Κάθε προσευχή, κάθε ἀκολουθία τῆς Ἐκκλησίας μας, κάθε λατρευτική της πράξη, περιλαμβάνει τήν Κυριακή προσευχή, τό «Πάτερ ἡμῶν», μιά προσευχή πού μᾶς τήν δίδαξε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος καί μέ τήν ὁποία ὁμολογοῦμε τήν ἑτοιμότητά μας νά συγχωροῦμε τίς ἀδικίες τῶν ἄλλων πρός τό πρόσωπό μας, μέ τήν εὐχή νά συγχωρήσει ὁ Θεός καί τίς δικές μας ἁμαρτίες ἐνώπιον Του: «καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν». Ἡ ἐντολή τῆς συγχώρεσης τῶν ἄλλων φαίνεται νά βρίσκεται στόν πυρῆνα τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἔνταση αὐτῆς τῆς ἐντολῆς κορυφώνεται σήμερα, ἀπό τό πρωί, μέ τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα καί, τώρα, μέ τόν κατανυκτικό ἑσπερινός τή συγγνώμης καί συγχώρεσης καί ὅλα αὐτά λίγο πρίν εἰσέλθουμε στήν σπουδαία περίοδο τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς. Ἄς συλλογιστοῦμε μέ προσοχή πάνω στήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ ὥστε οἱ πράξεις μας, πού θά μᾶς φέρουν σιγά-σιγά πρός τό Πάσχα, νά ἀποτελοῦν ἔκφραση τῆς ὑπακοῆς μας στόν Θεό.
Κάθε φορά πού ἀπευθύνουμε μέ πίστη στόν Θεό τό «Πάτερ ἡμῶν», θυμόμαστε τά ἁμαρτήματά μας καί ζητᾶμε συγχώρεση μέσα ἀπό τήν συγχώρεση τῶν ἄλλων. Ἡ ὑπενθύμιση τῶν ἁμαρτημάτων μας, δηλαδή, ἡ βεβαιότητα ὅτι εἴμαστε ἁμαρτωλοί, μᾶς κάνει μετριοπαθεῖς, μετρημένους ἀπέναντι καί στόν ἑαυτό μας, ἀλλά καί στούς ἄλλους, μᾶς κάνει ἀνθρώπους μέ κατανόηση, μακριά ἀπό τήν ὑπερηφάνεια καί τήν κατάκριση. Ἡ στροφή πρός τόν ἑαυτό μας καί ἡ κατανόηση τῆς κατάστασής μας εἶναι μιά πρώτη κίνηση πού δημιουργεῖ προϋποθέσεις συγχώρησης τῶν ἄλλων. Ἄν εἶμαι ἁμαρτωλός, τότε τό λιγότερο πού ἔχω νά κάνω εἶναι νά συγχωρήσω τούς ἄλλους γιά τίς ἁμαρτίες τους ἀπέναντί μου. Ἄν εἶμαι καί νιώθω ἁμαρτωλός, τότε δέν ἔχω κανένα λόγο νά θυμᾶμαι τίς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων καί νά μέ χαρακτηρίζει ἡ μνησικακία, ἀλλά ἔχω κάθε λόγο νά ἔχω τίς ἐλπίδες μου στόν Θεό καί νά μελετῶ τήν ἀνεξήγητη φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Αὐτή θά μποροῦσε νά εἶναι ἡ πιό συνοπτική περιγραφή τοῦ νοήματος τῆς συγχώρεσης, μέ τό πνευματικό κλίμα τοῦ κατανυκτικοῦ ἑσπερινοῦ νά μᾶς προτρέπει νά δείξουμε τή σημασία της γιά τήν ζωή μας.
Ἔκφραση τῆς Κυριακῆς προσευχῆς θά λέγαμε ὅτι ἀποτελεῖ ἡ ἐντολή τῆς συγχώρεσης πού προβάλλει τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς ἡμέρας: «Ἄν συγχωρήσετε στούς ἀνθρώπους τά παραπτώματά τους, θά σᾶς τά συγχωρήσει καί ὁ Πατέρας σας ὁ οὐράνιος. Ἄν ὅμως δέν συγχωρήσετε τούς ἀνθρώπους, οὔτε ὁ Πατέρας σας θά σᾶς συγχωρήσει». Ὁ Κύριος διδάσκει τήν συγχώρεση ἀπευθυνόμενος στήν οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ. Ὁ Πατέρας μας εἶναι ὁ Θεός καί ἐμεῖς εἴμαστε τά παιδιά του. Οἱ ἄδικοι ἄνθρωποι πού στρέφονται μέ τίς ἁμαρτίες τους ἐναντίον μας εἶναι, ἐπίσης, παιδιά τοῦ Θεοῦ ἤ μποροῦν νά γίνουν παιδιά τοῦ Θεοῦ. Πρέπει νά εἴμαστε μιά οἰκογένεια, ἀλλά ἡ ζωή μας πού εἶναι ἁμαρτωλή, γεμάτη ἁμαρτίες καί λάθη, προσβάλλει τήν κοινή μας ζωή. Θά πρέπει νά καθαριστοῦμε ἀπό τίς ἁμαρτίες μας, τά παραπτώματά μας, ὥστε νά συγκροτηθεῖ καί νά συγκροτεῖται ἡ οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ. Καί ὁ μόνος τρόπος πού ὑπάρχει, εἶναι νά συγχωροῦμε ὁ ἕνας τά παραπτώματα τοῦ ἄλλου.
Γνωρίζουμε πολύ καλά τή σημασία τῆς οἰκογένειας, ἰδιαίτερα τῆς οἰκογένειάς μας, ἀφοῦ συχνά τήν τοποθετοῦμε πιό ψηλά καί ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀφοῦ ἐκεῖ ἀφιερώνουμε τόν περισσότερο χρόνο μας καί ὅλο τόν πλοῦτο μας. Δέν μποροῦμε νά φανταστοῦμε τόν ἑαυτό μας χωρίς τούς δικούς μας ἀνθρώπους. Καί εἶναι ἀλήθεια ὅτι κάνουμε ὅ,τι μποροῦμε ὥστε οἱ ἄνθρωποί μας νά εἶναι εὐτυχισμένοι, νά ζοῦν εἰρηνικά καί μέ ἀγάπη ὁ ἕνας ἀπέναντι στόν ἄλλο. Ὅταν ὑπάρχει ἕνα πρόβλημα στή βιολογική μας οἰκογένεια, κάνουμε ὅ,τι εἶναι δυνατόν γιά τό λύσουμε. Ἀφιερώνουμε χρόνο καί κόπο γιά νά τό συζητήσουμε μέ τά ἄλλα μέλη της, νά ἐντοπίσουμε τήν αἰτία του, νά τό ἐξομολογηθοῦμε σέ ἀνθρώπους πού ἐμπιστευόμαστε. Συχνά δέν μποροῦμε νά κοιμηθοῦμε, ψάχνοντας γιά λύση, σκεπτόμενοι διαρκῶς τό οἰκογενειακό μας ζήτημα.
Οἰκογένεια, ὅμως, εἶναι καί ἡ Ἐκκλησία καί ἡ συγχώρεση προϋποθέτει ὅτι ὁ ἄλλος ἀπέναντι μας καί μέ τό ὁποῖο μᾶς χωρίζουν οἱ ἁμαρτίες μας, εἶναι ἀδελφός μας καί ἀδελφή μας, μέ κοινό πατέρα τόν Θεό. Ὅπως μᾶς ἀπασχολεῖ ἡ οἰκογένειά μας καί ἡ φροντίδα της, ἡ προκοπή της καί ἡ εὐτυχία της, ἔτσι καί ἀκόμα περισσότερο θά πρέπει νά μᾶς ἀπασχολεῖ ἡ οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ, τῆς ὁποῖα εἴμαστε μέλη. Ἡ οἰκογένειά μας φθείρεται καί δοκιμάζεται ἀπό τίς ἁμαρτίες μας, τῆς προκαλοῦμε κακό, προσβάλλοντας τίς μεταξύ μας σχέσεις, τίς σχέσεις μεταξύ ἀδελφῶν. Δέν ἀντέχεται σέ μιά οἰκογένεια ἡ διατάραξη τῶν προσωπικῶν σχέσεων καί ἡ συγχώρεση τῶν ἁμαρτιῶν μας εἶναι ἡ μόνη λύση. Ἀλλά θά πρέπει νά γνωρίζουμε ὅτι τό κατ’ ἐξοχήν οἰκογενειακό μας πρόβλημα εἶναι οἱ ἁμαρτίες μας, οἱ δικές μας καί τῶν ἄλλων, πού ἀθόρυβα καί ἀδιόρατα φθείρουν τήν ζωή μας, τίς σχέσεις μας μέ τούς ἄλλους καί τελικά καί μέ τόν Θεό. Ἄν δέν νιώθουμε οἰκογένεια, δέν μποροῦμε νά συγχωρέσουμε καί νά συγχωρεθοῦμε, δέν θεωροῦμε τήν συγχώρεση ὡς κάτι θεμελιῶδες, ἐπεῖγον καί ζωτικῆς σημασίας.
Σέ αὐτή, μάλιστα, τήν οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ, ἐνῷ φαίνεται ὅτι ὁ Πατέρας εἶναι ὁ κριτής τῶν πράξεων τῶν παιδιῶν του, αὐτός πού δίνει τίς ἐντολές καί καθορίζει τή λειτουργία της, στήν πραγματικότητα εἶναι τά ἴδια τά παιδιά, δηλαδή οἱ πιστοί, ὁ καθένας ἀπό ἐμᾶς, ἐκεῖνος πού καθορίζει τήν κρίση τοῦ Θεοῦ γιά τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό. Μέ ἄλλα λόγια, ὅλα ἀπό ἐμᾶς ξεκινᾶνε καί ἀπό ἐμᾶς ἐξαρτᾶται το πῶς θά μᾶς κρίνει ὁ Θεός. Ἄν συγχωρήσουμε τούς ἄλλους, ὁ Θεός μέ τήν σειρά του θά μᾶς συγχωρήσει, θά μᾶς κρίνει, δηλαδή, μέ τόν τρόπο πού ἐμεῖς θά ἔχουμε κρίνει τούς ἄλλους. Σάν νά ἀπευθύνεται ὁ Θεός στόν σύγχρονο ἄνθρωπο πού θεωρεῖ τόν ἑαυτό του κέντρο τοῦ κόσμου καί ἱκανό νά κατευθύνει τό μέλλον του, ὁ Κύριος ἀποκαλύπτει ὅτι ἀπό ἐμᾶς ἐξαρτᾶται τό παρόν καί τό μέλλον μας καί μάλιστα ἀπό ἕνα μόνο στοιχεῖο: τήν συγχώρεση τῶν ἀδελφῶν μας, πού εἶναι ὁ μόνος τρόπος νά συγχωρεθοῦν οἱ ἁμαρτίες μας ἀπό τόν Θεό καί νά ἐξασφαλίσουμε μία θέση κοντά του, στήν οὐράνια πολιτεία Του. Στήν οὐσία, ἐμεῖς μέ τήν ἐπιλογή μας νά συγχωρήσουμε ἤ νά μήν συγχωρήσουμε τούς συνανθρώπους μας γιά τίς ἁμαρτίες τους, καθορίζουμε τῆς ἐξέλιξη τῆς δίκης μας τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Ἡ συγχώρεση δέν εἶναι μόνο ἡ πιό σοβαρή οἰκογενειακή μας ὑπόθεση, ἀλλά καί τό καθοριστικό στοιχεῖο τοῦ μέλλοντός μας. Ἡ συγχώρεση τῶν ἄλλων δέν ξεριζώνει μόνο ὅ,τι ἄκαρπο καί κακό ἔχει συνδεθεῖ μέ τήν ὕπαρξή μας μέ σκοπό τήν ἀνεξικακία πού ἐπέδειξε ὁ Χριστός, ἀλλά καί μᾶς φέρνει κοντά μέ τούς ἄλλους, χωρίς τούς ὁποίους δέν μποροῦμε νά ζήσουμε κοντά στόν Θεό.
Θά τό ἔχουμε παρατηρήσει ὅτι ὁ ἄνθρωπος κάθε ἐποχῆς, ἀλλά καί ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά ζήσει μόνος του καί στήν μοναξιά του. Ἀπό τίς μικρές μας ἡλικίες προσπαθοῦμε νά δημιουργήσουμε οἰκογένεια γιά ἐμᾶς καί τά παιδιά μας, φίλους πού θά μᾶς συντροφεύουν στήν ζωή μας, ἀνθρώπους γύρω μας γιά νά ἔχουμε μέ κάποιον νά μιλήσουμε, νά μοιραστοῦμε, νά πάρουμε καί νά δώσουμε κάτι ἀπό τόν ἑαυτό μας. Ἄν μάλιστα γίνουμε ἀκόμα πιό προσεκτικοί παρατηρητές τῆς ἀνθρώπινης πραγματικότητας, θά δοῦμε ὅτι ὅλες οἱ ἀνθρώπινες προσπάθειες κατατείνουν στήν δημιουργία σχέσεων, ἀνθρώπινες σχέσεις μέ ὁποῖο τρόπο καί μέ ὅποια μορφή κανείς μπορεῖ νά φανταστεῖ. Σήμερα, μέ τόν ἑσπερινό τῆς συγχωρήσεως μαθαίνουμε ὅτι ὅλες αὐτές οἱ προσπάθειες χάνουν τήν σημασία τους, γιατί μόνιμες, σταθερές, γόνιμες, πνευματικές καί ἅγιες ἀνθρώπινες σχέσεις μπορεῖ νά δημιουργήσει μόνο ἡ συγχώρεση, γιατί οἱ ἁμαρτίες εἶναι στήν οὐσία ἡ αἰτία πού ἀπομάκρυνε καί συνεχίζει νά ἀπομακρύνει τούς ἀνθρώπους ἀναμεταξύ τους. Ἄν νιώθουμε νά ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τούς ἄλλους ἤ νά ἀπομακρύνονται οἱ ἄλλοι ἀπό ἐμᾶς, θά πρέπει ἀμέσως νά ἀναζητήσουμε τό πρόβλημα στήν ἁμαρτία καί τήν ἐπίλυσή του στήν συγχώρεση. Εἴμασταν ὅλοι μαζί ἕνα γένος πρίν τήν παρακοή τῶν Πρωτοπλάστων καί χωριστήκαμε ὅταν ἀνάμεσά μας μπῆκε ἡ ἁμαρτία. Θά ἔπρεπε νά γίνει ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος καί νά νικήσει τήν δύναμη τῆς ἁμαρτίας ὥστε οἱ ἄνθρωποι νά μπορέσουν νά ξαναγίνουν ἀδέλφια, νά νιώσουν ἀδέλφια, μέ πατέρα τόν Θεό. Εἶναι μεγάλη ἡ δύναμη τῆς ἁμαρτίας πού διαλύει τίς σχέσεις μας. Ἀλλά πολύ μεγαλύτερη εἶναι δύναμη τῆς συγχώρεσης, πού φέρνει ξανά τούς ἀνθρώπους τόν ἕναν κοντά στόν ἄλλον, μαζεύοντας τήν οἰκογένεια, ὅπως τότε πού τήν δημιούργησε ὁ Θεός.
Ἐδῶ φαίνεται τό μυστήριο τῆς οἰκονομίας τους Θεοῦ. Ὅταν συγχωροῦμε τά ἁμαρτήματα ἐκείνων πού μᾶς ἔχουν ἀδικήσει, κάνουμε ὅτι κάνει καί ὁ Θεός μέ τίς δικές μας ἁμαρτίες, στήν πραγματικότητα μοιάζουμε μέ τόν Θεό καί ἔχουμε εἰκόνα του «καθ’ ὁμοίωσιν». Ὁμοίωση μέ τόν Θεό σημαίνει νά πράττουμε τά ἔργα τοῦ Θεοῦ. Ὅταν συγχωροῦμε τίς ἀδικίες τῶν ἄλλων, αὐτό ἀκριβῶς συμβαίνει: μοιάζουμε μέ τόν Θεό, ἀφοῦ καί ὁ Θεός θά πράξει τό ἴδιο, συγχωρῶντας τίς δικές μας ἁμαρτίες ἀπέναντί Του. Δέν φαίνεται νά ὑπάρχει μεγαλύτερη δυνατότητα ὁμοίωσης μέ τόν Θεό ἀπό τήν συγχώρεση ἐκείνων πού ἔχουν κυριευτεῖ ἀπό τήν κακία, ἐκείνων πού μᾶς ἀδικοῦν. Καί ὅταν μοιάζουμε μέ τόν Θεό, τότε διαγράφεται τό χάσμα μεταξύ μας καί προσευχόμαστε ὅλοι μαζί στόν κοινό μας Πατέρα ὁμολογῶντας ὅτι πρῶτος αὐτός ἀνατέλλει τόν ἥλιο σέ δικαίους καί ἀδίκους.
Εἶναι τόσα πολλά τά ἁμαρτήματά μας πού συχνά δυσκολευόμαστε νά τά διαχειριστοῦμε, κάποια τά ὡραιοποιοῦμε, κάποια ἄλλα τά ξεχνᾶμε καί γιά νά ἔχουμε ἥσυχη τή συνείδησή μας τά συνδέουμε μέ κάτι ἔκτακτο, μέ κάποια ἐξαίρεση, κι ὄχι μέ τόν κανόνα τῆς καθημερινότητάς μας. Ἀλλά, ἄν εἴμαστε εἰλικρινεῖς θά ἀναγνωρίσουμε ὅτι συνεχῶς, κάθε ἡμέρα, δέν θά προσευχηθοῦμε ὅπως θέλει ὁ Θεός, δέν θά κάνουμε τίς σκέψεις πού πρέπει γιά τούς ἄλλους, δέν θά κοιτάξουμε τούς ἄλλους μέ τόν τρόπο πού μᾶς κοιτάει ὁ Θεός, δέν θά ἀντέξουμε στόν πειρασμό τῆς κενοδοξίας, δέν θά μιλήσουμε στούς ἄλλους μέ τόν τρόπο πού θέλει ὁ Θεός. Καί ἐνῷ αὐτή εἶναι ἡ κατάστασή μας καί δέν ἀντέχεται νά τήν σκεπτόμαστε κάθε μέρα, ὁ Θεός μᾶς δείχνει ἕνα πολύ εὔκολο δρόμο γιά νά ἀπαλλασσόμαστε ἀπό ὅλα αὐτά τά βάρη τῆς ψυχῆς μας. Καί αὐτός ὁ δρόμος εἶναι ἡ συγχώρεση τῶν παραπτωμάτων ὅσων μᾶς ἀδικοῦν, ὅσων εἶναι κακοί ἀπέναντί μας. Συμβαίνει νά λέμε κατ’ ἰδίαν στόν ἑαυτό μας καί ἄλλοτε καί σέ ἄλλους ὅτι δέν μποροῦμε νά συγχωρήσουμε κάποιους πού, κατά τήν γνώμη μας, μᾶς ἔκαναν πολύ κακό. Τό λάθος μας εἶναι ὅτι ἐκείνη τή στιγμή ξεχνᾶμε τά πολύ περισσότερα καί σοβαρότερα καθημερινά, δικά μας ἁμαρτήματα ἀπέναντι στόν Θεό. Καί, ἐπίσης, ξεχνᾶμε πόσο εὔκολα μποροῦμε νά ἀπαλλαγοῦμε ἀπό αὐτά. Ἡ συγχώρεση τῶν ἄλλων δέν ἀπαιτεῖ κανένα κόπο. Ἀντίθετα, κόπο ἐπιφέρει στή ζωή μας ἡ μνησικακία, ἡ ἄρνηση νά συγχωρήσουμε, γεμίζοντας τήν σκέψη καί τήν ζωή μας μέ λογισμούς καί σχέδια πού νά δικαιολογοῦν τήν ἐπιλογή μας νά παραμείνουμε ἀπέναντι στούς ἄδικους πού δέν θελήσαμε νά γίνουν ἡ οἰκογένειά μας.
Ἔτσι βλέπει τά ἀνθρώπινα ὁ Θεός ἀπό τήν πολύ του ἀγάπη γιά τόν ἄνθρωπο. Ἡ συγχώρεση τῶν ἄλλων εἶναι τό ἄλλο ὄνομα τῆς ἀγάπης. Καί μέ τήν ἀγάπη ὅλοι θέλουμε νά ἔχουμε καλή σχέση, γιατί ἐπιθυμοῦμε νά ἀγαπᾶμε καί νά ἀγαπιόμαστε. Ἀλλά συνηθίζουμε τήν ἀγάπη νά τήν ἐκφράζουμε μόνο σέ ἐκείνους πού μᾶς ἀγαπᾶνε, στούς συγγενεῖς μας, στούς δικοῦς μας ἀνθρώπους. Δέν θεωροῦμε ὅτι ἡ ἀγάπη θά πρέπει νά ἀπευθύνεται στούς ξένους, στούς ἄδικους ἤ ἀκόμα καί στούς ἐχθρούς μας. Ἄλλα ἡ σημερινή μέρα, ἡ συνάντησή μας ἐδῶ σήμερα, μᾶς θυμίζει ὅτι ἡ ἐντολή τῆς ἀγάπης συμπεριλαμβάνει καί τούς ἐχθρούς. Καί ἐπειδή δύσκολα κατανοοῦμε μιά τέτοια ἐντολή, ὁ ἑσπερινός της συγγνώμης καί τῆς συγχώρησης δείχνει τό νόημα τῆς ἐντολῆς τῆς ἀγάπης, πού δεν εἶναι ἄλλο ἀπό τήν συγχώρεση. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ρίζα ὅλων τῶν ἀγαθῶν, ἐκμηδενίζει ὅλα ὅσα στρέφονται ἐναντίον μας, φέρνει τούς ἀνθρώπους κοντά τόν ἕναν στόν ἄλλον. Αὐτό κάνει καί ἡ συγχώρεση. Δέν ἀγαπᾶμε γιατί δέν συγχωροῦμε. Δέν συγχωροῦμε γιατί δέν ἀγαπᾶμε. Ἄν κάποτε νιώθουμε τήν πνευματική θαλπωρή κοντά στόν Θεό εἶναι γιατί συγχωρήσαμε μέ τήν καρδιά μας καί συγχωρεθήκαμε, εἶναι γιατί ἀγαπήσαμε.
Τέτοιες στιγμές, ὅταν συγχωροῦμε ἤ ὅταν εἴμαστε ἀποφασισμένοι νά συγχωρήσουμε – αὐτή τήν ἀποφασιστικότητα δείχνει ἡ παρουσία ὅλων μας ἐδῶ σήμερα – ἀρχίζουμε καί μιμούμαστε, ἔστω καί σέ κάποιο βαθμό, τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Χριστός, σέ ἀντίθεση μέ ἐμᾶς πού ἔχουμε ἀνάγκη τήν συγχώρεση τοῦ Θεοῦ, δέν εἶχε καμία ἀνάγκη καί ἀπό κανέναν, ἀλλά ἀποφάσισε νά πάθει γιά χάρη μας, ἀπό τήν μεγάλη του ἀγάπη γιά ἐμᾶς, γιά νά συγχωρεθοῦν οἱ ἁμαρτίες μας καί νά λυτρωθοῦμε ἀπό τήν καταδίκη στόν θάνατο. Μάλιστα ἡ πορεία μας στήν Μ. Τεσσαρακοστή θά μᾶς ὑπενθυμίσει ὅτι, γιά νά συγχωρεθοῦμε καί νά μπορέσουμε νά γλιτώσουμε ἀπό τόν ἁμαρτία πού μᾶς ἔστελνε κατ’ εὐθεῖαν στόν θάνατο, ὁ Χριστός πέθανε γιά ἐμᾶς, ἔδωσε τήν ἴδια του τή ζωή. Ἐμεῖς, ὅταν συγχωροῦμε, δέν θυσιάζουμε τίποτε ἀπό τόν ἑαυτό μας οὔτε προσφέρουμε κάτι πού θά μᾶς στερήσει τά σημαντικά τῆς ζωῆς μας. Κι ὅμως, ὁ Χριστός, μέ τήν ἄπειρη φιλανθρωπία Του, θεωρεῖ ὅτι Τοῦ μοιάζουμε ὅταν συγχωροῦμε τούς συνανθρώπους μας, ἀκόμη κι ἄν αὐτή ἡ συγχώρηση δέν συνεπάγεται προσωπική ἀπώλεια ἤ θυσία. Πρόκειται γιά ἀσύλληπτη δωρεά τοῦ Θεοῦ πού ἐμεῖς συχνά ἀρνούμαστε νά δεχθοῦμε μέ εὐγνωμοσύνη γιατί δέν ἀγαπᾶμε τόν Θεό. Ὅποιος ἀγαπᾶ τόν Θεό, τό λιγότερο πού ἔχει νά κάνει εἶναι νά συγχωρήσει τά παραπτώματα τῶν ἄλλων ἀνθρώπων ὥστε νά μοιάσει στόν Θεό, πού εἶναι ὁ Πατέρας του καί ὁ Θεός Πατέρας ἀγαπᾶ πολύ τά παιδιά του καί θέλει νά Τοῦ μοιάσουν. Τί πιό φυσικό σέ μιά οἰκογένεια, τί πιό ἀφύσικο νά μήν θέλουμε νά ἀνήκουμε μέ τήν ζωή μας σέ ἕνα τέτοιο περιβάλλον, συγχωρῶντας τούς ἀνθρώπους. Γίναμε παιδιά τοῦ Θεοῦ ἐπειδή συγχωρεθήκαμε ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, παραμένουμε παιδιά τοῦ Θεοῦ στό βαθμό πού συγχωροῦμε κι ἐμεῖς μέ τή σειρά μας τούς ἄλλους γύρω μας, στό βαθμό πού ἀγαπᾶμε του ἀνθρώπους καί κυρίως ἐκείνους πού μᾶς ἀδίκησαν καί μᾶς ἀδικοῦν.
Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὅλοι θέλουμε νά εἴμαστε παιδιά τοῦ Θεοῦ, καί χθές, καί σήμερα, καί αὔριο καί πάντα, ἄν καί γνωρίζουμε ὅτι ἁμαρτάνουμε καί ὅτι θά ἁμαρτάνουμε καί στό μέλλον. Θέλουμε διάρκεια, μονιμότητα, τήν ἴδια τήν αἰωνιότητα στήν σχέση μας μέ τόν Θεό, παρά τά σκαμπανεβάσματα τῆς ζωῆς μας. Ἄν ἔτσι θέλουμε νά μᾶς ἀντιμετωπίζει ὁ Θεός, ἔτσι θά πρέπει νά στεκόμαστε κι ἐμεῖς ἀπέναντι στήν ἐντολή Του γιά συγχώρεση τῶν ἄλλων. Ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Πέτρος πού ἀπευθυνόμενος στό Χριστό καί θέλοντας νά δείξει τήν πνευματική του ἀρετή, δήλωσε μέ τήν μορφή ἐρώτησης ὅτι θά πρέπει νά συγχωροῦμε κάποιον, πιθανότατα, μέχρι ἑπτά φορές. Γιά νά πάρει τήν ἀπάντηση ἀπό τόν Χριστό ὅτι οἱ χριστιανοί, οἱ ἀκόλουθοι τοῦ Χριστοῦ, θά πρέπει νά συγχωροῦν συνεχῶς, χωρίς διακοπή, κατ’ ἐπανάληψη, ὅσες φορές κι ἄν χρειαστεῖ, δηλαδή, ἄπειρες φορές, ὄχι «ἕως ἐπτάκις ἀλλά ἕως ἐβδομηκοντάκις ἑπτά» (Μτ. 18, 22). Καί μέ αὐτή τήν ἐντολή δυσκολευόμαστε. Θεωροῦμε ἐπίτευγμα νά συγχωρήσουμε ὅσους μᾶς ἀδικοῦν ἤ νομίζουμε ὅτι μᾶς ἀδικοῦν, ἀλλά ἄν τά παραπτώματά τους ἐπαναλαμβάνονται νιώθουμε νά χάνουμε τήν ὑπομονή μας καί εἴμαστε ἀποφασισμένοι νά τούς δώσουμε ἕνα γερό μάθημα, διατηρῶντας τήν ἀπόσταση ἤ καί μεγαλώνοντας τά χάσμα ἀναμεταξύ μας. Εἶναι χαρακτηριστική ἡ πεποίθησή μας ὅτι ἡ συγχώρεση πού προσφέρουμε ἔχει καί τά ὅρια της. Ἄν ἔτσι πιστεύουμε, θά πρέπει νά στρέψουμε τό βλέμμα μας στή ζωή τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία θά ξεδιπλωθεῖ μπροστά μας μέ λεπτομέρεια, ὁδηγῶντας μας στά Πάθη καί τήν Ἀνάστασή Του. Ἐκεῖ θά δοῦμε ὅτι ἡ ἀγάπη καί ἡ συγχώρεση τοῦ Χριστοῦ δέν ἔχει ὅρια, καμία ἀνθρώπινη ἐνέργεια δέν μπορεῖ νά τήν περιορίσει, οὔτε καί ἡ ἴδια ἡ ἀπόφαση τῶν ἀνθρώπων νά σταυρώσουν τόν Σωτῆρα τους. Ὁ ἀναμάρτητος καί σωτῆρας Χριστός θά εἶναι ἐκεῖ γιά νά συγχωρέσει του σταυρωτές του. Γιατί, δέν θά ἦταν ὑπερβολή νά ποῦμε, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι συγχώρεση.
Γι’ αὐτό καί ἡ συγχώρεση τῶν ἄλλων χωρίς τέλος καί χωρίς ὅρια, μοιάζει μέ τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Εἶναι σίγουρο ὅτι ὅλοι ἐμεῖς συγκεντρωθήκαμε ἐδῶ σήμερα γιατί θέλουμε νά εἴμαστε, θέλουμε νά γίνουμε πολῖτες τῆς Βασιλείας. Ἀλλά ἔχει σημασία νά γνωρίζουμε τί θέλουμε, τί ἐπιδιώκουμε, μέ τί τέλος πάντων μοιάζει αὐτή ἡ Βασιλεία, τό ὅραμα κάθε χριστιανοῦ. Ὁ Κύριος μᾶς τό ἔδειξε μέ τήν παραβολή ἐκείνου τοῦ βασιλέα πού θέλησε νά ξεκαθαρίσει τούς λογαριασμούς του μέ τούς δούλους τους, μέ ἕναν ἐξ αὐτῶν νά τοῦ χρωστάει ἕνα τεράστιο ποσό, τόσο μεγάλο πού θά ἦταν ἀδύνατο νά τό ἀποπληρώσει ποτέ. Ἡ ποινή τῆς μή ἐπιστροφῆς τῆς ὀφειλῆς ἦταν νά πωληθεῖ ὁ ἴδιος, καί ἡ γυναῖκα του καί τά παιδιά του καί ὅλο τό βιός του. Ἀλλά αὐτός ὁ βασιλιᾶς ἔδειξε τόση φιλανθρωπία ἀπέναντι στόν δοῦλο του, ὥστε συγχώρησε ὅλη τήν ὀφειλή τοῦ μεγάλου ὀφειλέτη μέ μόνο μία προϋπόθεση, νά ἐπιδεικνύει κι ἐκεῖνος τήν ἴδια φιλανθρωπία, συγχωρῶντας τις πολύ μικρότερες ὀφειλές των συνδούλων του. Σύμφωνα μέ τήν παραβολή, ὁ δοῦλος μέ τίς μεγάλες ὀφειλές φάνηκε ἀνίκανος νά ἀνταποκριθεῖ στίς προσδοκίες τοῦ φιλάνθρωπου βασιλιᾶ. Δέν θά πρέπει νά μᾶς κάνει ἐντύπωση ἄν σέ στιγμές περισυλλογῆς καί αὐτοκριτικῆς νιώθουμε νά μοιάζουμε στόν ἀχάριστο δοῦλο. Δέν φαίνεται τότε νά ἀνήκουμε στή βασιλεία πού ὅλοι ποθοῦμε. Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἀνήκει καί ταιριάζει σέ ἐκείνους πού συγχωροῦν τίς πάντα μικρές ὀφειλές τῶν ἀνθρώπων ὅσες φορές κι ἄν αὐτές ἐπαναλαμβάνονται καί γιά τίς ὁποῖες ἐμεῖς πιστεύουμε ὅτι πολύ μᾶς ἀδικοῦν. Ἀληθινά μεγάλες ὀφειλές εἶναι οἱ δικές μας ἀπέναντι στόν Θεό, πού μᾶς τίς συγχωρεῖ χωρίς δεύτερη σκέψη, ὅταν βέβαια ἐμεῖς πρῶτα συγχωρήσουμε τοῦ συνανθρώπους μας.
Ἡ παραβολή τοῦ Χριστοῦ γιά τή βασιλεία ἐκείνων πού συγχωροῦν – γιατί αὐτοί εἶναι οἱ πολῖτες της -, μᾶς θυμίζει ὅτι ὅταν μνησικακοῦμε, ὅταν, δηλαδή, θυμόμαστε καί δέν συγχωροῦμε τό κακό πού οἱ ἄλλοι μᾶς ἔκαναν, εἶναι νά σάν μνησικακοῦμε γιά τόν ἑαυτό μας. Ὅταν δέν συγχωροῦμε, στήν πραγματικότητα δέν συγχωροῦμε τόν ἑαυτό μας, δέν θέλουμε νά συγχωρεθοῦμε. Ὁ τρόπος πού ἀντιμετωπίζουμε τούς ἄλλους, εἶναι ὁ τρόπος πού θά μᾶς κρίνει ἤ πού θά μᾶς δικαιώσει. Ἔτσι ὁ ἄλλος πού μᾶς ἀδικεῖ, γίνεται ἡ ἀφορμή καί τό μέσο, ἄν ἐμεῖς τό θελήσουμε, τῆς δικῆς μας σωτηρίας. Καί τότε, συγχωρῶντας τον, ἀποκτοῦμε μέρος καί τόπο κοντά στό Θεό πού, ὅπως ὑποσχέθηκε, θά συγχωρήσει κι ἐκεῖνος τά παραπτώματά μας. Ἡ ἀπαλλαγή τῶν ἁμαρτημάτων μας ὡς δωρεά τοῦ Θεοῦ ἀλλάζει τήν ὕπαρξή μας καί ἀρχίζουμε νά καταλαβαίνουμε ὅτι τελικά ἡ ἀδικία δέν εἶναι πρός ἐμᾶς, ἀλλά πρός τόν Θεό. Συγχωρῶντας τούς συνανθρώπους μας καταλαβαίνουμε ὅτι οἱ ὀφειλές ὅλων μᾶς εἶναι πρός τόν Θεό καί ὅτι ὁ ἄλλος, οἱ ἄλλοι, δέν εἶναι ἀπειλή γιά ἐμᾶς, ἀλλά δῶρο τοῦ Θεοῦ. Αὐτή εἶναι ἡ σοφία τῆς Πρόνοιας τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός ἐπιτρέπει, ἔστω καί κατά παραχώρηση, τήν ἀδικία στό πρόσωπό μας, ὥστε νά βροῦμε τόν τρόπο νά μοιάσουμε στόν Θεό καί νά εἰσέλθουμε στή βασιλεία Του. Καί μεγαλύτερη εὐλογία δέν ὑπάρχει.
Ἄν αὐτό εἶναι τό νόημα τῆς σημερινῆς μας σύναξης, στόν πρῶτο αὐτό κατανυκτικό ἑσπερινό, τότε μποροῦμε νά φανταστοῦμε τό μέγεθος τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Πρίν κἄν εἰσέλθουμε στή Μ. Σαρακοστή, πρίν πετύχουμε ὁτιδήποτε ἤ ἀσκηθοῦμε μέ ἰδιαίτερο τρόπο, ἡ Ἐκκλησία καί μόνο μέ μία λέξη, τήν συγχώρεση, μᾶς ἀνοίγει διάπλατα τίς πύλες τοῦ Παραδείσου. Μία λέξη μέ τέτοιο βάθος νοημάτων ἀπαιτεῖ ἀπό τόν καθένας μας, καί ἀπό τόν ὁμιλητή, νά σιωπᾶ καί νά συλλογίζεται, ἀντί νά ὁμιλεῖ κουράζοντας τούς ἀδελφούς του. Αὐτό θά κάνουνε, ἀφήνοντας τήν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς νά μᾶς δείξει τόν τρόπο νά γίνουν τά πνευματικά αὐτά νοήματα μέρος τῆς ζωῆς μας καί τώρα, καί στό μέλλον καί πάντοτε. Καλό στάδιο!