Πηγές ζωῆς
Ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ ὡς ἀποκάλυψη
Τό προνόμιο τοῦ χριστιανοῦ εἶναι νά ἔχει συνεχῶς ἐνώπιόν του τόν Χριστό, στή λατρεία, στίς εἰκόνες, μέ πολλές εὐκαιρίες στήν καθημερινή ζωή, ἀλλά ἡ γνώση τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἀνθρώπου καί Θεοῦ, δέν εἶναι μιά εὔκολη ὑπόθεση. Δέν εἶναι ἁπλᾶ τό ἀποτέλεσμα τῆς συχνῆς καί ἐντατικῆς παρουσίας μας στόν ναό ἤ τῆς αὐτοπεποίθησης ὅτι πιστεύουμε στόν ἀληθινό Θεό. Ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ μέ τίς δικές του ἐνέργειες νά γνωρίσει τόν Θεό καί τόν ἄνθρωπο στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Τό Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας εἶναι αὐτό πού μᾶς ἀποκαλύπτει ποιός εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Χριστός καί ποιά ἡ σημασία του γιά τή δική μας ζωή, ἀλλά καί γιά τή ζωή τῶν ἄλλων γύρω μας. Ἀλλά, πῶς μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά καταλάβει κάτι πού ἀποκαλύπτει τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὁ ἴδιος ὁ Θεός, μέ λόγια καί πράξεις πού εἶναι θεϊκά;
Ἡ Ἐκκλησία ἀγωνίστηκε αἰῶνες γιά νά ὁρίσει τήν πίστη της ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι Θεός, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἄνθρωπος, ἀλλά καί Θεός. Καί ἐπίσης μέ τό κήρυγμά της, μέ τίς ἑορτές της, ὅπως ἡ ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς, θέλησε συνεχῶς νά ἐπιβεβαιώνει τή θεότητα τῶν τριῶν προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος γιά νά μή πάρει ποτέ κανείς καί τίποτε ἄλλο τή θέση τοῦ Θεοῦ στή ζωή μας. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι σῶμα Χριστοῦ καί ἔχει ὡς ψυχή τό Ἅγιο Πνεῦμα καί ἔχει τόν πρῶτο λόγο γιά τήν κατανόηση τοῦ Θεοῦ μέ τόν φωτισμό πού στέλνει στούς ἀνθρώπους. Ὁ Θεός ἀποκαλύπτει ποιός εἶναι ὁ Θεός. Δέν εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού ἀνακαλύπτει τόν Θεό. Ὡστόσο, ἡ συνήθης τάση τῶν ἀνθρώπων εἶναι νά προσεγγίζουν τόν Θεό μέ τό δικό τους τρόπο, τίς σκέψεις τους, τούς προβληματισμούς τους, τά βιώματά τους, τίς ἰδέες τους. Ἔτσι γιά τόν Θεό δημιουργοῦνται κατά καιρούς πολλές ἐντυπώσεις. Κάποιοι εἶναι πεπεισμένοι ὅτι δέν ὑπάρχει Θεός γιατί ἁπλούστατα δέν τόν βλέπουν ἤ γιατί δέν νομίζουν ὅτι Τόν ἔχουν κάποια ἀνάγκη. Ἄλλοι νομίζουν ὅτι ὑπάρχει, ἀλλά ὅτι δέν ἀσχολεῖται ἐνεργά μέ τήν πορεία τοῦ κόσμου. Ὑπάρχουν καί ἐκεῖνοι πού πιστεύουν ὅτι ὁ Θεός εἶναι ὑπεύθυνος γιά τήν πορεία τοῦ κόσμου καί ὅτι εἶναι ἕνας Θεός ἄδικος ἀφοῦ στόν κόσμο κυριαρχεῖ ἡ ἀδικία καί ἡ ἐκμετάλλευση, μέ τούς καλούς ἀνθρώπους νά ὑφίστανται δεινά. Κάτι ἀνάλογο κάνουν καί οἱ χριστιανοί ὅταν μέ παράπονο ἀναρωτιοῦνται γιατί νά τούς συμβαίνουν ἀτυχίες καί μεγάλες δυσκολίες στή ζωή τους. Ἔτσι δημιουργεῖται μιά καρικατούρα τοῦ Θεοῦ καί ὁ Θεός παραμένει παντελῶς ἄγνωστος. Ἀπέναντι σέ αὐτή τή σύγχυση γιά τόν Θεό, ἡ Ἐκκλησία προβάλλει τή στάση τῶν Ἀποστόλων πρίν ἀπό τήν Πεντηκοστή.
Ἡ προετοιμασία τῶν μαθητῶν
Ἡ στάση τῶν Ἀποστόλων εἶναι ἡ στάση πού ὁδηγεῖ στή γνώση τοῦ Θεοῦ καί στή συνέχεια στή γνώση τοῦ ἀνθρώπου ὥστε νά γίνει γνωστή ἡ ἄπειρη δωρεά τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο. Οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ ἔχουν ἐμπιστευτεῖ τόν Χριστό καί εἶναι βέβαιοι ὅτι ὁ Θεός, τό Πνεῦμα, θά τούς ἐπισκεφτεῖ. Προετοιμάζονται γι’ αὐτό τό γεγονός, γιά νά δοῦν τόν Θεό στή ζωή τους καί στή ζωή των γύρω τους. Ἡ προετοιμασία τους ὅμως ἔχει χαρακτηριστικά πού ξενίζουν. Περιμένουν ἕνα σπουδαῖο ἐπισκέπτη, τόν σπουδαιότερο, ἀλλά δέν ἀσχολοῦνται μέ τήν προετοιμασία τοῦ σπιτιοῦ, δέν μεριμνοῦν γιά τήν ὑποδοχή του καί τή φιλοξενία του, δέν διακοσμοῦν κατάλληλα τόν χῶρο καί δέν ἐπενδύουν στόν προσωπικό τους καλλωπισμό. Δέν ἀνακοινώνουν μέ χαρά καί ὑπερηφάνεια τήν ἔλευσή Του σέ συγγενεῖς καί φίλους, δέν ἀσχολοῦνται μέ συζητήσεις γιά τή σημασία τῆς ἐπίσκεψης καί τήν ὠφέλεια πού θά προκύψει ἀπό αὐτήν. Οἱ μαθητές τοῦ Κυρίου προετοιμάζονται γιά τήν ἔλευση τοῦ Ἁγίου, μέ τρόπο πού ἑλκύει τή χάρη τοῦ Θεοῦ.
Ἀντί νά ἀναλώνονται σέ ἐκφράσεις ἐξωτερίκευσης καί διάχυσης μέ ἀναφορά στόν περιβάλλοντα κόσμο καί τήν ἀνθρώπινη κινητικότητα, μαζεύονται μέσα σέ ἕνα σπίτι, σάν νά θέλουν, γιά τήν ὥρα, νά κόψουν κάθε σχέση μέ τήν περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα. Καταλαβαίνουν ὅτι ἡ σχέση μέ τόν Θεό προϋποθέτει πρῶτα μιά κάποια ἀπόσπαση ἀπό τήν ἀνθρώπινη καθημερινότητα, σάν νά πρέπει νά δημιουργηθεῖ ἕνας τόπος μόνο γιά τόν Θεό. Γιά νά ἔχουμε μιά εἰκόνα αὐτή τῆς κίνησης τῶν μαθητῶν, ἄς θυμηθοῦμε τήν πρόσκληση τῆς Ἐκκλησίας «πᾶσαν τήν βιοτικήν ἀποθώµεθα µέριµναν» πρίν τήν Μεγάλη Εἴσοδο στήν Θεία Λειτουργία. Ἡ συνάντηση μέ τόν Θεό γίνεται μέσα στήν πόλη, ἀλλά μακριά ἀπό τό βουητό καί τίς ὑποθέσεις της. Προϋποθέτει μιά στροφή πρός τόν ἐσωτερικό κόσμο τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτός ὁ κόσμος δέν εἶναι ὁρατός. Ὁ ἐξωτερικός κόσμος δέν ἀσχολεῖται μαζί του, οἱ περισσότεροι δέν γνωρίζουν ὅτι ὑπάρχει ἤ δέν τοῦ δίνουν ἰδιαίτερη σημασία. Εἶναι τέτοια ἡ ὁρμή ἐξωτερίκευσης τοῦ πολιτισμοῦ μας πού δέν ἀφήνει πολλά περιθώρια ἐνασχόλησης μέ τόν ἐσωτερικό ἄνθρωπο. Σέ αὐτό τόν ἐσωτερικό κόσμο συμβαίνουν καί οἱ σπουδαιότερες συναντήσεις πού εἶναι ἄλλης τάξης ὑπερβαίνοντας κάθε ἐπικοινωνιακή δράση ἤ δημόσιο διάλογο.
«Ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό»
Ἡ συγκέντρωση τῶν μαθητῶν σέ κοινό χῶρο δέν εἶναι μία συνάντηση ὅπου ὁ καθένας εἶναι μέ τόν ἑαυτό τοῦ, αὐτόνομα, μέ ὅρους ἁπλῆς συνύπαρξης. Εἶναι μιά συγκέντρωση ἀνθρώπων «ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό», ἀνθρώπων πού ἔχουν φθάσει σέ μιά πνευματική ἑνότητα καρδιῶν, θελήματος καί πίστης, σέ μιά ἐσωτερική ἑνότητα. Ἡ ἑνότητα αὐτή ὑπερβαίνει χωρίς ὅρια κάθε προσπάθεια σωματικῆς ἐγγύτητας καί κοινωνικῆς συνοχῆς, κάθε προσπάθεια συμπερίληψης τῶν ποικίλων καί διαφορετικῶν ἀνθρώπινων θελημάτων. Ἡ συνάντηση μέ τόν Θεό, ἡ ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δέν μπορεῖ νά γίνει ὅταν οἱ καρδιές καί οἱ ἐπιθυμίες τῶν ἀνθρώπων εἶναι μακριά ἤ μία ἀπό τήν ἄλλη, ὅταν ὑπάρχουν διχοστασίες, ἀντιπαλότητες, διακρίσεις καί ἀποκλεισμοί ἤ ἁπλῆ ἀποδοχή καί ἀνοχή τοῦ ἄλλου. Γιατί ὅλα αὐτά θυμίζουν τήν κατάσταση τῆς Βαβέλ, ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἄρχισαν ὁ καθένας νά μιλάει τή δική του γλῶσσα καί νά ἀκολουθεῖ τόν δικό του δρόμο, ἀπομακρυνόμενος ἀπό τούς συνανθρώπους του. Ἀπέναντι στή Βαβέλ τοῦ κόσμου, οἱ μαθητές δείχνουν πῶς ἀντιστρέφονται τά πράγματα, πῶς κανείς ἀρχίζει νά καταλαβαίνει ὅτι ὁ Θεός ἔπλασε ἕνα ἀνθρώπινο γένος γιά νά εἶναι ὅλοι ἑνωμένοι μεταξύ τους καί μέ τόν Θεό. Τό κοινό θέλημα, ἡ ἑνότητα τῶν καρδιῶν καί ἡ κοινή πίστη συγκροτοῦν μιά κοινή ζωή πού ἑνώνει τούς ἀνθρώπους μέ τόν Θεό καί μεταξύ τους. Αὐτή ἡ ἑνότητα θελήματος καί ζωῆς ἀντιστοιχεῖ σέ αὐτό πού εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ζωή μας μέσα στήν Ἐκκλησία καί ἰδιαίτερα στήν Εὐχαριστία. Ἔχει περάσει μόλις μία ἑβδομάδα ἀπό τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς ἀρχιερατικῆς προσευχῆς τοῦ Κυρίου. Ἐκεῖ ὁ Χριστός ζητᾶ ἀπό τόν Πατέρα Του νά παραμείνουν οἱ μαθητές ἑνωμένοι σάν νά εἶναι ἕνα σῶμα καί μία ψυχή ὅπως κι αὐτός ὡς Υἱός εἶναι ἕνα μέ τόν Πατέρα, «ἵνα ὦσιν ἕν» καί ὁ Θεός κάνει πράξη τό θέλημα τοῦ Κυρίου γιατί ταυτίζεται μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Αὐτή, ἄλλωστε, ἡ ἑνότητα ζωῆς ἦταν ἐξ ἀρχῆς ἡ δωρεά τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο.
Ἡ ζωή ὡς δωρεά τοῦ Πνεύματος
Αὐτή ἡ ζωή πού εἶναι ταυτόχρονα καί σωματική καί πνευματική δέν εἶναι στήν πραγματικότητα δική μας ἀφοῦ μᾶς ἔχει δοθεῖ ἀπό τόν Θεό. Ἀλλά ἡ ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μιά ἱστορία σφετερισμοῦ τῆς δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ὄχι μιά ἱστορία εὐχαριστίας πρός τόν Θεό. Κάνοντας «δική» μας τή ζωή πού δωρίζει ὁ Θεός ἀποκτοῦμε ἀδικαιολόγητα τή βεβαιότητα ὅτι μποροῦμε νά κάνουμε τή ζωή μας ὅ,τι θέλουμε καί ὅπως τή θέλουμε, ἀκόμη καί νά τήν ἀπορρίψουμε, προκαλῶντας ἀκόμα καί τόν θάνατό της. Ἐνῷ ἔχουμε λάβει τή ζωή μας ἀπό τόν Θεό, δέν τήν ἀποδίδουμε στόν Θεό μέ εὐχαριστία. Αὐτό ἀκριβῶς εἶναι ἡ βλασφημία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού κάνει τή ζωή μας ἀπό κατοικία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τόπο ἀντιπαλότητας μέ τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους. Καί ἄν δέν πιστεύουμε ἀπό αὐτοπεποίθηση ὅτι δέν θά φτάσουμε ποτέ σέ ἕνα τέτοιο σημεῖο ρήξης μέ τόν Θεό, νά θυμηθοῦμε ὅτι κάθε θέλημα πού φέρνει τούς πιστούς σέ ἀντιπαράθεση μεταξύ τους, κάθε σχέδιο ζωῆς ἄλλο ἀπό ἐκεῖνο τοῦ Θεοῦ γιά τούς ἀνθρώπους καί πιό ἁπλᾶ κάθε ἁμαρτία, ἐκεῖ ὁδηγοῦν ἀργά ἤ γρήγορα. Καί ἄν δέν φθάνουμε σέ αὐτό τό σημεῖο, αὐτό ὀφείλεται σέ δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἡ Ἐκκλησία ὡς πηγή ζωῆς
Ἡ γιορτή τῆς Πεντηκοστῆς ὑπενθυμίζει σέ ὅλους τούς πιστούς τήν ἀντίθετη ἀκριβῶς πορεία, πώς κανείς ἀπό τήν αὐτοκαταστροφή μετέχει στήν πραγματική ζωή καί γίνεται πηγή ζωῆς γιά τούς ἄλλους γύρω του. Στό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα ἀκούσαμε τόν Χριστό νά μᾶς λέει ὅτι ὅποιος ἔρθει μέ πνευματική δίψα κοντά Του, θά ξεδιψάσει ἀπό τήν πηγή της ἴδια τῆς ζωῆς καί θά ζήσει («ὁ διψῶν ἐρχέσθω πρός μέ καί πινέτω»). Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζεῖ τή ζωή, τῆς ὁποίας πηγή εἶναι τό Ἅγιο Πνεῦμα, γίνεται κι αὐτός μέ τή σειρά του πηγή ζωῆς γιά τούς συνανθρώπους του καθώς «ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ῥεύσουσιν ὕδατος ζῶντος». Ἔτσι συγκροτεῖται ἡ Ἐκκλησία, αὐτό συμβαίνει τήν Πεντηκοστή. Ἐκεῖ γίνεται φανερό ὅτι ἡ Ἐκκλησία δίνει τήν εὐκαιρία νά ζήσουμε μιά ζωή πού δέν ἐξαρτᾶται ἀπό τίς συγκυρίες, τά ποικίλα συμβάντα τῆς ζωῆς, τίς ἀσθένειες, τίς ἀποτυχίες, ἀλλά οὔτε καί ἀπό τίς ἀνθρώπινες ἐπιτυχίες, τά κατορθώματα ἤ τίς ὑψηλές διακρίσεις. Δέν ἐξαρτᾶται λοιπόν αὐτή ἡ ζωή ἀπό τόν τόπο πού ἔτυχε ἤ ἐπιλέξαμε νά ἔχουμε στή ζωή αὐτή, τή θέση μας στήν Ἐκκλησία, τήν κατάστασή μας. Ἡ ζωή πού προσφέρει τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι μιά ζωή-μαζί-μέ τούς ἄλλους, μιά ζωή γιά τούς ἄλλους, μιά ζωή ποῦ κανείς τή ζεῖ στραμμένος πρός τόν ἄλλο.
Τό Ἅγιο Πνεῦμα φωτίζει τούς μαθητές, τούς μεταβάλλει σέ Ἀποστόλους, γιά νά γίνουν καί αὐτοί τόπος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γιά ὅλο τόν κόσμο. Ὅταν κανείς ζητᾶ τή χάρη καί τή φώτιση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος θά πρέπει νά τή ζητᾶ ἔχοντας στό μυαλό καί στήν καρδιά του τήν φροντίδα γιά τούς ἄλλους, μιά φροντίδα πού δέν εἶναι τίποτε λιγότερο ἀπό φροντίδα γιά τή δική τους φώτιση. Ὁ Θεός, τό Ἅγιο Πνεῦμα, θέλει ἀπό τούς ἀνθρώπους νά γίνουν φορεῖς τοῦ Πνεύματος, δίνεται στήν Ἐκκλησία καί στόν καθένα ἀπό ἐμᾶς γιά νά μεταφερθεῖ καί στούς ἄλλους γύρω μας. Τό Ἅγιο Πνεῦμα θέλει ἐργάτες γιά τόν πνευματικό θερισμό πού εἶναι πολύς, γιά νά θερίσει τούς καρπούς καί νά τούς προσφέρει στόν Θεό. Ὅσοι ἀπό ἐμᾶς ζητοῦν τή χάρη καί τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί εἶναι σίγουρο ὅτι ὅλων μας αὐτή εἶναι ἡ ἐπιθυμία, θά πρέπει νά θέλουμε νά λάβουμε τήν πηγή τῆς ζωῆς, ἀλλά καί νά γίνουμε πηγές ζωῆς αἰωνίου γιά τούς συνανθρώπους μας.
Ἡ γλῶσσα τῆς Πεντηκοστῆς
Καί τότε θά πρέπει νά μιλήσουμε, ὅπως τότε πού τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐμφανίστηκε σέ κάθε Ἀπόστολο ὡς πύρινες γλῶσσες καί οἱ ἀγράμματοι μαθητές ἄρχισαν νά μιλοῦν ξένες γλῶσσες καί νά γίνονται κατανοητοί ἀπό ἀνθρώπους κάθε ἔθνους, ἀλλά καί νά διηγοῦνται τά μεγαλεῖα καί τή δόξα τοῦ Θεοῦ. Καί μποροῦμε νά μιλήσουμε καί μέ λόγια καί μέ πράξεις, ὁ καθένας κατά τό χάρισμά του καί τήν κατάστασή του. Καί αὐτό πού θά ἔχουμε νά ποῦμε εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ Χριστοῦ πού κατοικεῖ μέσα μας μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα. Αὐτή εἶναι ἡ γλῶσσα πού μαθαίνεται μέσα στήν Ἐκκλησία γιά νά μποροῦμε νά διηγηθοῦμε μέ ἔμπρακτο λόγο τήν παρουσία τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο, τό νόημα τοῦ Σταυροῦ, τῆς μετάνοιας, τῆς συγχώρεσης, τῆς ταπείνωσης, τῆς ἀγάπης.