Ὅλοι ἀγαπᾶμε τόν τόπο μας, τό χωριό ἤ τήν πόλη ὅπου γεννηθήκαμε καί μεγαλώσαμε καί, ἰδιαίτερα, ὅσοι ἀπό ἐμᾶς ἀπομακρυνθήκαμε μέ τή βία ἀπό τήν ἰδιαίτερη πατρίδα μας θέλουμε ἐναγωνίως, ὅσο ἀκόμα ζοῦμε, νά ἐπιστρέψουμε καί νά συνεχίσουμε τή ζωή μας στόν δικό μας τόπο. Ἄν τόσο πολύ συνδεόμαστε μέ τούς τόπους τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας, πόσο περισσότερο θά ἔπρεπε νά ἐπιθυμοῦμε νά γνωρίσουμε καί νά ἀγαπήσουμε τόν τόπο καί τήν πόλη πού ὁ ἴδιος ὁ Θεός ἐπέλεξε γιά νά κατοικήσει. Ἡ Παναγία, τῆς ὁποίας τήν Κοίμηση ἑορτάζουμε, ἔγινε ὁ τόπος τῆς κατοίκησης τοῦ Θεοῦ, ἡ πόλη τοῦ Θεοῦ, γιά τήν ὀμορφιά καί τή δόξα τῆς ὁποίας ἔχουν μιλήσει ὄχι μόνο οἱ προφῆτες καί οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλά καί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. Δέν λείπουν τά ἐγκώμια γιά τήν Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Αὐτό πού λείπει —καί αὐτό θά ἤθελε ἡ Παναγία μας— εἶναι νά γίνουμε κι ἐμεῖς τόποι ὅπου θά κατοικήσει καί θά ἀναπαυθεῖ ὁ Θεός. Γι’ αὐτό χρειάζεται νά κατανοήσουμε τό χρέος μας ἀπέναντί της.
Ἡ Παναγία ἀφιέρωσε τήν ζωή της στόν Θεό ὑπακούοντας χωρίς ἀντίρρηση στό θέλημά Του. Προσέφερε τήν ψυχή της καί τό σῶμα της στόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ καί Ἐκεῖνος προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση μαζί μέ τίς ἀσθένειές της χωρίς ἁμαρτία καί, παραμένοντας τέλειος Θεός, ἔγινε καί τέλειος ἄνθρωπος, γιά πάντα, στήν αἰωνιότητα. Μαζί μέ τό θεϊκό του θέλημα προσέλαβε καί τό ἀνθρώπινο θέλημα ὥστε τό ἀνθρώπινο θέλημα, τό θέλημά μας νά μπορέσει ξανά νά ὑπακούσει στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, στό θέλημα σύμφωνα μέ τό ὁποῖο μᾶς ἔπλασε καί τοῦ ὁποίου εἴμαστε εἰκόνα. Ἀλλά γιά νά γίνουν ὅλα αὐτά πού ὁδήγησαν καί ὁδηγοῦν στή σωτηρία τούς ἀνθρώπους, σέ μιά αἰώνια ζωή μαζί μέ τόν Χριστό, ἡ Παρθένος Μαρία ἔπρεπε νά ἀγωνιστεῖ τόν πνευματικό ἀγῶνα πού κάνει τόν Θεό ἄνθρωπο ὥστε οἱ ἄνθρωποι νά γίνουν θεοί κατά χάρη.
Ἡ Παναγία εἶχε πολύ εὐσεβεῖς γονεῖς, τόν Ἰωακείμ καί τήν Ἄννα, πού δέν εἶχαν τίποτα ἄλλο στό μυαλό τους ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό, παρά τή δοκιμασία τῆς στειρότητας. Καλλιεργοῦσαν τίς ἀρετές καί εἶχαν τόν νοῦ τους στόν Θεό, ὄχι γιά νά ἀποκτήσουν τό παιδί πού τούς ἔλλειπε, ἄλλωστε ἦταν σέ προχωρημένη ἡλικία καί κάθε παρόμοια σκέψη εἶχε πρό πολλοῦ πάψει νά τούς ἀπασχολεῖ, ἀλλά γιατί ἀγαποῦσαν τόν Θεό. Ὅλη ἡ ζωή τους ἦταν στραμμένη πρός τόν Θεό σέ τέτοιο βαθμό ὥστε ὁ ἀσώματος Θεός νά κατοικεῖ νοερά μέσα τους γιατί κανένα ἀπό τά ποικίλα ἀγαθά τοῦ κόσμου δέν ἦταν ἱκανό νά προσελκύσει τήν προσοχή τους καί νά διεκδικήσει τόν δικό του τόπο στήν ὕπαρξή τους. Καί ὁ Θεός πού ἀνταποκρίνεται ὅταν καί ὅπως αὐτός θέλει στούς πιστούς πού ἄδολα τόν ἀκολουθοῦν καί γίνονται χῶρος τῆς παρουσίας Του, δώρισε σέ αὐτό τό εὐλογημένο ζευγάρι μία κόρη, ὅμοια με τήν ὁποία δέν εἶχε γεννηθεῖ στό παρελθόν οὔτε ἐπρόκειτο νά γεννηθεῖ στό μέλλον. Οἱ γονεῖς της, ὡς γονεῖς πού ἐνδιαφέρονται νά μεγαλώσουν τά παιδιά τους σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί τήν κλήση τοῦ Θεοῦ γιά κάθε ἄνθρωπο, καί ὄχι σύμφωνα μέ τούς δικούς τους σκοπούς ἤ τίς τάσεις πού κάθε φορά κυριαρχοῦν στίς ἀνθρώπινες κοινωνίες, ἀφιερώνουν τήν κόρη τους στόν Θεό. Θέλουν νά ὑπηρετήσουν τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ καί ὄχι κάποια ἄλλα σχέδια. Καί ἡ Παναγία θά εἰσέλθει στόν Ναό καί θά ζήσει μέσα σέ αὐτόν γιά πολλά χρόνια ὥστε νά προετοιμαστεῖ γιά τό ἔργο της Ἐνανθρωπήσεως, μέχρι νά τήν ἀναλάβει ὑπό τήν προστασία της ὁ δίκαιος Ἰωσήφ καί νά προχωρήσει πρός τήν ἐκπλήρωση τοῦ σχεδίου τοῦ Θεοῦ γενόμενη τόπος τῆς γέννησης τοῦ Θεανθρώπου. Ἔτσι θά γίνει ἡ Θεοτόκος ἡ μόνη ἄξια μακαρισμοῦ καί ἐγκωμίων, ἡ μόνη γιά τήν ὁποία ἀξίζουν τιμές καί θαυμασμός. Τό πρόσωπο τῆς Παναγίας καί οἱ τιμές πού τῆς ἀποδίδονται δείχνουν σέ ὅλους μας ὅτι τιμές ἀξίζουν πραγματικά μόνο σέ ὅσους ὑπηρετοῦν τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ καί στό βαθμό πού ἐκπληρώνουν μέ τή ζωή τους τό θέλημά Του. Ἄν τιμοῦμε πραγματικά τήν Παναγία τέτοιου εἴδους τιμές καί μόνο θά πρέπει νά ἑλκύουν τήν προσοχή μας, τιμές πού δίκαια ἀποδίδονται σέ ὅσους γίνονται τόποι τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ.
Ὅσοι γίνονται πόλη καί τόπος κατοικίας τοῦ Θεοῦ κατά ἕνα θαυμαστό τρόπο γίνονται καί τόποι σύναξης τῶν ὑπολοίπων ἀνθρώπων. Ἡ Παναγία γίνεται μητέρα τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος δημιουργεῖ καί διακρατεῖ στά χέρια ὁλόκληρη τήν ἀνθρωπότητα σέ ὅλη τήν ἔκταση τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας. Καί ταυτόχρονα γίνεται τό πρόσωπο, ὁ τόπος πού οἱ ἄνθρωποι, ὅπως ἐμεῖς, μαζευόμαστε γύρω της γιά νά τήν ἀκολουθήσουμε στόν τρόπο τῆς ζωῆς της καί στόν κόσμο αὐτό, ἀλλά καί στόν μέλλοντα αἰῶνα πού πορεύεται μέ τήν μετάστασή της. Αὐτό εἶναι ἕνα σπουδαῖο χαρακτηριστικό τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. Πλημμυρίζει τούς ἀνθρώπους πού εἶναι ἀποφασισμένοι νά φέρουν τόν Θεό μέσα τους – αὐτό ἄλλωστε συμβαίνει μέ κάθε πιστό πού ἀρχίζει καί μοιάζει ὅλο καί περισσότερο στόν Θεό – καί αὐτή ἡ πλημμυρίδα διαχέεται καί καταλαμβάνει κάθε καρδιά πού εἶναι διατεθειμένη καί ἕτοιμη νά γίνει κι αὐτή τόπος τῆς θεϊκῆς παρουσίας.
Ἕνας τέτοιος τόπος δέν μοιάζει μέ τούς ἐπίγειους τόπους στούς ὁποίους οἱ ἄνθρωποι ἐπιλέγουν νά ζήσουν κατά τή διάρκεια τῆς ζωῆς τους στόν κόσμο αὐτό. Ἡ Παναγία ἔγινε ὁ τόπος, ἡ πόλη τοῦ Θεοῦ καί τότε καί πάντοτε καί αὐτό τό καταλαβαίνουμε ἀκόμα κι ἄν δέν τό συνειδητοποιοῦμε. Τιμοῦμε τήν κοίμηση τῆς Παναγίας, τή μετάβασή της ἀπό τόν παρόντα στόν μέλλοντα αἰῶνα καί γιορτάζουμε μέ λαμπρότητα. Ἀποχωριζόμαστε τήν Μητέρα μας καί Μητέρα τοῦ Κυρίου μας καί δέν νιώθουμε λύπη, ἀλλά χαρά, γιατί ὁ θάνατος της γίνεται τό πέρασμα πού μεταφέρει τόν ἐπίγειο τόπο τοῦ Θεοῦ στήν οὐράνια Βασιλεία Του. Καί μαζί μέ αὐτήν μεταφέρει καί ὅλους ἐμᾶς, στόν βαθμό πού τιμοῦμε τήν Παναγία, γιά νά γίνουμε κι ἐμεῖς μικρές πόλεις τοῦ Θεοῦ μέ τήν ἀγάπη μας πρός τόν Κύριο καί τώρα καί μετά τήν ὁλοκλήρωση τῆς παρουσίας μας στή γῆ.
Ἐκεῖνοι πού βρίσκονται κοντά στήν Παναγία καί τήν συνοδεύουν στήν Κοίμησή της εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι πού εἴτε εἶδαν μέ τά μάτια τους εἴτε κήρυτταν μέ τόν λόγο τους καί μέ τίς πράξεις τους τόν Υἱό τῆς Θεοτόκου, οἱ δίκαιοι, οἱ προφῆτες, οἱ ἀπόστολοι. Ἡ Παναγία γέννησε τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ ὡς ἄνθρωπο καί ὅσοι θέλουν νά τήν τιμοῦν, νά τήν προσεγγίζουν καί νά ζητοῦν τίς πρεσβεῖες της, θά πρέπει κι αὐτοί μέ τή ζωή τους νά ἐπιδεικνύουν τήν ζωντανή τους σχέση μέ τόν Θεό, μιά σχέση πού ταυτίζεται μέ τό κήρυγμα τοῦ Λόγου, τόν ἔμπρακτο λόγο πού ὅλοι οἱ πιστοί καλοῦνται νά «ἀποπνέουν» μέ τήν καθημερινότητά τους. Δέν εἶναι ἄλλη ἡ ἐπίδειξη τιμῶν πρός τήν Παναγία κατά τήν ἑορτή τῆς Κοιμήσεώς της καί ἄλλη ἡ μορφή τῆς ζωῆς μας τίς ὑπόλοιπες μέρες. Πολύ περισσότερο δέν εἶναι ἄλλο πρᾶγμα τά αἰτήματά μας πρός τήν Θεοτόκο καί ἄλλο ἡ σχέση μας μέ τόν μονογενῆ Υἱό της. Ἐκεῖνοι πού πλησιάζουν τήν Παναγία καί στέκονται ὁλόγυρά της κατά τήν Κοίμηση, δέν τήν πλησιάζουν γιά νά ἔχουν ἕναν ἰσχυρό σύμμαχο στή ζωή τους, γιά νά πετύχουν τούς στόχους τους καί γιά νά ἀντιμετωπίσουν μέ ἐπιτυχία τίς δυσκολίες τῆς ζωῆς. Ἡ συνήθης πρακτική τῶν ἀνθρώπων νά θέλουν νά βρίσκονται κοντά, δίπλα σέ ἐκείνους πού ἔχουν δύναμη, κῦρος, δημοτικότητα δέν ταιριάζει στό χαρακτῆρα τῆς Ἐκκλησίας καί ἰδιαίτερα στό πρόσωπο τῆς Παναγίας.
Ἡ Παναγία, μέ τήν ἐκδημίας της, θέλει νά πάει ἐκεῖ πού εἶναι ὁ Υἱός καί Θεός της, ὅπως πρῶτος Ἐκεῖνος, χωρίς νά χωριστεῖ ἀπό τόν Πατέρα, ἦρθε κοντά της καί κατοίκησε μέσα της. Ἡ Θεοτόκος πηγαίνει ἐκεῖ πού εἶναι ὁ Κύριος προσκαλώντας τον νά φέρει ξανά τήν κατοικία του μέσα της. Θέλει νά εἶναι ἐκεῖ πού εἶναι ὁ Θεός ὥστε νά ἐπιβεβαιώνεται συνεχῶς ὅτι εἶναι τόπος καί πόλη τοῦ Θεοῦ μέ πολῖτες ὅλους ἐκείνους πού τή θεωροῦν μητέρα τους. Τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἔχει ἐνώπιον της ἡ Παναγία, καί μέσα της καί κατά τήν ἀναχώρησή της ἀπό τόν κόσμο, ὥστε νά μήν εἶναι μόνο μητέρα τῆς ζωῆς, ἀλλά καί μεσίτρια γιά τήν ζωή ὅλων τῶν ἀνθρώπων, καί μέ τήν ψυχή, ἀλλά καί μέ τό σῶμα της, πού πρίν τήν κοίμησή της εἶναι πιά «πνευματικό σῶμα», μέ τό Πνεῦμα νά ἔχει κατασκηνώσει μέσα του μεταθέτοντας τούς νόμους τῆς φύσης καί τήν φθορά τοῦ θανάτου. Ἔτσι ἀποκαλύπτεται ἡ ἀδυναμία τοῦ θανάτου ἀπέναντι στό ἀνθρώπινο σῶμα πού ἔχει γίνει κατοικία τοῦ Θεοῦ.
Ἀλλά οἱ πρεσβεῖες, οἱ προσευχές πού ἀπευθύνουμε πρός τήν Παναγία, δέν λειτουργοῦν ἀνεξάρτητα ἀπό τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο θέλουμε, τίς συγκεκριμένες μας ἐπιλογές πού ἄλλες μᾶς φέρνουν πιό κοντά στόν Θεό καί ἄλλες μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπό αὐτόν. Οἱ προσευχές της γιά ἐμᾶς, καί τό γνωρίζει καλύτερα ἡ ἴδια καί θά πρέπει νά τό γνωρίζουμε κι ἐμεῖς, ἐξαρτῶνται ἀπό τήν ἐπιλογή μας, ἀπό τή θέλησή μας μέ τά ἔργα μας νά πλησιάσουμε καί νά γίνουμε ἕνα μέ τόν Υἱό της δημιουργῶντας, ὅπως καί ἐκείνη, μέσα μας τόν τόπο κατοικίας τοῦ Πνεύματος. Οἱ πρεσβεῖες τῆς Παναγίας μέ τήν παρρησία της ἐνώπιον τοῦ Υἱοῦ της μποροῦν νά μᾶς σώσουν, ἄν κι ἐμεῖς τό ζητοῦμε μέ τίς πράξεις μας. Καί ἄν ὅλα αὐτά τά κάνουμε καί νιώθουμε ὅτι ὁ Θεός ἔχει ἄλλα σχέδια γιά τή ζωή μας, πάλι οἱ πρεσβεῖες της θά μᾶς δώσουν τή δύναμη νά ἀντιμετωπίσουμε τίς προκλήσεις τῆς ζωῆς. Ἀκοῦμε συχνά στίς ἀκολουθίες, γιατί αὐτό στήν οὐσία ζητᾶμε, οἱ πρεσβεῖες της νά ταυτίζονται μέ τό αἴτημα γιά τή σωτηρία μας. Γιά νά εἴμαστε εἰλικρινεῖς, ἡ Παναγία θέλει νά τῆς ζητᾶμε νά πρεσβεύει γιά τή σωτηρία μας. Ὅλα τά ἄλλα πού ζητᾶμε καί ἀφοροῦν ποικίλες ἀνάγκες καί ἐπιθυμίες θά πρέπει νά ταιριάζουν μέ τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία μας. Καί ὅταν αὐτό συμβαίνει εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ὅλα τά αἰτήματά μας ἔχουν ἤδη ἱκανοποιηθεῖ καί μέ τόν καλύτερο τρόπο. Ἄν πραγματικά τιμᾶμε τήν Παναγία μας καί τήν θεωροῦμε ὡς τήν πραγματική μας μητέρα, θά πρέπει καί γιά ἐμᾶς ἡ κύρια μέριμνά μας νά εἶναι ἡ ζωή μας νά φέρνει μέσα μας καί γύρω μας τόν ἴδιο τόν Θεό ὥστε ὅλοι καί ὅλα τά ὑπόλοιπα τῆς ζωῆς μας νά γίνονται ὁ δρόμος πού ὁδηγεῖ στόν Κύριο, τόν Υἱό της. Ὅπως περνάει ἡ κληρονομιά ἀπό τούς γονεῖς στά παιδιά, ἔτσι νά περάσει καί ἡ ἀγάπη γιά τόν Θεό ἀπό τή μητέρα μας σέ ὅλους ἐμᾶς πού προσκυνοῦμε τήν εἰκόνα της καί θέλουμε νά ἀποκαλούμαστε παιδιά της.
Καί σάν παιδιά της θά πρέπει νά τήν τιμοῦμε γιά νά τήν μιμηθοῦμε ὥστε νά μποροῦμε κι ἐμεῖς, ὅπως κι ἐκείνη, νά θέλουμε νά γίνεται τό θέλημα τοῦ Θεοῦ στή ζωή μας, παρά τίς δυσκολίες τοῦ περιβάλλοντός μας, τίς ἀντιλήψεις τοῦ πολιτισμοῦ μας, τήν πεποίθηση πολλῶν ὅτι ἡ μοναδική ἀλήθεια γιά τόν καθένα βρίσκεται στό ἀτομικό του θέλημα. Ἡ ζωή τῆς Παναγίας εἶναι ἡ καλύτερη ἀπόδειξη ὅτι κανείς καί τίποτα δέν μπορεῖ νά μᾶς ἐμποδίσει νά φέρουμε τον Θεό μέσα στή ζωή μας καί στή ζωή τῶν ἀνθρώπων γύρω μας. Κι αὐτό ἀκριβῶς συμβαίνει ὅταν εἰλικρινά τιμοῦμε τήν μητέρα τοῦ Θεοῦ καί τό θέλημά μας γίνεται ἕνα μέ τό δικό της, ὥστε νά ἀποκτήσουμε, ὅπως ἐκείνη, κοινό θέλημα μέ τόν Θεό, σάν νά μήν ὑπάρχει κάτι ἄλλο πού νά ἐπιθυμοῦμε ἀπό τό νά γίνουμε κι ἐμεῖς τόπος φανέρωσης τοῦ Θεοῦ, μέσα μας καί γύρω μας, ὅπως ἀκριβῶς συνέβη καί μέ τήν Παναγία.