Γιορτάζουμε τήν ἑορτή τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Χριστοῦ στούς Οὐρανούς, δηλαδή τή μετάβαση τῆς ἀνθρώπινης φύσης ἀπό τή γῆ στόν Οὐρανό. Μέχρι τώρα γνωρίζαμε τήν ἀνθρώπινη φύση στήν πτώση της, σέ μιά κατάσταση μακριά ἀπό τόν Θεό, καταδικασμένη στή φθορά καί τόν θάνατο, ἐνῶ τώρα μαθαίνουμε ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση μας, στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ὄχι μόνο ἀναστήθηκε ἀπό τόν θάνατο, ἀλλά καί μεταφέρθηκε στόν τόπο τοῦ οὐράνιου Πατέρα. Ὑπάρχουν κι ἄλλες βιβλικές ἱστορίες ἀνάληψης ἀνθρώπων, ὅπως ἡ ἀνάληψη τοῦ προφήτη Ἰερεμία ἀπό τό Πνεῦμα, ἡ ἀνάληψη τοῦ προφήτη Ἀββακούμ ἀπό τόν Ἄγγελο καί ἡ πολύ γνωστή σέ ὅλους μας ἀνάληψη τοῦ Προφήτη Ἠλία πάνω σέ πύρινο ἅρμα. Ἀλλά ἡ ἀνάληψη τοῦ Κυρίου εἶναι αὐτή πού γιορτάζουμε γιατί συνδέεται καί μέ τή δική μας ἀνάληψη, τῆς φύσης μας, πού θά βρεθεῖ δίπλα στόν Θεό, ἀλλά καί μέ τή δυνατότητα «ἀνάληψής» μας κοντά στόν Θεό καθημερινά καί γιά ὅσο θά βρισκόμαστε στόν κόσμο αὐτό.
Ὁ Χριστός ἀνεβαίνει στούς Οὐρανούς γιά νά ἑλκύσει καί ἐμᾶς κοντά Του, σάν νά μᾶς δείχνει ὅτι ὁ τρόπος πού εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Χριστός εἶναι ἀντίθετος ἀπό τόν τρόπο τῆς ζωῆς στόν ὁποῖο ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ἀναγνωρίζει τόν ἑαυτό του. Ὁλόκληρη ἡ ζωή τῶν σύγχρονων ἀνθρώπων εἶναι μιά προσπάθεια γιά ὅλο καί μεγαλύτερο δέσιμο μέ τή γῆ. Χτίζοντας ὅλο καί μεγαλύτερα καί ὀμορφότερα σπίτια, δημιουργῶντας ὅλο καί πιό ἐκτεταμένη περιουσία, ἐπιδιώκοντας ὅλο καί ὑψηλότερους τίτλους καί τιμές, ἱκανοποιῶντας ὅλο καί πιό ἐξεζητημένες ἐπιθυμίες καί ἡδονές. Βλέποντας οἱ μαθητές τόν ἴδιο τόν Κύριο νά ἀνέρχεται στούς Οὐρανούς, μαθαίνουν πρός τά ποῦ πρέπει κανείς νά κατευθύνεται ἀπελευθερωμένος ἀπό τόν κόσμο. Ἀλλά δέν εἶναι σίγουρο ὅτι θέλουμε μιά τέτοια ἀποδέσμευση ζῶντας μέσα σέ ἕναν κόσμο πού μᾶς ἔχει πείσει νά δεθοῦμε μαζί του ὅσο πιό στενά γίνεται.
Βλέπουμε τήν εἰκόνα τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου καί νιώθουμε μέσα μας αὐτό πού πραγματικά σημαίνει ἀποδέσμευση ἀπό τόν κόσμο. Ὁ Χριστός ἀνέρχεται χωριζόμενος οἰκειοθελῶς ἀπό τούς πιό δικούς του ἀνθρώπους. Αὐτός εἶναι ὁ τρόπος νά εἶναι ὁ Θεός ὡς ἄνθρωπος, νά εἶναι τόσο κοντά στόν ἄνθρωπο, ἀναλαμβάνοντας τήν ἴδιά του τή φύση, ἀλλά καί ταυτόχρονα ἐλεύθερος ἀπό τίς ἀνθρώπινες σχέσεις ὥστε νά γίνουν σχέσεις μέ τόν Θεό. Ἀκόμα κι ὅταν καταφέρουμε νά λύσουμε τά δεσμά μας μέ τόν ὑλικό κόσμο καί τά ἀγαθά του, φαντάζει ἀδύνατον νά θελήσουμε ἐλεύθερα νά χωριστοῦμε ἀπό τά ἀγαπημένα μας πρόσωπα. Φυσικά οὔτε κι ἐκεῖνα θά μποροῦσαν ποτέ νά δεχθοῦν ἕναν τέτοιο χωρισμό. Εἶναι κοινή μας ἡ μοῖρα. Ὡστόσο ἡ γιορτή τῆς Ἀναλήψεως μᾶς διδάσκει τήν ἐλευθερία ἀκόμα καί ἀπό τά πρόσωπα πού μᾶς ἀγαποῦν γιά νά τούς ἀγαπήσουμε κατά τόν τρόπο πού ἀγαπάει ὁ Θεός. Ἄν ἐγώ δέν ἀνέβω στόν Πατέρα μου, λέει ὁ Χριστός στούς μαθητές Του, τότε καί ὁ Παράκλητος δέν θά ἔρθει στή ζωή σας. Ὅταν ἀγαπᾶμε τούς ἄλλους, πρέπει νά τούς ἀγαπᾶμε κατά τρόπο πού νά τούς ἐπισκέπτεται τό Πνεῦμα στρεφόμενοι πρός τόν Θεό καί ὄχι κατά τρόπο πού νά στρέφονται πρός ἐμᾶς προσκολλώμενοι στό πρόσωπό μας. Κι ὅλα αὐτά γίνονται ὅταν ὁ ἕνας μέ τόν ἄλλο εἴμαστε συγκεντρωμένοι στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, στήν προσευχή, στή λατρεία, στή φροντίδα τῶν συνανθρώπων μας, στήν ἀγάπη ἀνάμεσά μας. Ἄν αὐτή εἶναι ἡ ἀγάπη πού ὁ Χριστός δίδαξε στούς ἀνθρώπους, τότε γίνεται μιά ἀγάπη πού μᾶς ἀναλαμβάνει πρός τόν Θεό.
Ἡ κατανόηση αὐτῆς τῆς ἀγάπης ἔχει τήν ἀφετηρία της στόν τάφο τοῦ Χριστοῦ. Ἔχει πιά ὁλοκληρωθεῖ τό ἐπίγειο ἔργο τοῦ Κυρίου ἤ, καλύτερα, ὁλοκληρώνοντας ὁ Χριστός τό ἔργο του στή γῆ, κατέρχεται στόν Ἅδη γιά νά ἐξέλθει καί ἀπό ἐκεῖ νικητής, καταλύοντας τήν ἰσχύ τοῦ θανάτου. Ἡ εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως δείχνει πώς οἱ ἄνθρωποι, μέ πρώτους τόν Ἀδάμ καί τήν Εὔα, ἐξέρχονται τοῦ τάφου καί τοῦ θανάτου μετέχοντας στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλά ἡ εἰκόνα αὐτή ἔχει τή συνέχειά της, τήν εἰκόνα τῆς Ἀναλήψεως, ὅπου ἡ νίκη τοῦ θανάτου ὁλοκληρώνεται μέ τήν ἄνοδο τοῦ ἀνθρώπου ἀκόμα πιό ψηλά, στούς Οὐρανούς, δίπλα στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Ἡ θεολογία τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναλήψεως τονίζει ἰδιαίτερα τό γεγονός ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ παίρνει τή θέση στά δεξιά τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Νιώθουμε σίγουρα εὐλογημένοι ἀπό αὐτή τήν ἐξέλιξη, ἀλλά δέν μποροῦμε νά παραγνωρίσουμε ὅτι τά ἀγαπημένα μας πρόσωπα χωρίς σταματημό φεύγουν ἀπό κοντά μας βυθίζοντάς μας στή θλίψη, ἄν καί προσπαθοῦμε νά κάνουμε πνευματικές σκέψεις ἐλπίζοντας στήν προσδοκώμενη ἀνάσταση τῶν νεκρῶν.
Ἡ γιορτή τῆς Ἀναλήψεως μᾶς βοηθάει σέ αὐτή τήν προσπάθεια, γιατί σίγουρα δέν μᾶς ἀρκεῖ ὅτι ἡ ἀνθρώπινη φύση εἶναι πιά τόσο τιμημένη ὥστε νά βρίσκεται κοντά στόν Θεό. Θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι ὁ Χριστός μέ θλίψη ἀφήνει πίσω του τούς ἀγαπημένους του μαθητές καί ἐκεῖνοι μέ τή σειρά τους δέν θέλουν νά φύγει ἀπό κοντά τους ὁ διδάσκαλος, ὁ Κύριός τους, Ἐκεῖνος χάρις στόν ὁποῖο τά ἄφησαν ὅλα γιά νά τόν ἀκολουθήσουν στό μεσσιανικό Του ἔργο. Μέ ἐσωτερική ὀδύνη τόν ἀποχαιρετοῦν καθώς δέν πιστεύουν αὐτό πού τούς συμβαίνει. Θά χρειαστεῖ ἡ παρουσία τῶν δύο ἀγγέλων γιά νά τούς παρηγορήσουν στήν ἀπόγνωσή τους ὑπενθυμίζοντάς τους ὅτι ὁ ἀποχωρισμός τους ἀπό τόν Χριστό δέν θά εἶναι μόνιμος ἀφοῦ πρόκειται νά ἔρθει ξανά κοντά τους μέσα στή δόξα Του. Αὐτή πρέπει νά εἶναι ἡ ἐξέλιξη τῆς ἱστορίας τους γιατί ἔτσι ὁ Θεός, τό Ἅγιο Πνεῦμα θά τούς ἐπισκεφτεῖ καί θά μείνει γιά πάντα μαζί τους.
Ὅταν ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι ἀποχαιρετοῦμε ἕνα ἀγαπημένο μας πρόσωπο, ἰδιαίτερα τό πιό ἀγαπημένο μας πρόσωπο, δέν κάνουμε παρόμοιες σκέψεις. Δέν μποροῦμε νά δοῦμε αὐτό πού δέν ἔβλεπαν καί οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ τότε, κατά τήν Ἀνάληψή του. Ἀλλά οἱ μαθητές Του δέν γνώριζαν ὅτι ὁ θάνατος καί τελικά ὁ ὁριστικός ἀποχωρισμός μέ τό βλέμμα στόν Θεό, στέλνει τόν ἴδιο τόν Θεό στή ζωή μας. Ἀποχαιρετοῦμε ἕναν δικό μας ἄνθρωπο καί τώρα πού γνωρίζουμε, μποροῦμε νά βλέπουμε στόν θάνατό του τήν ἐπιβεβαίωση τῆς πίστης μας στόν Ἀναστημένο Χριστό. Κάθε θάνατος, κάθε τάφος μπορεῖ νά γίνει μαρτυρία τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ. Στόν ἀνθρώπινο ἀποχωρισμό τοῦ θανάτου δοκιμάζεται ἡ πίστη μας στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποία πάντα ἑορτάζουμε το Πάσχα μέ ἔνταση καί ἐνθουσιασμό. Καί ἄν ὁ χωρισμός εἶναι πού μᾶς θλίβει, γιατί εἴμαστε πεπεισμένοι ὅτι δέν μποροῦμε νά ζήσουμε χωρίς τόν ἄνθρωπό μας, τότε μποροῦμε νά φέρουμε στή σκέψη μας τήν Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ, ὅταν ὁ Κύριος ἔπεισε τούς μαθητές ὅτι ἔτσι θά εἶναι καλύτερα καί γιά αὐτούς καί γιά ὁλόκληρο τόν κόσμο νά φύγει ἀπό κοντά τους. Μέσα στή θλίψη μας θά πρέπει νά θυμόμαστε καί τήν ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς πού εἶναι ἡ ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ στόν ἀποχωρισμό ἀπό τά προσφιλῆ μας πρόσωπα. Ὅσοι δέν δέχονται τόν χωρισμό τοῦ θανάτου, δέν μποροῦν καί νά δεχθοῦν τή χάρη τοῦ Θεοῦ πού θά τούς ἐπισκεφτεῖ ὡς ἀποτέλεσμα τῆς πίστης στήν Ἀνάσταση καί τῆς πνευματικῆς προσδοκίας γιά ἕνωση μέ τόν Θεό, μέσῳ καί τῶν ἀνθρώπων πού θά φύγουν κάποια στιγμή ἀπό κοντά μας.
Συχνά ἐπαναλαμβάνουνε ὅτι ἡ σωτηρία μας καί ἡ ἕνωσή μας μέ τόν Θεό περνᾶ μέσα ἀπό τήν ἀγάπη μας πρός τόν συνάνθρωπο. Αὐτή ἡ ἀγάπη, ἄν μπορεῖ κανείς νά τήν περιγράψει, εἶναι ἡ ἀγάπη μέ τήν ὁποία ἀποχαιρετοῦμε τούς ἀνθρώπους τῆς καρδιᾶς μας γιά νά προχωρήσουμε ἀκόμα πιό κοντά στόν Θεό. Ὅταν ὁ ἄπιστος Θωμᾶς θά ὁμολογήσει τήν πίστη του στόν Κύριό του καί στόν Θεό του ὁ Χριστός θά τοῦ πεῖ ὅτι εἶναι μακάριοι ἐκεῖνοι πού δέν θά βλέπουν, ἀλλά θά πιστεύουν. Ἀκοῦμε αὐτό τόν συγκλονιστικό λόγο τοῦ Κυρίου, ἀλλά δέν περνᾶ ἀπό τό μυαλό μας ἡ πιθανότητα νά ἀφορᾶ τή ζωή μας συνεχῶς καί μάλιστα στίς πιό τραγικές της στιγμές. Εἶναι χριστιανικό νά ἀποχαιρετοῦμε τούς δικούς μας ἀνθρώπους, νά μήν βλέπουμε πιά μπροστά μας καί δίπλα μας τίς ἔνσαρκες παρουσίες τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ – οἱ ἄνθρωποι πού μᾶς περιβάλλουν μέ ἀγάπη εἶναι οἱ κορυφαῖες δωρεές Του στή ζωή μας -, ἀλλά ἐμεῖς θά πρέπει νά θυμόμαστε τήν Ἀνάσταση, νά ζοῦμε κάτι ἀπό τήν Ἀνάληψη καί τόν ἀποχωρισμό τοῦ Χριστοῦ ἀπό τούς μαθητές Του καί νά προσδοκοῦμε μέ σιγουριά τήν ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ στή ζωή μας. Γιά νά καταλάβουμε, ἔτσι, μέσα στήν ἴδια μας τή ζωή, τή δύναμη τῆς ἀνάστασης, τή δυναμική τοῦ ἀποχωρισμοῦ καί συνάμα τό μυστήριο τῆς ἔλευσης τοῦ Πνεύματος στή ζωή μας.
Ὅπως ὁ Χριστός ἀναλαμβάνεται στούς Οὐρανούς γιά νά ἐπιστρέψει ἡ ἀνθρώπινη φύση κοντά στόν Θεό, ἀπό τόν ὁποῖο μέ δική μας ἀπόφαση φύγαμε μακριά Του, ἔτσι καί οἱ ἄνθρωποι, οἱ δικοί μας οἱ ἄνθρωποι καί φυσικά καί ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, ἀποχωροῦμε ἀπό τόν κόσμο καί ἀπό ὅλους τούς δεσμούς πού μᾶς συνδέουν μαζί του, γιά νά πᾶμε κοντά στόν Θεό. Κάτι ἀντίστοιχο συμβαίνει ἤ πρέπει νά συμβαίνει καί μέ ὅσους μένουν πίσω, καθώς ὁ ἀποχωρισμός ἀπό τούς ἀγαπημένους γίνεται φιλανθρωπία ὅταν καταλήγει στήν ἐπιστροφή μας κοντά στόν Θεό. Αὐτός εἶναι ὁ σκοπός τοῦ θανάτου κι ὄχι ἡ χρήση του γιά νά δικαιολογηθεῖ ἡ ἀπιστία μας καί ἡ περιφρόνησή μας πρός τόν Θεό.
Κι ἄν τονίστηκε ἰδιαίτερα ὁ ἀποχωρισμός μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, δέν εἶναι γιά τά πνευματικά πράγματα λιγότερο σημαντικός καί ὁ ἀποχωρισμός καί ἡ ὁριστική ἀποδέσμευση ἀπό ὅλα ἐκεῖνα πού μᾶς κρατοῦν δέσμιους στή γῆ. Ἡ ἀνάληψη τοῦ καθενός μας δέν χρειάζεται νά περιμένει τήν ἔλευση τοῦ θανάτου, δέν εἶναι ὁ θάνατος πού μᾶς φέρνει κοντά στόν Θεό. Γιά νά γίνεται ὁ θάνατος τό πέρασμα στήν αἰωνιότητα κοντά στόν Θεό, θά πρέπει ἀπό τώρα πού ἡ πορεία τῆς ζωῆς μας εἶναι στά χέρια τῆς ἐλευθερίας μας, νά ἐπιδιώξουμε τόν «ἀποχωρισμό» ἀπό πρόσωπα καί πράγματα πού θά μᾶς φέρνει ὅλο καί πιό κοντά στόν θρόνο τοῦ Θεοῦ. Τό παράδειγμά μας εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς. Πρῶτος αὐτός ἔκανε τόν ἀποχωρισμό καί τήν ἀνάληψη πρός τόν Θεό μόνιμη πρακτική ἀπό τήν πρώτη στιγμή τῆς παρουσίας του στόν κόσμο τῶν ἀνθρώπων. Κάθε φορά, κάθε στιγμή, πού ὁ ἄνθρωπος ὑπακούει στίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί τηρεῖ τό θέλημά Του «ἀναλαμβάνεται» στούς Οὐρανούς, σάν νά σηκώνεται πάνω ἀπό τή γῆ πλησιάζοντας πρός τόν Θεό. Καί κάθε φορά πού ὁ καθένας ἀπό ἐμᾶς κατά κάποιο τρόπο «ἀναλαμβάνεται», συμπαρασύρει στό μέτρο τοῦ δυνατοῦ, καί κατά τή θέλησή τους, καί τούς ἄλλους γύρω του πού βλέπουν στό πρόσωπό του πῶς ἦταν τό θέαμα τῆς ἀνάληψης τοῦ Χριστοῦ στά μάτια τῶν μαθητῶν Του.
Τό ἀντίθετο ἀκριβῶς συμβαίνει ὅταν ἐμεῖς καί οἱ ἄλλοι προσβάλλουμε μέ τή ζωή μας τή δυνατότητα ἀνάληψης κοντά στόν Θεό. Αὐτή ἡ ἐμπειρία, ἡ ἐμμονή τῆς παραμονῆς στή γῆ κατά ἕναν δεσμευτικό τρόπο, ἡ δική μας, ἀλλά καί τῶν ἄλλων γύρω μας, καί ἄρα ἡ συνεχής ἀπομάκρυνση ἀπό τόν Θεό, θά πρέπει νά ἀποτελεῖ αἰτία τῆς θλίψης μας σέ αὐτή τή ζωή. Ἀκοῦμε στό ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς ὅτι οἱ μαθητές χάρηκαν μέ τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου γιατί ἔβλεπαν ὅτι καί αὐτοί, ἀλλά καί ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος, ἐπρόκειτο νά συνδεθεῖ μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, μέ τόν ἴδιο τόν Θεό νά κατοικεῖ μέσα στή ζωή τους, κυριολεκτικά μέσα στήν ὕπαρξή τους. Ἀπερίγραπτη ἦταν καί ἡ χαρά τῶν ἀγγέλων πού ἔβλεπαν τόν ἄνθρωπο νά ἐπιστρέφει κοντά στόν Θεό. Ὁ ἀποχωρισμός φέρνει τούς ἀνθρώπους κοντά στόν Θεό, μέ τόν Θεό πάλι νά ἔχει τήν πρωτοβουλία καί νά μᾶς ἐπισκέπτεται, μόνιμα, ἄν βέβαια συμφωνοῦμε, μέσα στή ζωή μας.
Ἡ ἀπώλεια ἑνός ἀνθρώπου, ὁ μεταξύ τῶν ἀνθρώπων ἀποχωρισμός, ἔχουν τή σημασία τους, νά δείξουν σέ ποιό βαθμό ζοῦμε τήν ἀπώλεια τοῦ Θεοῦ στή ζωή μας ἤ, ἀντίστοιχα, τήν παρουσία Του. Κάθε γεγονός, ὄχι μόνο χαρᾶς, ἀλλά καί ἀκραίας θλίψης, ὡς ἐκφράσεις τῆς Πρόνοιας τοῦ Θεοῦ, αὐτό ἔχουν ὡς σκοπό, δηλαδή, νά καθίσουμε κι ἐμεῖς, ὅπως καί ὁ Χριστός, δίπλα στόν Θεό, καί τώρα, ἀλλά καί κατά τήν ὁριστική ἀνάληψή μας ἀπό τόν κόσμο αὐτό.