Σύμφωνα μέ τά κείμενα τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλά καί τήν παλαιότερη ἐκκλησιαστική πρακτική, ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ καί τά Θεοφάνια ἀποτελοῦσαν μία καί τήν αὐτή ἑορτή καί ἑορτάζονταν τήν ἴδια ἡμέρα. Θεοφάνια ἔχουμε ὅταν ὁ Χριστός γεννᾶται, ὁ Θεός γίνεται ἄνθρωπος, οἱ ἄγγελοι ἀναγγέλλουν τό γεγονός ψάλλοντας τήν ἔλευση τοῦ Θεοῦ «ἐπί γῆς» καί ἡ Παναγία μέ τόν Ἰωσήφ, οἱ ποιμένες καί οἱ Μάγοι, βλέπουν τόν Θεό πού φανερώνεται πιά στούς ἀνθρώπους. Θεοφάνια ἔχουμε καί ὅταν ὁ Χριστός βαπτίζεται καί ὁ Τριαδικός Θεός φανερώνεται στούς ἀνθρώπους καί οἱ ἄνθρωποι φωτίζονται ἀπό τό φῶς τοῦ Πατέρα, τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι’ αὐτό ἡ ἑορτή πού σήμερα ἑορτάζουμε ἀποκαλεῖται καί Ἅγια Φῶτα.
Ὁ Χριστός γεννᾶται καί φανερώνεται, ὅπως ψάλλουμε στό ἀπολυτίκιο τῶν Χριστουγέννων, «τό φῶς τό τῆς γνώσεως», πού ἀντιστοιχεῖ στό φῶς πού εἶναι ὁ Θεός, στή γνώση ὅτι ὁ Θεός ἀποφάσισε νά γίνει ἄνθρωπος. Καμία ἄλλη γνώση δέν μπορεῖ νά συγκριθεῖ μαζί της. Ἡ γνώση ὅτι ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος εἶναι ἡ κατ’ ἐξοχήν γνώση, μέ ὅλα τά ὑπόλοιπα συμβάντα τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἡ Βάπτιση, νά ἀποτελοῦν φυσική ἀκολουθία γεγονότων. Ἀπό τήν ἄλλη, αὐτή ἡ γνώση δέν μπορεῖ νά γίνει κατανοητή ἀπό τούς ἀνθρώπους μέ μόνο τήν ἀνακοίνωσή της, κατ’ ἀρχήν στούς ποιμένες, καί μετά μέ τήν ἀποκάλυψή της στά Θεοφάνια σέ ὅλη τήν ἀνθρωπότητα. Εἶναι γνωστό ἐδῶ καί χιλιάδες χρόνια ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος, ἀλλά λίγοι πραγματικά γνωρίζουν τό γεγονός. Γνωρίζουμε ὅτι τό Φῶς τῆς θεότητας θά ἀποκαλυφθεῖ σέ λίγους, στό ὄρος Θαβώρ, κατά τή Μεταμόρφωση. Ἀλλά ἡ Ἐκκλησία μας γιορτάζει τά Θεοφάνια καί εἶναι προφανές ὅτι κάτι μποροῦμε νά δοῦμε κι ἐμεῖς ἀπό τό Φῶς τῆς ἑορτῆς, τή δημόσια φανέρωση τῆς Ἐνανθρώπισης τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.
Φαίνεται παράδοξο, ἀλλά σύμφωνα μέ τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, φῶς εἶναι καί ὁ ἄνθρωπος, γιατί πλάστηκε ἀπό τόν Θεό, ἕνα ὄν μέ τή δύναμη τῆς λογικῆς, πού κάνει τόν ἄνθρωπο φῶς, ὅταν τηρεῖ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ὅπως φῶς ἤ φωτεινοί ἀποκαλοῦνται ἐκεῖνοι ἀπό τούς ἀνθρώπους πού μοιάζουν περισσότερο μέ τόν Θεό καί πλησιάζουν κοντά Του. Φῶς ξεκινήσαμε νά εἴμαστε μέ τή βάπτισή μας, ἀλλά οἱ ἄνθρωποι παραμένουν φῶς ὅταν συνεχίζουν μέ τή ζωή τους νά μετέχουν στά Θεοφάνια καί κανείς μετέχει στά Θεοφάνια καί γίνεται φῶς ὅταν προσκυνάει μέ τή ζωή του τήν Ἁγία Τριάδα. Ἄλλωστε ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἡ μόνη ὕπαρξη πού μπορεῖ νά μετέχει καί νά προσκυνάει τήν Ἁγία Τριάδα γιατί ἔχει πλαστεῖ σύμφωνα μέ τήν εἰκόνα Της. Γιορτάζουμε τά Θεοφάνια ὥστε ἡ ζωή μας νά εἶναι φῶς καί νά ἀποτελεῖ προσκύνηση τοῦ Θεοῦ τῶν Φώτων καί ὄχι ὁποιουδήποτε ἄλλου γιά ὁτιδήποτε ἄλλο. Στά Θεοφάνια ἀποκαλύπτεται ποιός εἶναι ὁ βασιλιᾶς πού θά πρέπει νά προσκυνεῖται ἀπό τούς ἀνθρώπους.
Ἡ προσκύνηση εἶναι σίγουρα μία ἔννοια πού ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ἀπεχθάνεται. Θυμίζει δουλεία, δουλοπρέπεια, αὐταρχισμό, κυριαρχία τῶν ἰσχυρῶν. Ὁ δημοκρατικός πολιτισμός στόν ὁποῖο ἀνήκουμε, διακηρύσσει τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου ἀπό κάθε δυνάστη, ἀπό ἐξωτερικές δυνάμεις πού θέλουν νά κυριαρχήσουν καί νά ποδηγετήσουν τίς ζωές τῶν ἀνθρώπων, ἀπό ἀνελεύθερες πολιτικές πού θά θέλουν νά περιορίσουν τά ἀνθρώπινα δικαιώματα καί τίς ἀνθρώπινες ἐλευθερίες. Ὅποιος προσκυνάει ἀνθρώπους καί συστήματα θεωρεῖται λιπόψυχος, ἀφελής, κάποιος πού χάριν τοῦ ἀτομικοῦ του συμφέροντος εἶναι ἕτοιμος νά πουλήσει ἀκόμα καί τήν ψυχή του ἤ τίς σημαντικότερες ἀξίες γιά μιά κοινότητα, γιά ἕναν λαό. Ὅλες αὐτές οἱ μορφές ἐξωτερικῆς προσκύνησης εἶναι ἀπορριπτέες καί εἶναι σημαντικό οἱ ἄνθρωποι νά ἀγωνίζονται ἐνάντια σέ αὐτές, νά τίς ἀποκαλύπτουν καί μέ τίς προσπάθειές τους νά βοηθοῦν καί τούς συνανθρώπους τους νά τίς ἀποφεύγουν. Ὑπάρχουν, ὅμως, καί οἱ μορφές προσκύνησης, πού δέν φαίνονται εὔκολα, πού λειτουργοῦν στόν ἐσωτερικό κόσμο τοῦ ἀνθρώπου, στήν ψυχή του καί οἱ ὁποῖες, ἐνῷ συμβαίνουν μέσα στόν ἄνθρωπο, ἔχουν ἀντίκτυπο στήν καθημερινή ζωή του, στίς ζωές τῶν ἄλλων γύρω του. Αὐτές οἱ μορφές ἔχουν μεγάλη ἱστορία πού φθάνει μέχρι καί τήν ἐκδίωξη τῶν Πρωτοπλάστων ἀπό τόν παράδεισο, ὅταν καί συνέβη ἡ μετατόπιση τῆς προσκύνησης ἀπό τόν Δημιουργό στά δημιουργήματα πού στήν οὐσία σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ξέχασε τόν Θεό.
Ἡ ἑορτή τῶν Θεοφανίων, θυμίζει σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ὅτι μόνον ὁ Θεός ὡς Πρόσωπο, μόνο ἡ προσκύνηση τοῦ Θεοῦ ἀνταποκρίνεται στούς βαθύτερους πόθους τῶν ἀνθρώπων γιά εὐτυχία, χαρά καί κάθε ἀληθινό ἀγαθό. Ὁ Θεός, ὅμως, γνωρίζει τή δυσκολία τοῦ ἀνθρώπου νά ἀναγνωρίζει τόν Θεό καί νά κατανοεῖ ὅτι μόνο ὁ Θεός ἀξίζει νά προσκυνεῖται καί ὡς Θεός ταπείνωσης πού εἶναι, προνόησε ὥστε νά ὑπάρχουν καί στή γῆ προσκυνητές ὑπάρξεις καί γι’ αὐτό ἔπλασε τόν ἄνθρωπο. Σάν νά θέλει ὁ Θεός νά προσκυνεῖται, καί ὁ ἴδιος ὡς Θεός, ἀλλά καί ὁ ἄνθρωπος, ὡς δημιούργημα πού πλάστηκε σύμφωνα μέ τή θεία εἰκόνα.
Ὁ Θεός τοποθετεῖ τόν ἄνθρωπο πολύ ψηλά στίς συνειδήσεις τῶν ἀνθρώπων, τόσο ψηλά σάν νά εἶναι θεός, ὅταν μοιάζει μέ τόν Θεό. Κάτι τέτοιο φαίνεται νά προσπαθεῖ νά κάνει καί ὁ πολιτισμός μέ τόν σύγχρονο ἄνθρωπο, ὑψώνοντάς τον ὅμως τόσο ψηλά ὥστε νά μήν φαίνεται καθόλου ὁ Θεός. Ἐνῷ ὁ Θεός θέλει τόν ἄνθρωπο ἑνωμένο μαζί Του ὥστε νά γίνεται ὅμοιός Του, ὁ ἄνθρωπος θέλει νά ἐμφανίζεται ὡς θεός, ἀλλά χωριστά ἀπό τόν Θεό, σάν νά μήν ὑπάρχει Θεός. Καί ὁ κόσμος τῶν ἀνθρώπων ἔχει καλλιεργήσει πάρα πολύ αὐτή τήν ἰδέα καί τῆς ἔχει δώσει τό σχῆμα πού αὐτός θέλει, δανειζόμενος, μέσα ἀπό ποικίλες μεταμορφώσεις, τίς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἄνθρωπο. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος παρουσιάζεται νά εἶναι σχεδόν ἀπόλυτα ἐλεύθερος, ὅπως καί ὁ Θεός, γιά νά μπορεῖ νά θέλει, νά λέει καί νά πράττει ὅ,τι θέλει, αὐτόνομα, ἀπό τόν ἑαυτό του, χωρίς καμία ἀναφορά σέ Ἐκεῖνον πού τόν ἔπλασε ἐλεύθερο καί τοῦ ἔδωσε τήν εἰκόνα τῆς ἐλευθερίας τοῦ Θεοῦ. Ἐμφανίζεται ὁ ἄνθρωπος ὡς ἕνας ἄλλος δημιουργός ἱκανός νά δίνει τόν δικό του ὁρισμό τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ὁ καθένας ἀπό μόνος του, καί νά προσδιορίζει ὅπως θέλει τή δική του ἀτομική εἰκόνα, νά καθορίζει κατά τή γνώμη του, πού μπορεῖ νά γίνεται καί γνώμη πολλῶν ἤ καί τῶν περισσότερων, ποιοί ἀπό τούς ἀνθρώπους ἀξίζουν νά «προσκυνοῦνται» καί ποιοί ὄχι, ποιοί μέ τίς ἰδέες τους ἐκφράζουν ἀναχρονισμούς καί ποιοί τίς προοδευτικές ἀπόψεις. Καί τέλος, ὁ ἄνθρωπος φαίνεται νά θεωρεῖ δικαίωμά του, ὡς κάτι τό αὐτονόητο, νά γιορτάζει καί νά χαίρεται τίς γιορτές μέ ἀφορμή τόν Θεό, τή γέννησή Του, τή βάπτισή Του, χωρίς καμία οὐσιαστική ἀναφορά σέ Αὐτόν. Σάν νά διασώζει ἀπό ὅλη τήν οἰκονομία τοῦ Χριστοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, μόνο τόν ἄνθρωπο, σάν νά μήν ὑπάρχει Θεός, σάν νά ὑπάρχει μόνο ὁ ἄνθρωπος πού θέλει νά ἔχει στά χέρια τήν πορεία τοῦ ἑαυτοῦ του καί ὅλων τῶν ἄλλων.
Χριστιανικές εἶναι οἱ ἀφετηρίες νά νιώθει ὁ ἄνθρωπος τόσο σημαντικός, ἐπίκεντρο τοῦ κόσμου καί θεμέλιό του. Ἡ ἑορτή τῶν Θεοφανίων ἔρχεται, ὅμως, νά μᾶς ὑπενθυμίσει, ὅτι ὅποιος θέλει νά συμπεριφέρεται σάν εἶναι θεός θά πρέπει νά μοιάζει καί στόν Θεό, τοῦ ὁποίου εἶναι εἰκόνα. Ὁ Ἰησοῦς προσέρχεται γιά νά βαπτιστεῖ ἀπό τόν Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος ἀναγνωρίζει στό πρόσωπό Του τόν Μεσσία καί ζητάει νά ἀκολουθηθεῖ ἡ ὀρθή τάξη, τό δημιούργημα νά βαπτιστεῖ ἀπό τόν Δημιουργό. Ὁ Ἰησοῦς, ὅμως, κηρύττει μία νέα τάξη πραγμάτων ὅπου ὁ Θεός ὑποτάσσεται στό βάπτισμα τοῦ ἀνθρώπου γιά νά σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος. Τό ἴδιο θά πράξει καί ἀργότερα ὅταν ἐλεύθερα θά ταπεινώσει τόν ἑαυτό Του ὑπακούοντας μέχρι τόν θάνατο πάνω στόν Σταυρό. Τά Θεοφάνια μαθαίνουμε ὅτι ὅποιος θέλει νά εἶναι βασιλιᾶς, νά ξεχωρίζει ὡς κατά χάριν θεός, νά προσκυνεῖται ὥστε νά προσκυνεῖται ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, θά πρέπει νά ὑποτάσσεται στόν ἄλλο, μέ τή ζωή του καί μέ τόν θάνατό του. Αὐτή ἡ στάση πείθει τούς ἀνθρώπους νά γίνουν ἀκόλουθοι τοῦ Κυρίου, ὄχι ἡ ἐπιβολή μέ τή δύναμη καί τήν ἐξουσία. Αὐτή ἡ στάση στέλνει τόν φωτισμό τοῦ Πνεύματος στούς ἀνθρώπους.
Γιορτάζουμε καί φέτος τά Θεοφάνια γιά νά μπορέσουμε νά δοῦμε, γιά μιά ἀκόμα φορά, καί ἐλπίζουμε αὐτή ἡ φορά νά συμβάλει στήν ἀλλαγή τῆς ζωῆς μας, ὅτι ἡ ζωή πού ταιριάζει στίς εἰκόνες τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄλλη ἀπό τή ζωή πού οἱ ἄνθρωποι πιστεύουν ὅτι εἶναι μιά εὐτυχισμένη, ἀξιοπρεπής, ὅπως λέγεται, ζωή. Οἱ σύγχρονοι ἄνθρωποι θέλουν νά εἶναι ἀνυπότακτοι, δέν πιστεύουν ὅτι ἡ ὑποταγή ἀκόμα καί στόν Θεό ἔχει κάποια σημασία, ἀμφιβάλλουν ὅτι ἡ ταπείνωση εἶναι πράγματι ἀρετή, ἄν καί τούς ἀρέσει νά τήν βλέπουν, ἔστω καί σπάνια, στίς ζωές τῶν ἄλλων. Δέν διανοοῦνται ὅτι ἔχουν ἔστω καί κάποια εὐθύνη γιά τίς δυσκολίες καί τόν πόνο τῶν ἄλλων, ἄν καί οἱ ἴδιοι μεταφέρουν πάντα στούς ἄλλους τήν εὐθύνη γιά τά προβλήματα πού νομίζουν ὅτι ἔχουν. Δέν περνάει καθόλου ἀπό τή σκέψη τους τό ἐνδεχόμενο νά προσφέρουν κάτι ἐλάχιστο ἀπό τήν ἴδιά τους τή ζωή, χάριν τῆς ζωῆς τοῦ πλησίον, ἄν καί συνεχῶς ζητᾶνε ἀπό τούς ἄλλους, καί ὅταν ἀπογοητεύονται ἀπό τούς ἀνθρώπους ζητᾶνε καί ἀπό τόν Θεό, τήν ἱκανοποίηση τῶν ἐπιθυμιῶν τους.
Σάν νά μήν ὑπάρχει ὁ Τριαδικός Θεός πού φανερώνεται στά Θεοφάνια καί ὁ Υἱός Του, πού ὡς ἄνθρωπος, βαπτίζεται καί ξεκινάει ἕνα ἔργο προσφορᾶς καί θυσίας γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους γιά νά τούς σώσει ἀπό τό θέλημά τους, ὁ ἄνθρωπος συμπεριφέρεται σάν νά ὑπάρχει μόνο ὁ ἑαυτός του, ἄν καί διακηρύσσει ὅτι πιστεύει στόν σεβασμό τοῦ ἄλλου καί τῶν ἀπόψεών του, τῶν ἰδεῶν του, τοῦ θελήματός του. Στήν πραγματικότητα, οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς μας, θέλουν νά διαμορφώνουν τίς σχέσεις τους μέ τούς ἄλλους ὅπως θέλουν, νά δημιουργοῦν οἰκογένειες κατά τόν τρόπο πού αὐτοί φαντάζονται τά πράγματα, νά ζοῦν ἀπό τήν ἐργασία του κατά πῶς τούς συμφέρει, νά γίνεται αὐτό πού οἱ ἴδιοι θέλουν καθώς εἶναι ἀποφασισμένοι νά γράψουν ὁ καθένας τή δική του ἱστορία, ἀκόμα κι ἄν αὐτή συνεπάγεται ἐκμετάλλευση τῶν περισσότερο ἀδύναμων, χωρισμούς μέσα στήν οἰκογένεια, θλίψη καί πόνο μέ τήν ἀπόρριψη τοῦ προσώπου τοῦ ἄλλου, ἀκόμα καί θάνατο, ὅταν θά νομίσει κανείς ὅτι θίγονται μεγαλύτερα συμφέροντα.
Κοινό σημεῖο ἀναφορᾶς ὅλων αὐτῶν τῶν συμπεριφορῶν πού κανείς στή ζωή του δέν θά ἤθελε νά ὑποστεῖ, εἶναι ἡ πεποίθηση ὅτι ὁ Θεός δέν ἔγινε ἄνθρωπος, δέν ἦρθε στόν κόσμο, ὅτι ἡ προσκύνηση τοῦ Θεοῦ τῶν Φώτων εἶναι σκοταδισμός, καθώς ὁ ἄνθρωπος ἔχει πιά τή δική του ἐποχή τῶν Φώτων. Τά Θεοφάνια τῆς Γέννησης καί τῆς Βάπτισης τοῦ Χριστοῦ σημαίνουν τή δωρεά τοῦ Θεοῦ νά γνωρίζουμε τόν Θεό πού θά πρέπει νά προσκυνᾶμε στό Φῶς τοῦ προσώπου τοῦ Πατέρα καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί μέ τό φῶς αὐτῆς τῆς γνώσης, φωτίζονται καί ἀποκτοῦν νόημα ὅλες οἱ ἄλλες γνώσεις πού θαυμάζουν οἱ ἄνθρωποι ὡς τά δικά τους φωτεινά δημιουργήματα, ὥστε μέ τή σειρά τους νά ὑπηρετοῦν τό πρωταρχικό Φῶς, τόν Θεό καί τήν οἰκονομία του γιά τόν κόσμο.
Χωρίς τό Φῶς πού «φωτίζει πάντα ἄνθρωπο ἐρχόμενο εἰς τόν κόσμο», δηλαδή χωρίς τή δυνατότητα νά γνωρίσουν τόν Θεό, οἱ ἄνθρωποι ἀρχίζουν καί προσκυνᾶνε τά πράγματα τοῦ κόσμου, πού ἐνῷ φαίνονται λαμπερά καί φωτισμένα καί οἱ περισσότεροι τῶν ἀνθρώπων θέλουν ἀπό ἐκεῖ νά ἀντλοῦν τό φῶς τῆς ζωῆς τους, ἀντιστοιχοῦν περισσότερο στό σκοτάδι, παρά στό φῶς. Γιατί τό σκοτάδι ἐπέρχεται, σκοταδισμός στήν πραγματικότητα συμβαίνει, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀρνεῖται στόν ἴδιό του τόν ἑαυτό καί τούς ἄλλους γύρω του, νά γίνουν ὅλοι φῶς ὥστε νά μποροῦν νά ἀκούσουν τόν λόγο τοῦ Κυρίου «Ὑμεῖς ἐστε τό φῶς τοῦ κόσμου». Αὐτό θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι εἶναι τό νόημα τῆς ἑορτῆς τῶν Φώτων. Ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει τόν Θεό, φωτίζεται καί γίνεται φῶς, ὅταν εἶναι στραμμένος πρός τή Θεότητα, τό πρῶτο καί ἀληθινό Φῶς, καί ὅταν πράττει τά ἔργα τοῦ Θεοῦ· ἔργα δικαιοσύνης πού καρποφοροῦν τή ζωή, μιά ζωή ὅμοια μέ τή Ζωή, τόν ἴδιο τόν Ἰησοῦ Χριστό.