητά μας˙ μὴν  μεριμνᾶτε, μᾶς λέει,  μὴν ἀγωνιᾶτε, μὴν ἀγχώνεστε, μὴν ἀναλύεστε σὲ ἕνα ἀδιάκοπο κυνήγι ὑλικῶν πραγμάτων. Προχωρεῖστε ἀπὸ ἄλλο δρόμο, πιὸ ἁπλὸ καὶ πιὸ ἀμέριμνο: «ζητεῖτε πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν». Τὰ «ταῦτα πάντα» εἶναι αὐτὰ ποὺ χρειαζόμαστε, ὡς ἀναγκαῖα, γιὰ νὰ ζήσουμε, ἡ τροφὴ καὶ τὰ ὑπόλοιπα τῆς καθημερινότητος.  

Γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ μᾶς διδάσκει μὲ πολλὴ παραστατικότητα ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός: «πρόσταξεν Θες κα γιναν πτ μέραι. Κα πρώτην καμε τν Κυριακν κα τν κράτησε δι λόγου του. Τὰς λλας ἕξι τὰς χάρισεν ες μς νὰ ργαζώμεθα δι τ ψεύτικα τατα γήινα κα τν Κυριακν νὰ σχολάζωμεν κα νὰ πηγαίνωμεν ες τὰς κκλησίας μας νὰ δοξάζωμεν τν Θεόν μας, νὰ στάμεθα μ ελάβειαν, νὰ κούωμεν τ γιον Εαγγέλιον κα τ λοιπ βιβλία τς κκλησίας μας». Χρησιμοποιῶντας τὴ διήγηση τοῦ βιβλίου τῆς Γενέσεως ὁ ἅγιος Κοσμᾶς, μᾶς ὑπενθυμίζει τὴν ἀπαίτηση τοῦ Θεοῦ. Μᾶς δόθηκαν ἕξι μέρες, λέει, κατὰ τὶς ὁποῖες μποροῦμε νὰ ἐργαστοῦμε καὶ νὰ μεριμνήσουμε γιὰ τὶς ὑλικές μας ἀνάγκες. Ἡ ἕβδομη, ὅμως, ἡμέρα ἀνήκει στὸν Θεό, ὡς ἀφιερωμένη σὲ αὐτόν. Κατὰ τὴ μέρα αὐτὴ ἐκκλησιαζόμαστε καὶ δοξολογοῦμε τὸν δημιουργό μας, καὶ μελετοῦμε μὲ ζῆλο τὸν λόγο του.

Καὶ συνεχίζει ὁ ἅγιος: «Τί μᾶς παραγγέλλει Χριστός μας νὰ κάμνωμεν; Νὰ στοχαζώμεθα τὰς μαρτίας μας, τν θάνατον, τν κόλασιν, τν παράδεισον, τν ψυχήν μας πο εναι τιμιωτέρα π λον τν κόσμον, νὰ τρώγωμεν κα νὰ πίνωμεν τ ρκετόν μας, μοίως κα τ ροῦχα μας τ ρκετά, τν δ πίλοιπον καιρν νὰ τν ξοδεύωμεν δι τν ψυχήν μας, νὰ τν κάμνωμεν νύμφην το Χριστο μας, κα τότε πρέπει νὰ λεγώμεθα νθρωποι κα πίγειοι γγελοι. Ε δ κα ζητομεν πς νὰ τρώγωμεν, πς νὰ πίνωμεν, πς νὰ μαρτάνωμεν, πς νὰ στολίζωμεν τοτο τ θνητὸ σμα, κα δὲν φροντίζωμεν δι τν ψυχν πο εναι θάνατος, τότε δὲν πρέπει νὰ λεγώμεθα νθρωποι, λλ ζα». Ἐδῶ ὁ ἅγιος, μὲ ἕνα ἰδιαίτερα παραστατικὸ τρόπο, ὥστε νὰ ἐντυπωθεῖ εὐκολότερα στὶς καρδίες τῶν τότε ἀγροίκων ἀκροατῶν του, μᾶς παρακινεῖ νὰ μὴν μένουμε προσκολλημένοι στὰ ὑλικὰ πράγματα, ἀλλὰ νὰ κάνουμε ἁπλῆ χρήση τους. Ὅλες τὶς δυνάμεις μας νὰ τὶς ἀξιοποιοῦμε στὴν ἐκζήτηση τῆς μονιμότητας τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Αὐτὰ ποὺ ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς ἐπισημαίνει ἀποτελοῦν τὴν πραγματικότητα τοῦ Χριστιανισμοῦ˙ ὁ Θεὸς πάντοτε, μὲ θαυματουργὸ τρόπο, ἐνεργεῖ καὶ μᾶς προσφέρει τὸ ἀρκετό μας, φτάνει ἐμεῖς νὰ μένουμε κοντὰ σὲ αὐτὸν καὶ νὰ ζητοῦμε «πρῶτον τὴν βασιλείαν του».

 


ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας ἡ Θεοτόκος Μαρία εἶναι «τοῦ πεσόντος Ἀδὰμ ἡ ἀνάκλησις, (καὶ) τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις». Διὰ τῆς Παναγίας παύει ἡ προαιώνια κατάρα καὶ προσφέρεται ἡ λύτρωση ἀπὸ τὸν μισόκαλο δαίμονα. Συγκεκριμένα, ἡ Παναγία ὑπηρέτησε τὴ σωτηρία τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων, προσφέροντας τὸ πάναγνο σῶμα της, ὥστε νὰ σαρκωθεῖ ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ. Ἐξοῦ καὶ ἡ ἀπεριόριστη εὐλάβεια πρὸς τὸ πρόσωπό της ἐκ μέρους τῶν πιστῶν Χριστιανῶν. Αὐτοὶ ὄχι μόνο τὴν ἐπικαλοῦνται σὲ κάθε περίσταση τῆς ζωῆς τους, ὄχι μόνο ἔχουν συνθέσει ὑπέροχους ἐκκλησιαστικοὺς ὕμνους, ὄχι μόνο ἀνήγειραν ναοὺς καὶ μοναστήρια στὸ ὄνομά της, ἀλλὰ καὶ καθιέρωσαν πολλὲς ἑορτὲς καὶ πανηγύρεις πρὸς τιμή της.

Ἀπὸ ὅλες τὶς Θεομητορικὲς ἑορτές, δηλαδὴ τὶς ἑορτὲς πρὸς τιμὴ τῆς μητέρας τοῦ Θεοῦ, τῆς Παναγίας, ξεχωρίζει αὐτὴ τῆς Κοιμήσεως, ἡ ὁποία ἑορτάζεται στὶς 15 Αὐγούστου. Ἡ ἑορτὴ αὐτὴ περιλαμβάνει, κατ’ ἀρχὰς τὴν Κοίμηση καὶ τὴν ταφὴ τῆς Παναγίας καὶ ἔπειτα τὴν ἀνάσταση καὶ τὴ μετάστασή της στοὺς οὐρανούς.

Σύμφωνα μὲ τὸ κοντάκιο τῆς ἑορτῆς: «τάφος καὶ νέκρωσις οὐκ ἐκράτησε (τὴν Θεοτόκον), ὡς γὰρ ζωῆς Μητέρα, πρὸς τὴν ζωὴν μετέστησεν, ὁ μήτραν οἰκήσας ἀειπάρθενον». Μὲ πιὸ ἁπλὰ λόγια· ὁ Κύριος, ὡς ἡ πηγὴ τῆς ἀληθινῆς ζωῆς, πῆρε τὴν ἀνθρώπινη σάρκα στὴν κοιλία τῆς Θεοτόκου καὶ γεννήθηκε ἀπὸ αὐτή. Ἡ Παναγία μητέρα τοῦ Κυρίου γίνεται πλέον μητέρα τῆς ζωῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ θάνατός της δὲν ἦταν θάνατος, ἀλλὰ κοίμηση. Βέβαια ἡ Παναγία, καθὸ ἄνθρωπος καὶ ἀπόγονος τοῦ Ἀδάμ, ὑπέστη τὸν σωματικὸ θάνατο καὶ τάφηκε, ὅμως, ἡ ἁγιότητά της καὶ ἡ κατὰ χάριν θέωσή της εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ λάβει πίσω τὴ ζωὴ ἀπὸ τὸν Υἱὸ καὶ Θεό της καὶ νὰ μετατεθεῖ κοντά του. Ἡ ἄχραντος κόρη, ποὺ στὸ πρόσωπό της «νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι», συνδοξάζεται πλέον στοὺς οὐρανοὺς μαζὶ μὲ τὸν Υἱό της.

Ὅπως τὸ χρυσάφι ἀποκτᾶ τὴ λαμπρότητά του μόνο ὅταν περάσει μέσα ἀπὸ τὸ χωνευτήρι καὶ ἀποβάλει τὰ ἄχρηστα ὑλικά, ἔτσι καὶ ἡ Παναγία μέσα στὸ χωνευτήρι τοῦ θανάτου ἀποβάλλει καὶ ἀπεκδύεται τὴ θνητότητα καὶ ὑψώνεται στοὺς οὐρανοὺς μὲ σάρκα ἄφθαρτη, καθαρὴ καὶ ὁλόλαμπρη. Αὐτὴ εἶναι ἡ μετάσταση τῆς Παναγίας, ὡς τὸ δῶρο τοῦ Υἱοῦ πρὸς τὴν πανένδοξο μητέρα του. Ὁ χορηγὸς τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἀθανασίας Χριστός, ζωοποιεῖ καὶ ἐγείρει σύσσωμη ἐκ τοῦ τάφου τὴν Παναγία μητέρα του καὶ τὴ μεταφέρει κοντά του στοὺς οὐρανούς, χαρίζοντάς της τὴ δόξα τῆς αἰωνιότητας.

Ἔτσι, ὁ θάνατος τῆς Παναγίας ὀνομάζεται ἀθάνατος κοίμηση. Ἡ Παναγία πρώτη γεύτηκε τὴ θέωση, ἡ ὁποία δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ συνέπεια τῆς σάρκωσης τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Οὐσιαστικὰ στὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου φανερώθηκε ὁ πραγματικὸς ἄνθρωπος, αὐτὸς ποὺ πολιτευόταν στὸν Παράδεισο, προτοῦ ὑποπέσει στὴν παρακοὴ καὶ ὑπαχθεῖ στὴ φθορά. Μὲ τὴν κοίμησή της ἡ Παναγία γεύτηκε ἄρρητη δόξα. Αὐτὴ εἶναι δόξα μεγαλύτερη ἀπὸ ὅλες τὶς δόξες: ἡ Θεοτόκος ἀναστήθηκε πρώτη ἀπὸ ὅλους καὶ δοξάστηκε πρὶν τὸν καιρὸ τῆς γενικῆς ἀφθαρσίας, στεφανώθηκε προτοῦ νὰ γίνει ἡ τελικὴ κρίση καὶ τέλος, τιμήθηκε μὲ ἐξουσία μεσιτείας ὑπὲρ τῶν ὑπολοίπων ἀνθρώπων.

Ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου δὲν μᾶς προκαλεῖ θλίψη καὶ ἀπόγνωση, ἀλλὰ ἀντιθέτως μᾶς πληροῖ θείας εὐφροσύνης. Γι’ αὐτὸ καὶ ψέλνομε «Τῇ ἐνδόξῳ Κοιμήσει σου, οὐρανοὶ ἐπαγάλλονται, καὶ ἀγγέλων γέγηθε τὰ στρατεύματα· πᾶσα ἡ γῆ δὲ εὐφραίνεται». Καὶ εὐφραινόμαστε, διότι ἡ Παναγία λύτρωσε τὸ ἀνθρώπινο γένος, γεννῶντας τὸν Λυτρωτὴ καὶ τώρα ἀπὸ τοὺς οὐρανούς, ὅπου μετατέθηκε, πρεσβεύει στὸν Υἱό της ὑπὲρ ἡμῶν.

Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου εἶναι στὴ συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἕνα δεύτερο Πάσχα. Ἅπαντες οἱ πιστοὶ προσπίπτουμε στὰ πόδια τῆς δοξασμένης μητέρας τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν παρακαλοῦμε νὰ μεσιτεύει στὸν Υἱό της γιὰ τὴ σωτηρία μας. Ἡ ἐλπίδα μας πρὸς τὴν Παναγία εἶναι ἀκαταίσχυντη, διότι ἔφυγε μὲν γιὰ τοὺς οὐρανούς, ἀλλὰ καθὼς λέει καὶ τὸ ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς δὲν ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο, ἀλλὰ πρεσβεύει γιὰ τὴ σωτηρία του καὶ τὴν ἀπαλλαγή του ἀπὸ τὸν θάνατο καὶ τὴν ἁμαρτία.


              ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ

                (Α΄ Κορ. 3, 9-17)

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος παρομοιάζει τὴν Ἐκκλησία μὲ φυτεία καὶ ὅσους ἐργάζονται σὲ αὐτὴ μὲ διακόνους τοῦ Θεοῦ. Οἱ διάκονοι ἁπλῶς φυτεύουν καὶ ποτίζουν, ἡ δὲ αὔξηση τῶν φυτῶν εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ. Οἱ διάκονοι, δηλαδὴ οἱ ἐργάτες, στὸν ἀγρὸ τοῦ Θεοῦ δὲν φτιάχνουν τὴν Ἐκκλησία. Αὐτὸ τὸ κάνει ὁ Θεός. Οἱ διακονοῦντες σὲ αὐτὴ εἶναι ἁπλῶς μισθωτοὶ ἐργάτες, ὁ δὲ μισθός τους θὰ ἐξαρτηθεῖ ἀπὸ τὸν κόπο καὶ τὸν ζῆλο ποὺ θὰ καταβάλουν.

Θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Κανεὶς ἄλλος δὲν μπορεῖ νὰ βάλει ἄλλο λίθο καὶ νὰ θεμελιώσει ἄλλη Ἐκκλησία. Αὐτὸ εἶναι ἕνα ἀναντίρρητο δεδομένο γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος παρατηρεῖ: «ἕκαστος δὲ βλεπέτω πῶς ἐποικοδομεῖ». Ἡ νέα πραγματικότητα τοῦ Θεοῦ ἔχει φυτευτεῖ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ μὲ θεμέλιο τὸν Χριστό. Ἀπ’ ἐκεῖ καὶ πέρα, ὅσοι ἐργάζονται στὴν Ἐκκλησία, ἁπλῶς ὑπηρετοῦν στὸ οἰκοδόμημά της. Φυτεύουν, ποτίζουν καὶ ἐποικοδομοῦν, δηλαδὴ κτίζουν ἐπὶ τοῦ θεμελίου τοῦ Χριστοῦ. Ὅλοι τοῦτοι εἶναι ἴσοι καὶ ἡ ἰσότητά τους προκύπτει ἀπὸ τὸ ὅτι εἶναι ἐργάτες στὸν ἕνα καὶ μοναδικὸ ἀγρὸ τοῦ Κυρίου. Τοὺς διαφοροποιεῖ, ὅμως, ὁ ζῆλος ποὺ ἐπιδεικνύουν κατὰ τὴν ἐπιτέλεση τοῦ ἔργου τους. Ὁ ζῆλος ἀντιστοιχεῖ στὴν ποιότητα τῶν οἰκοδομικῶν ὑλικῶν. Αὐτὰ μπορεῖ νὰ εἶναι καλά, στέρεα καὶ γερά, ὅπως ὁ χρυσός, ὁ ἄργυρος, οἱ πολύτιμοι λίθοι· ἐνδέχεται, ὅμως, νὰ εἶναι καὶ ἀκάλληλα καὶ σαθρά, ὅπως τὰ ξύλα, ὁ χόρτος, ἡ καλάμη. Κατὰ τὴν τελικὴ κρίση τῶν ἀνθρώπων θὰ κριθεῖ καὶ θὰ δοκιμαστεῖ καὶ τὸ ἔργο τοῦ κάθε ἐργάτη· ὅσα ἔργα ἀντέξουν σημαίνει ὅτι εἶναι γερὰ καὶ κατὰ Θεὸν ὀρθὰ καὶ ὅτι ὁ ἐργάτης εἶχε ἐπενδύσει ζῆλο καὶ ἀγάπη καὶ κόπο, εἶχε δηλαδὴ χρησιμοποιήσει καλὰ ὑλικά. Ὅσα, ὅμως, ἔργα γίνουν παρανάλωμα τῆς φωτιᾶς σημαίνει ὅτι ἦταν ἐσφαλμένα καὶ δὲν ἔγιναν μὲ γνώμονα τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων καὶ ἄρα τὰ ὑλικὰ ποὺ χρησιμοποιήθηκαν ἦταν ἀδόκιμα καὶ σαπρά.

Ἡ διακονία τῶν ἐργατῶν, τῶν ποιμένων καὶ τῶν κηρύκων τοῦ Εὐαγγελίου, ἀφορᾶ στὴν οἰκοδομὴ τῶν πιστῶν ἐπὶ τοῦ θεμελίου τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ τοῦ Χριστοῦ. Καὶ οἱ πιστοὶ οἰκοδομοῦνται ὅταν οἱ ἐργάτες κηρύττουν Χριστὸ καὶ ὄχι τὸν ἑαυτό τους. Καὶ ὁ Χριστὸς κηρύττεται ὅταν ὁ ἐργάτης τὸν ζεῖ καὶ δὲν ὁμιλεῖ γι’ αὐτὸν ἁπλῶς θεωρητικά. Τότε ὁ λόγος τοῦ ἐργάτη ἔχει ἀντίκρυσμα καὶ ὁ κόσμος ἀλλοιώνεται καὶ ἑλκύεται πρὸς τὴν ἀλήθεια. Οἱ πιστοὶ εἶναι «Θεοῦ γεώργιον (καί) Θεοῦ οἰκοδομή», διότι τοὺς προσφέρεται ἡ δυνατότητα καλλιέργειας καὶ καρποφορίας τῶν ἐντολῶν καὶ τῶν ἀρετῶν. Καὶ τοῦτο διότι ἡ ζωή τους, ὡς βαπτισμένων μελῶν τῆς Ἐκκλησίας ἑδράζεται στὸ ἀσάλευτο θεμέλιο τοῦ Χριστοῦ. Ὁ κάθε ἕνας λοιπόν, ὄντας μέλος τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἔχοντας τὴν ὀρθὴ πίστη στὸν Χριστό, ἔχει τὸν ἴδιο τὸν Χριστό.

Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς βρίσκεται καὶ ἡ σοφία, γιὰ τὴν ὁποία ὁμιλεῖ ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Κατὰ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ τὴν δοθεῖσάν μοι ὡς σοφὸς ἀρχιτέκτων θεμέλιον τέθεικα». Αὐτὴ ἡ σοφία, ὄχι ὡς ἀνθρώπινο κατόρθωμα, ἀλλὰ ὡς δωρεὰ τοῦ Θεοῦ, ἐπέτρεψε στὸν ἴδιο τὸν ἀπόστολο Παῦλο, καθὼς καὶ σὲ ὅλους τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους, ἀλλὰ καὶ στὴν καθόλου Ἐκκλησία, νὰ θέσουν ἰσχυρὸ καὶ ἑδραῖο θεμέλιο, δηλαδὴ τὸν Χριστό. Ἐπὶ τοῦ Χριστοῦ πλέον ὁ κάθε ἄνθρωπος ἀγωνίζεται ἢ δὲν ἀγωνίζεται στὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν, ἁγιάζεται ἢ μένει στάσιμος.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος παραινεῖ σὲ μία ὀρθὴ καὶ πνευματικὴ ζωή, καλῶντας τοὺς ἀνθρώπους νὰ οἰκοδομήσουν ἐπὶ τῆς πέτρας τοῦ Χριστοῦ, ἐπὶ τοῦ θεμελίου δηλαδὴ ποὺ ὁ ἴδιος, χάριτι Θεοῦ, ἔθεσε. Ἡ ἐποικοδόμηση δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὰ ὀρθὰ καὶ κατὰ Θεὸν ἔργα. Ἂς κοιτάξει, λοιπόν, ὁ κάθε ἕνας πῶς καὶ μὲ ποιὸ τρόπο οἰκοδομεῖ στὸ ἀσάλευτο θεμέλιο τοῦ Χριστοῦ· ἐνῶ ἔχει τὴν ὀρθὴ πίστη καὶ αὐτὸν τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, ἂς μὴν λησμονεῖ νὰ ποιεῖ ἀγαθά, σωστὰ καὶ πνευματικὰ ἔργα. Ἡ πίστη στὸν Χριστὸ δὲν εἶναι θεώρημα, ἀλλὰ ζωὴ ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὶς ἀνάλογες πράξεις. Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ Χριστὸς κηρύττεται καὶ τίθεται ὡς θεμέλιο τῆς πίστης, ἀλλὰ ὁ κάθε ἄνθρωπος τοποθετεῖται ἔναντί του καὶ ἔναντι τῶν ἐντολῶν του μὲ διαφορετικὸ τρόπο. Ὁ τρόπος τοῦτος ἀντιστοιχεῖ στὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου καὶ στὴ συνεπακόλουθη ἐπιλογή του γιὰ λίγα ἢ πολλὰ θεάρεστα ἔργα.

Σημειωτέον ὅμως ὅτι ἡ ἀξία τῶν ἔργων τοῦ κάθε ἀνθρώπου θὰ κριθεῖ ὄχι ἀπὸ ἄλλους ἀνθρώπους, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως λοιπὸν ἅπαντα τὰ ἔργα θὰ κριθοῦν αὐστηρὰ καὶ θὰ δοκιμαστοῦν. Δηλαδὴ θὰ γίνουν φανερὰ καὶ θὰ γνωσθεῖ ἡ πραγματική τους φύση· ἐὰν εἶναι πολύτιμα καὶ ἔχουν ἀξία, θὰ βγοῦν ἀπὸ τὴ δοκιμασία λαμπρότερα, ἐὰν ὅμως εἶναι εὐτελῆ, θὰ ἐλεγχθοῦν καὶ θὰ κατακριθοῦν.

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(Α’ Κορ. 4, 9-16)

Στὸ ση­με­ρι­νὸ ἀ­πο­στο­λι­κὸ ἀ­νά­γνω­σμα ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος μᾶς προ­τρέ­πει νὰ τὸν μι­μη­θοῦ­με, λέ­γον­τας: «μι­μη­ταί μου γί­νε­σθε». Ἡ μί­μη­ση αὐ­τὴ ἀ­φο­ρᾶ στὴ δι­α­κο­νί­α τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου καὶ τὴν πί­στη πρὸς τὸν Χρι­στό. Εἶ­ναι γνω­στὸ ὅ­τι ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος ἀ­πὸ σκλη­ρὸς δι­ώ­κτης τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ με­τα­στρά­φη­κε θαυματουργικὰ στὴν πί­στη καὶ ἐ­πέ­δει­ξε ἀ­πα­ρά­μιλ­λο ζῆ­λο στὴ δι­α­κο­νί­α τοῦ Χρι­στοῦ καὶ τῶν ἀν­θρώ­πων. Ἔ­κτο­τε τὸ πα­ρά­δειγ­μά του καὶ ἡ βι­ω­τή του ἀ­πο­τε­λοῦν τύ­πο καὶ ὑ­πο­γραμ­μὸ γιὰ ὅ­λους μας. Ὅ­ταν συ­νε­πῶς νο­μί­ζου­με ὅ­τι εἴ­μα­στε κα­λοὶ Χρι­στια­νοὶ καὶ πι­στοὶ τη­ρη­τὲς τοῦ θελήματος τοῦ Θε­οῦ, ἂς συγ­κρί­νου­με τὴ ζω­ή μας μὲ αὐ­τὴ τοῦ ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου.

Ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος προ­τρέ­πει τοὺς Χρι­στια­νοὺς νὰ τὸν μι­μη­θοῦν, πε­ρι­γρά­φον­τας ὅ­μως πρῶ­τα τὴ δι­κή του βι­ω­τὴ καὶ τοὺς δι­κούς του ἀ­γῶ­νες. Ἔ­τσι λέ­ει ὅ­τι ἐ­κλαμ­βά­νε­ται ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους ὡς σκου­πί­δι καὶ ἀ­πό­βρα­σμα τῆς κοι­νω­νί­ας, ὅ­τι ἐμ­παί­ζε­ται γιὰ τὴν πί­στη του στὸν Χρι­στό, ὅ­τι συ­κο­φαν­τεῖ­ται καὶ λοι­δο­ρεῖ­ται. Λέ­ει ἀ­κό­μα ὅ­τι εἶ­ναι μω­ρὸς γιὰ χά­ρη τοῦ Χρι­στοῦ, ἀ­δύ­να­τος καὶ πε­ρι­φρο­νη­μέ­νος στὰ μά­τια τοῦ κό­σμου. Ὑ­πο­φέ­ρει καὶ στε­ρεῖ­ται ἀ­κό­μη καὶ τὰ ἀ­ναγ­καῖα γιὰ τὴ σύ­στα­ση τοῦ σώ­μα­τός του. Πει­νᾶ καὶ δι­ψᾶ, πε­ρι­βάλ­λε­ται μὲ κου­ρέ­λια καὶ γυ­ρί­ζει ἀ­πὸ τό­που εἰς τό­πον ἄ­στε­γος καὶ πε­ρι­φρο­νη­μέ­νος ἀ­πὸ τοὺς κα­θὼς πρέ­πει ἀν­θρώ­πους τοῦ κό­σμου.

Γιὰ ὅ­λα τοῦ­τα δὲν πα­ρα­πο­νι­έ­ται οὔ­τε μεμ­ψι­μοι­ρεῖ. Ἀντ᾽ αὐ­τοῦ θε­ω­ρεῖ ὅ­τι μὲ τὸν τρό­πο αὐ­τὸ γί­νε­ται ἀ­λη­θι­νὸς δι­ά­κο­νος τοῦ Χρι­στοῦ, δηλαδὴ ἀ­λη­θι­νὸς μα­θη­τὴς τοῦ Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νου. Γι᾽ αὐ­τὸ καὶ καυ­χᾶ­ται γιὰ τοὺς κό­πους του, λέ­γον­τας ὅ­τι γιὰ τὴν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ τὸν ἔ­δει­ραν ἄ­γρι­α πολ­λὲς φο­ρές, φυ­λα­κί­στη­κε καὶ βρέ­θη­κε στὸ κα­τώ­φλι τοῦ θα­νά­του. Πέν­τε φο­ρὲς μα­στι­γώ­θη­κε ἀ­πὸ τοὺς ὁ­μο­ε­θνεῖς του Ἰ­ου­δαί­ους, τρεῖς φο­ρὲς τι­μω­ρή­θη­κε μὲ ρα­βδι­σμούς, μί­α φο­ρὰ λι­θο­βο­λή­θη­κε, τρεῖς φο­ρὲς ναυ­ά­γη­σε καὶ ἔ­μει­νε μέσα στὴ θάλασσα, πα­λεύ­ον­τας μὲ τὰ κύ­μα­τα, ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο ἡ­με­ρο­νύ­κτι­ο.

Ἐ­πι­πλέ­ον, κη­ρύτ­τον­τας τὸ Εὐ­αγ­γέ­λι­ο, ἔ­κα­νε κο­πια­στι­κὲς ὁ­δοι­πο­ρί­ες, κιν­δύ­νε­ψε ἀ­πὸ λη­στές, κιν­δύ­νε­ψε ἀ­πὸ τοὺς ὁ­μο­ε­θνεῖς του Ἰ­ου­δαί­ους, κιν­δύ­νε­ψε καὶ ἀ­πὸ τοὺς ἐ­θνι­κούς, ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πὸ ὅ­σους ὑ­πο­κρί­νον­ταν ὅ­τι ἦ­ταν Χρι­στια­νοί. Τοὺς κιν­δύ­νους τοὺς ἀν­τι­με­τώ­πι­σε στὶς πό­λεις, στὶς ἐ­ρη­μιὲς καὶ στὴ θά­λασ­σα. Ὅ­λες τοῦ­τες οἱ ἀ­κραῖ­ες κα­τα­στά­σεις ἦ­ταν πα­ράλ­λη­λες μὲ τὴ μέ­ρι­μνα καὶ τὴν ἀ­νύ­στα­κτο φρον­τί­δα, ποὺ ὁ ἀ­πό­στο­λος ἐ­πι­δεί­κνυ­ε, γιὰ ὅ­λες τὶς Ἐκ­κλη­σί­ες. Μέ­σα στὰ βά­σα­νά του, στοὺς κό­πους καὶ τὶς πι­έ­σεις ποὺ δε­χό­ταν ἀ­πὸ παν­τοῦ, ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος εἶ­χε τὴν εὐ­ρύ­τη­τα καρ­δί­ας καὶ ἀ­γα­ποῦ­σε τοὺς ὑ­πό­λοι­πους Χρι­στια­νούς, σὲ τέ­τοιο μά­λι­στα βαθ­μό, ὥ­στε νὰ συμ­πά­σχει μα­ζί τους: «τίς ἀ­σθε­νεῖ, καὶ οὐκ ἀ­σθε­νῶ;», ἔγραφε, «Τίς σκαν­δα­λί­ζε­ται, καὶ οὐκ ἐ­γὼ πυ­ροῦ­μαι;».

Αὐ­τὴ ἡ ἐν­δει­κτι­κὴ σκι­α­γρά­φη­ση τῆς βι­ω­τῆς τοῦ ἀ­πο­στό­λου ἀ­πο­δει­κνύ­ει τὸν ἀ­λη­θι­νὸ Χρι­στι­α­νι­σμό. Μπο­ροῦ­με ἐ­μεῖς νὰ κα­θρε­φτί­σου­με τὸν ἑ­αυ­τό μας στὴ γνη­σι­ό­τη­τα τῆς χρι­στια­νι­κῆς ζω­ῆς τοῦ ἀ­πο­στό­λου Παύ­λου; Ὅ­ταν μᾶς κα­λεῖ ὁ Ἀ­πό­στο­λος νὰ τὸν μι­μη­θοῦ­με, δὲν μᾶς ζη­τά­ει μί­α χλι­α­ρὴ ἀν­τα­πό­κρι­ση στὴν κλή­ση τοῦ Χρι­στοῦ, ἀλ­λὰ τὴν ὁ­λό­ψυ­χη στρο­φὴ πρὸς τὸν Θε­ό. Δηλαδὴ τὴν τή­ρη­ση τοῦ θελήματος καὶ τῶν ἐν­το­λῶν του. Καὶ οἱ ἐν­το­λὲς τοῦ Θε­οῦ δὲν εἶ­ναι κα­λο­πέ­ρα­ση, ἀλ­λὰ ἀ­γώ­νας, κα­τὰ τῆς φιλαυτίας καὶ τῆς ἀφιλανθρωπίας μας. Συ­νε­πῶς, ἂς ἀ­να­λο­γι­στοῦ­με ἐ­ὰν εἴ­μα­στε πραγ­μα­τι­κοὶ Χρι­στια­νοί. Τί δώ­σα­με μέ­χρι τώ­ρα γιὰ τὴν ἀ­γά­πη τοῦ Χρι­στοῦ; Τί στε­ρη­θή­κα­με; Τί πά­θα­με ἀ­πὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους ὁ­μο­λο­γῶν­τας τὴν πί­στη μας; Ἢ μή­πως δὲν τὴν ὁ­μο­λο­γοῦ­με κα­θό­λου; Μή­πως θε­ω­ροῦ­με ὅ­τι ἡ πί­στη στὸν Χρι­στὸ εἶ­ναι ἁ­πλὴ θε­ω­ρί­α, τὴν ὁ­ποί­α μπο­ροῦ­με νὰ τὴ ζοῦ­με ἄ­νευ κό­που καὶ ἀγαπητικῆς προ­σφο­ρᾶς πρὸς τοὺς ἄλ­λους; Ἤ, ἀ­κό­μα χει­ρό­τε­ρα, νομίζουμε πὼς ἐ­ὰν τὴν ὁ­μο­λο­γή­σου­με θὰ σκαν­δα­λί­σου­με τοὺς ἀν­θρώ­πους τοῦ κό­σμου;

Ὅ­λα ὅ­σα ἀ­νέ­φε­ρε ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του, οἱ διω­γμοί, οἱ κό­ποι, οἱ στε­ρή­σεις καὶ οἱ ἀ­γῶ­νες, ἔ­χουν ὡς βά­ση τὴν τα­πεί­νω­ση. Ἐ­μεῖς, ἐ­φό­σον ἀ­δυ­να­τοῦ­με νὰ φτά­σου­με στὸ δι­κό του ὕ­ψος ἀ­γά­πης καὶ προ­σφο­ρᾶς πρὸς τὸν συνάνθρωπο καὶ τὸν Χρι­στό, ἂς ἐ­πι­λέ­ξου­με του­λά­χι­στον τὴν τα­πεί­νω­ση, ὥ­στε νὰ ἑλ­κύ­σου­με τὸ ἔ­λε­ος καὶ τὴ χάρη τοῦ Θε­οῦ.

[Διαβάστε περισσότερα...]

29

 

  1. ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ (Ἰω. 9, 1-38)
  2. ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ (Ἰω. 17, 1-13)
  3. ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ (Ἰω. 7, 37-52˙ 8, 12)
  4. ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ (Μθ. 10, 32-33˙ 37-38. 19, 27-30)
  5. ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ (Α΄ Κορ. 4, 9-16)

[Διαβάστε περισσότερα...]

29

ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΜΗΝΟΣ ΙΟΥΝΙΟΥ


  1. ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ (Ἰω. 9, 1-38)
  2. ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ (Ἰω. 17, 1-13)
  3. ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ (Ἰω. 7, 37-52˙ 8, 12)
  4. ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ (Μθ. 10, 32-33˙ 37-38. 19, 27-30)
  5. ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ (Α΄ Κορ. 4, 9-16)

[Διαβάστε περισσότερα...]

09

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (Μρ. 9, 17-31)

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (Μρ. 10, 32-45)

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ (Ἰω. 12, 1-18)

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ (Ἰω. 1, 1-17)

 

 

 

[Διαβάστε περισσότερα...]

01

ΣΧΟΛΙΑ ΕΙΣ ΤΑ

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

 

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2019

  1. ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Μθ. 25, 14-30)
  2. ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Μθ. 15, 21-28)
  3. ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ  (Λκ. 18, 10-14)
  4. ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΣΩΤΟΥ (Λκ. 15, 11-32)

 

[Διαβάστε περισσότερα...]

23
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ (Μθ. 3, 13-17) Σήμερα, κατὰ τὴ μεγάλη ἑορτὴ τῶν Φώτων, δηλαδὴ τῆς βάπτισης τοῦ Χριστοῦ, ἐπιτελοῦνται θαυμαστὰ πράγματα. Οἱ κολυμβῆ...

[Διαβάστε περισσότερα...]