1000
Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Post Type Selectors
omilies

Ομιλία του Δρ. Ιωάννη Μπέκου – Τό Ἅγιο Πνεῦμα στή ζωή μας

Ἡ ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἐκπληρώνει τήν οἰκονομία τοῦ Χριστοῦ, πού ἐνῶ θά συνεχίζει νά ἐκδιπλώνεται στήν ἱστορία, θά εἶναι ὁ Παράκλητος πού θά ἐγγυᾶται μέ τήν παρουσία του τήν πορεία τῶν ἀνθρώπων πρός τόν Θεό. Τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἐκκλησία, θά ἔχει πιά στή ζωή της τόν Παράκλητο, τό πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος πού θά μεταβάλλει τή ζωή τῶν ἀνθρώπων καί ὁλόκληρου τοῦ κόσμου σέ μιά νέα ζωή καί σέ ἕναν καινούργιο κόσμο. Κι ἐνῶ τό Ἅγιο Πνεῦμα τά ἀλλάζει ὅλα τόσο πολύ, καί κατά τόν τρόπο πού θέλει ὁ Θεός, ἐμεῖς δυσκολευόμαστε νά δοῦμε αὐτές τίς ἀλλαγές στή ζωή μας. Ἡ σημερινή ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς εἶναι ἡ καλύτερη ἀφορμή γιά νά θυμηθοῦμε πόσο πολύ καί μέ ποιό τρόπο ἔχει ἀλλάξει ἡ ζωή μας πρός τό καλύτερο, δηλαδή, πρός τόν Θεό, ὥστε νά μήν ἐπηρεαζόμαστε ἀπό τήν περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα πού θέλει νά μᾶς πείσει ὅτι ὅλα πηγαίνουν ἀπό τό κακό στό χειρότερο, σάν νά ἔπαυσε νά εἶναι παρόν τό Ἅγιο Πνεῦμα στήν Ἐκκλησία καί στή ζωή τῶν ἀνθρώπων.
Ἡ Πεντηκοστή εἶναι τόσο μεγάλη ἑορτή γιατί ἐπιβεβαιώνει ὅτι ὅλα ὅσα ζοῦμε μέσα στήν Ἐκκλησία μέ κατάληξη τήν Ἀνάσταση καί τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου εἶναι ἀλήθεια. Τό Ἅγιο Πνεῦμα ὡς πνεῦμα τῆς ἀληθείας φανερώνει σέ ὅσους τό ἐπιζητοῦν τήν ἀλήθεια γιά τόν Θεό καί τόν ἄνθρωπο, γιά τή θεία οἰκονομία, γιά ὅλες τίς δωρεές τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο. Ἡ ἑορτή ἐπαληθεύει ὅτι ὅσοι ἐπέλεξαν καί ἐπιλέγουν νά γίνουν μαθητές τοῦ Κυρίου κάνουν τήν καλύτερη δυνατή ἐπιλογή γιά τή ζωή τους, γιατί ὅσα ὁ Κύριος ὑπόσχεται θά ἐκπληρωθοῦν καί μάλιστα κατά ἕνα τρόπο πού ξεπερνάει κάθε ἀνθρώπινη προσδοκία. Γιά ὅσους θέλουν νά ἀλλάξει τελείως ἡ ζωή τους καί πιστεύουν σέ ἕναν καλύτερο κόσμο, ἡ εἴσοδος στήν Ἐκκλησία καί ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι σίγουρες καί βέβαιες ἐπιλογές. Ἄν τό παράπονο τῶν ἀνθρώπων εἶναι οἱ συνεχεῖς διαψεύσεις ἀπό ἀνθρώπους καί πράγματα, τότε ἡ Πεντηκοστή εἶναι ἡ μόνη τους διέξοδος γιά μιά ζωή καί πολιτεία χωρίς ἀπογοητεύσεις καί ἀπόγνωση.
Ὅλα αὐτά ἀποκαλύπτονται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα πού ὡς Θεός ἀποφασίζει πώς, πότε, σέ ποιούς καί σέ ποιό βαθμό θά ἀποκαλυφθεῖ. Οἱ μαθητές εἶχαν λάβει τήν ἐντολή ἀπό τόν Κύριο νά περιμένουν μέ ὑπομονή καί καρτερικότητα τήν ἔλευση τοῦ Παρακλήτου κι αὐτό ἔκαναν, προσευχόμενοι ἄφησαν ὅλη τήν πρωτοβουλία στόν Θεό. Τό Ἅγιο Πνεῦμα κατέρχεται καί εἰσέρχεται στήν ψυχή τῶν ἀποστόλων καί τότε ἀνοίγουν τά μάτια τους καί βλέπουν ὅτι μέσα τους καί γύρω τους ὅλα πιά ἔχουν ἀλλάξει. Ἐκεῖ πού ζητάγανε πρωτοκαθεδρίες, τώρα εἶναι ἕτοιμοι, καί πρῶτοι ἀπό ὅλους, νά δώσουν ἀκόμα καί τή ζωή τους γιά τήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ. Στό παρελθόν ἔχαναν τήν πίστη τους βλέποντας τόν Κύριό τους νά συλλαμβάνεται καί προσπαθοῦσαν νά πείσουν τόν δοῦλο τοῦ ἀρχιερέα ὅτι δέν ἔχουν καμία σχέση μαζί Του, τώρα ἀναλαμβάνουν μέ θάρρος καί μέ κάθε κόστος νά γνωρίσουν τά ἔργα τοῦ Χριστοῦ σέ ὅλο τόν κόσμο. Ἦταν οἱ μαθητές πού ἄφησαν μόνο τόν διδάσκαλό τους φοβούμενοι τόν κίνδυνο καί στή συνέχεια ἔγιναν μάρτυρες πού τόν ἀκολούθησαν μέχρι τόν σταυρό καί τόν θάνατο. Μέ τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μπόρεσαν νά δοῦν καί νά κατανοήσουν τά ἔργα τοῦ Θεοῦ, μόνοι τους δέν μποροῦσαν. Ἡ φανέρωση τῶν ἔργων τοῦ Θεοῦ τούς ἀποκάλυψε ἕναν ἄλλο κόσμο, τόν κόσμο τοῦ Θεοῦ, τήν Ἐκκλησία, γιά τήν ὁποία θά ἔπρεπε νά δώσουν τή μαρτυρία τους. Ὁ κόσμος τῆς Ἐκκλησίας ἔχει τίς ἰδιαιτερότητές του καί οἱ ὁποῖες θά ἔλεγε κανείς ὅτι προκαλοῦν τίς συνειδήσεις τῶν σύγχρονων ἀνθρώπων.
Τό Ἅγιο Πνεῦμα κατέρχεται καί κατακλύζει μέ τίς δωρεές Του τούς μαθητές τοῦ Κυρίου χωρίς αὐτοί νά ἔχουν κάνει κάτι σπουδαῖο πού νά δικαιολογεῖ μιά τέτοια ἀνταμοιβή, ἐκτός ἀπό τό γεγονός ὅτι εἶχαν δεχθεῖ νά γίνουν ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Παράκλητος πραγματικά ξαφνιάζει γιατί ἐγκαινιάζει ἕναν κόσμο ὅπου ὅλα, καί μάλιστα τά σημαντικότερα, δίνονται στούς ἀνθρώπους ὡς δωρεές τοῦ Θεοῦ, ὅταν τήν ἴδια στιγμή ὁ κόσμος τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἕνας κόσμος συναλλαγῆς καί συμφερόντων. Παρά τίς προσπάθειες πού καταβάλλουν πολλοί καί παρά τούς ἀγῶνες τους γιά δικαιοσύνη, οἱ ἄνθρωποι γνωρίζουν ὅτι δέν ζοῦν σέ μιά δίκαιη κοινωνία, δέν νιώθουν νά ἀμείβονται ἀνάλογα μέ τόν κόπο τους, δέν ἀπολαμβάνουν τήν ἰσότητα. Ἀντίθετα, μέσα στήν Ἐκκλησία, τό Ἅγιο Πνεῦμα χαρίζει τά χαρίσματα στούς ἀνθρώπους κατακλύζοντας κάθε ἀνθρώπινη ὕπαρξη δεκτική τῆς χάριτος, χωρίς κανείς νά ἔχει κάποιο παράπονο. Μετέχουμε στά μυστήρια πού τελεῖ τό Ἅγιο Πνεῦμα καί ἀπολαμβάνουμε τούς καρπούς του δωρεάν, ὄχι γιατί δικαιούμαστε κάτι γιά κάποια ἐργασία μας. Μάλιστα οἱ καρποί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δέν εἶναι ὅπως οἱ πόροι τοῦ κόσμου πού ἐξαντλοῦνται καί χάνονται. Εἶναι ἀνεξάντλητοι καί ρέουν μέσα ἀπό τό ἐσωτερικό τῆς ὕπαρξής μας ὅταν τό Πνεῦμα κατοικήσει μέσα μας, σάν ἕνα ποτάμι πού δέν στερεύει, ἕνα ποτάμι πού συνεχῶς διευρύνεται καί μεγαλώνει καί σώζει, δέν μᾶς πνίγει ὅπως συμβαίνει μέ τίς μέριμνες γιά τά δημοφιλῆ ἀγαθά τῆς δόξας καί τοῦ πλούτου. Συμπαρασύρει, ὅμως, στήν πορεία του ὅλα ἐκεῖνα πού δέν ἀνήκουν στόν κόσμο τοῦ Θεοῦ ὅπως ὁ ἀνταγωνισμός, ἡ ἀντιπαράθεση, ἡ ἐκμετάλλευση, ὁ ἀποκλεισμός, ὁ πόλεμος. Τό Ἅγιο Πνεῦμα πού ἔχει ἐγκατασταθεῖ πιά στήν ἀνθρώπινη καρδιά ἀνάλογα μέ τή δεκτικότητα τοῦ καθενός, μᾶς μαθαίνει ὅτι ὅλα ὅσα ἔχουμε καί δέν ἔχουμε εἶναι τό ἀποτέλεσμα τῆς δικῆς του κρίσης κι ὄχι τῆς δικῆς μας, σάν νά μήν ἔχει σημασία ἡ γνώμη μας καί σάν νά ἔχει σημασία μόνο τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Κορυφαῖος καρπός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἡ ἀγάπη πού σώζει τίς ἀνθρώπινες σχέσεις καί ἀποκαθιστᾶ τίς σχέσεις μέ τόν Θεό. Ἔτσι ἀλλάζει ὁ τρόπος ζωῆς τῶν ἀνθρώπων πού πιά πρέπει νά θεμελιώνεται στήν ἀγάπη καί σέ ὅλες τίς ἄλλες ἀρετές ὅπως ἡ μακροθυμία, ἡ πίστη, ἡ ἀδελφοσύνη, πού ἐπίσης ἀποτελοῦν καρπούς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Αὐτές οἱ λέξεις, οἱ ἔννοιες καί οἱ πρακτικές πού συνδέονται μαζί τους, ἐγκαινιάζουν καί μιά νέα γλῶσσα πού μποροῦν νά τήν μάθουν ὅσοι τό ἐπιθυμοῦν, τή γλῶσσα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ κόσμος τοῦ Θεοῦ ἔχει τή δική του γλῶσσα πού μάλιστα ἑνώνει καί δέν διακρίνει τά ἔθνη. Ἡ διήγηση τῆς ἔλευσης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στούς Ἀποστόλους περιγράφει τήν παρουσία Του μέ τή μορφή πυρίνων γλωσσῶν. Γνωρίζουμε ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη ὅτι οἱ διαφορετικές γλῶσσες στήν ἱστορία τῆς Βαβέλ χώρισαν τό ἕνα ἀνθρώπινο γένος σέ πολλά, γιατί οἱ διαφορετικές γλῶσσες ἀντιστοιχοῦν σέ διαφορετικούς ἀνθρώπους πού δέν ἔχουν κάτι κοινό μεταξύ τους. Ἡ γλῶσσα εἶναι τό μέσο μέ τό ὁποῖο σκεπτόμαστε καί καταλαβαίνουμε τόν κόσμο, μιά διαφορετική γλῶσσα μᾶς κάνει νά σκεπτόμαστε διαφορετικά καί νά ἀνήκουμε στόν κόσμο πού μᾶς ταιριάζει κι ὄχι σέ κάποιον ἄλλο. Ἡ γλῶσσα πού κατέχουμε, οἱ ἔννοιες πού γνωρίζουμε, οἱ προτάσεις πού μποροῦμε νά διατυπώσουμε καί νά κατανοήσουμε καθορίζουν τά ὅρια τῆς σκέψης μας. Ἀντίστοιχα, δέν μποροῦμε νά μιλήσουμε γιά πράγματα πού ἀδυνατοῦμε νά περιγράψουμε ὅταν δέν γνωρίζουμε τήν κατάλληλη γλῶσσα, τίς ἔννοιες καί τή σύνταξη πού ἀπαιτεῖται ὥστε νά μιλήσουμε γι’ αὐτά. Καί ὅταν κάτι τέτοιο συμβαίνει θά πρέπει νά σωπαίνουμε. Σέ αὐτή τήν κατάσταση βρίσκονταν καί οἱ μαθητές τοῦ Κυρίου.
Οἱ μαθητές τοῦ Κυρίου εἶχαν λάβει τήν ἐντολή νά πορευτοῦν σέ ὅλα τά ἔθνη γιά νά διδάξουν τούς ἀνθρώπους καί νά τούς βαπτίσουν στό ὄνομα τοῦ Πατρός, καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀλλά πού νά πᾶνε δέν ἤξεραν, ὅπως καί δέν γνώριζαν τί νά τούς διδάξουν, ἦταν ἄλλωστε ψαράδες. Ἦταν θά λέγαμε βυθισμένοι στή σιωπή, ἀναμένοντας τόν Παράκλητο πού σάν πύρινες γλῶσσες θά ἄλλαζε τή ζωή τους καί τή ζωή ὁλόκληρου τοῦ κόσμου. Ἔπρεπε νά ἔρθει τό Ἅγιο Πνεῦμα πού σάν μιά ἄλλη γλῶσσα θά ἔκανε τούς μαθητές ἀπό ἁλιεῖς, θεολόγους καί ἀπό ἀγράμματους, σοφούς, συγκροτώντας μιά νέα Ἐκκλησία. Τώρα θά μποροῦν νά μιλήσουν καί νά διδάξουν, νά βαπτίσουν καί νά συνθέσουν, νά συγκροτήσουν τήν Ἐκκλησία. Αὐτή εἶναι ἡ ἀντίθετη πορεία ἀπό ἐκείνη τοῦ πύργου τῆς Βαβέλ, μιά πορεία πού δέν χωρίζει, ἀλλά ξαναφέρνει κοντά τό σύνολο τῶν ἀνθρώπων. Τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς τό Ἅγιο Πνεῦμα γίνεται ἡ κοινή μας γλῶσσα, αὐτή πού μᾶς ἑνώνει καί μᾶς ἐπιτρέπει νά σκεπτόμαστε ὄχι μόνο τόν κόσμο καί τούς ἀνθρώπους, ἀλλά καί τόν Θεό, νά πράττουμε στόν κόσμο καί ἀπέναντι στούς ἄλλους τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Στήν ἐποχή μας ὑπάρχει ἡ ἐντύπωση ὅτι μιλώντας κανείς καί μέ καθαρό τρόπο τή γλῶσσα τοῦ Θεοῦ ὄχι μόνο δέν θά ἑνώσει, ἀλλά μᾶλλον θά χωρίσει τούς ἀνθρώπους προκαλώντας διχασμό καί ἀντιπαραθέσεις. Γι’ αὐτό καί συστήνεται νά προσαρμόζουμε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ σέ ὅσα θεωροῦνται αὐτονόητα στήν ἐποχή μας καί σέ ὅσα λογίζονται ὡς δεδομένα γιά τή γλῶσσα πού καταλαβαίνει ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, ἀδιάφορος ὅπως εἶναι γιά τόν Θεό καί τήν Ἐκκλησία. Δέν εἶναι, ὅμως, αὐτό τό παράδειγμα τῆς Πεντηκοστῆς, δέν βλέπουν ἔτσι τόν κόσμο οἱ ἀπόστολοι μέ τή γλῶσσα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Πεντηκοστῆς εἶναι μιά ἑνότητα ἐν τῇ ἀληθείᾳ.
Ὁ κόσμος τοῦ Θεοῦ, ἡ Ἐκκλησία, εἶναι ἕνας κόσμος μεγάλων καί συνεχῶν ἀλλαγῶν. Ἡ ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἡ μόνιμη πιά παρουσία Του στήν Ἐκκλησία, ἀλλάζει ὁλόκληρο τόν ἄνθρωπο, τόν κάνει κάτι ἐντελῶς ἄλλο δημιουργώντας μιά ἄλλη κοινωνία ἀνθρώπων. Σέ αὐτή τήν κοινωνία, ὁ ἁπλός πιστός μπορεῖ νά ἀλλάξει ἐντελῶς καί νά γίνει ἱερέας τῶν μυστηρίων, νά γίνει ἕνας ἄλλος ἄνθρωπος πού μέ τό ἱερατικό του ἔργο θά συμβάλλει, μέ τή σειρά του, στή μεταμόρφωση τῆς ζωῆς πολλῶν ἄλλων ἀνθρώπων γύρω του. Κι ἄν αὐτή ἡ ἀλλαγή ἀφορᾶ μόνο ὁρισμένους, ὅλοι μποροῦν νά ἀλλάξουν καί νά γίνουν ἀπό «ἁλιεῖς», «θεολόγοι». Ὅταν κάτι τέτοιο συνέβη γιά πρώτη φορά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, εἴδαμε τούς ἀμόρφωτους ψαράδες τοῦ κύκλου τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ νά γίνονται μεγάλοι θεολόγοι τῆς Ἐκκλησίας. Ἐμεῖς μπορεῖ νά μήν εἴμαστε θεολόγοι καί σίγουρα δέν εἴμαστε σπουδαῖοι θεολόγοι, ἀλλά αὐτές οἱ ἀλλαγές μᾶς ἀφοροῦν κατά ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο. Τό Ἅγιο Πνεῦμα πού καθιστᾶ κάποιον πραγματικό θεολόγο μπορεῖ νά μεταβάλλει καί τή ζωή ὅλων μας σέ μιά ζωή πού θά ἀντιστοιχεῖ σέ μιά θεολογία στήν πράξη. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καλοῦνται νά γίνουν θεολόγοι στήν πράξη, δηλαδή, νά πράττουν ὅπως ἀκριβῶς θέλει ὁ Θεός καί στίς χαρές, ἀλλά κυρίως στίς λύπες τους, στίς δοκιμασίες, ἀκόμη καί σέ ἐκεῖνες τίς στιγμές πού κανείς νομίζει ὅτι ἔχει ἐγκαταλειφθεῖ ἀπό τόν Θεό. Ἡ θεολογία εἶναι πράξη καί θεολογία στήν πράξη σημαίνει νά κάνει κανείς ὑπομονή στίς ἐξελίξεις τῆς ζωῆς του, ὅταν ὅλα καί ὅλοι γύρω τόν συμβουλεύουν νά ἐπιλέξει τόν δρόμο τῆς φυγῆς ἤ τῆς ἄγνοιας τοῦ προβλήματος, κάνοντας σάν νά μήν ὑπάρχει. Θεολογία στήν πράξη σημαίνει νά πράττει κανείς ὥστε ἡ ζωή του νά θυμίζει τόν Χριστό καί δέν ὑπάρχει καλύτερη ὑπενθύμιση τοῦ Χριστοῦ ἀπό τό νά σηκώνει κανείς τόν σταυρό του. Ἡ θεολογία τοῦ λόγου ἔχει μιά ἀπαράμιλλη ὀμορφιά, ἀλλά ἡ θεολογία στήν πράξη εἶναι αὐτή πού ἐπιβεβαιώνει μέ ἐμπειρικό τρόπο τήν ἀλήθειά της.
Αὐτά κι ἄλλα πολλά συμβαίνουν ὅταν κανείς ἀποκτήσει τό Ἅγιο Πνεῦμα στήν ψυχή του, ὅταν ὁ Παράκλητος ἐπιλέξει ὡς μόνιμη κατοικία τήν καρδιά του, ὅπως διαβεβαιώνει ὁ ἴδιος ὁ Θεός λέγοντας «Ἐνοικήσω ἐν ὑμῖν». Θά θέλαμε ὅλα αὐτά νά συμβαίνουν καί στή δική μας ζωή, ἀλλά εἴμαστε συχνά ἐπηρεασμένοι ἀπό τήν κυρίαρχη τάση στόν κόσμο μας γιά τήν ἀπόκτηση μέ κόπο καί μόχθο ὅλο καί περισσότερων ὑλικῶν ἀγαθῶν μέ τήν ἐλπίδα μιᾶς καλύτερης ζωῆς. Θά πρέπει νά εἴμαστε εὐγνώμονες στήν Ἐκκλησία πού μέ τήν ἱστορία τῆς Πεντηκοστῆς μᾶς θυμίζει ὅτι ὁ σκοπός τῆς ζωῆς μας εἶναι νά λάβουμε τό Ἅγιο Πνεύμα ὥστε νά ἀλλάξει πραγματικά καί ἡ ζωή μας, ἀλλά καί ἡ ζωή τῶν ἄλλων.