Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Post Type Selectors
omilies

Ομιλία του Δρ. Ιωάννη Μπέκου – Ὁ σταυρός τῆς ζωῆς

Ἡ πορεία μας μέσα στήν Μ. Τεσσαρακοστή συνεχίζεται καί ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ νά γιορτάσουμε τήν προσκύνηση τοῦ Σταυροῦ, προσκαλῶντας μας νά γίνουμε ἀκόλουθοι τοῦ Χριστοῦ, σηκώνοντας ὁ καθένας τόν δικό του σταυρό: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι ». Συχνά, ὅταν ἀκούμε αὐτὸ τὸ κάλεσμα, ἐρμηνεύουμε τὸν σταυρὸ ποὺ πρέπει νὰσηκώσουμε κυρίως σὲ προσωπικὸ ἐπίπεδο. Ταυτίζουμε τόν σταυρό μας μέ τόν προσωπικό μας πόνο, τίς δυσκολίες τῆς ζωῆς μας στήν οἰκογένειά μας, στήν ἐργασία μας ἤ μέ μιά ἀσθένεια πού μᾶς ταλαιπωρεῖ. Ἀλλά εἶναι σίγουρο ὅτι ὁ σταυρός πού ὁ Χριστός θέλει νά σηκώσουμε δέν πρέπει νά εἶναι καί πολύ διαφορετικός ἀπό τόν δικό του σταυρό, δέν μπορεῖ νά εἶναι ἄσχετος μέ τήν πίστη μας στόν Θεό, δέν γίνεται νά μήν συνδέεται ἄμεσα μέ τό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ. Ὁ Χριστός μᾶς καλεῖ νά σηκώσουμε τόν σταυρό μας καί νά τόν ἀκολουθήσουμε, γιατί σηκώνοντας τόν σταυρό μας ὅπως ἐκεῖνος σήκωσε τόν δικό του Σταυρό, μαθαίνουμε ποιός πραγματικά εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός καί τί ἀκριβῶς ζητάει ἀπό ὅλους ἐμᾶς.

Ἔχουμε τήν βεβαιότητα ὡς πιστοί χριστιανοί ὅτι γνωρίζουμε ποιός εἶναι ὁ Χριστός. Σίγουρα γνωρίζουμε πολλά, ἀλλά ἡ μίμηση τοῦ Χριστοῦ πού σηκώνει τόν σταυρό του εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχήν τρόπος νά μάθουμε ποιός εἶναι ὁ Θεός: Βασική προϋπόθεση γιά νά γνωρίσουμε τόν Θεό εἶναι ἡ ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ μας, ὅπως ἐκεῖνος ἀπαρνήθηκε τόν δικό Του ἑαυτό μέχρι θανάτου. Ἡ σημασία αὐτῆς τῆς ἐντολῆς δέν γίνεται εὔκολα κατανοητή στήν ἐποχή μας πού προβάλλει τήν σημασία τοῦ ἑαυτοῦ καί τῶν δικαιωμάτων του. Ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ σημαίνει ἀποξένωση ἀπό ὅλα αὐτά πού μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπό τόν Θεό, τά πάθη, τίς ἁμαρτίες, τίς φιλοδοξίες μας, τούς ἐγωισμούς μας. Ἡ ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ μας δέν σημαίνει ἄρνηση τοῦ ἑαυτοῦ, ἐξαφάνιση ἤ ἀπόρριψή του. Μέ τόν σταυρό τοῦ Κυρίου καί ἄρα καί μέ ὅσους σταυρούς μοιάζουν μέ αὐτόν, συμβαίνει τό παράδοξο ἡ σημασία του νά εἶναι κάτι ἐντελῶς διαφορετικό ἀπό ἐκεῖνο πού βιαστικά καταλαβαίνουν οἱ ἄνθρωποι. Ἡ ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ στήν πραγματικότητα σημαίνει ὅτι ἐνδιαφερόμαστε γιά τόν ἑαυτό μας , φροντίζοντάς τον κατά τρόπο πού νά ἀντιστοιχεῖ στίς πραγματικές του ἀνάγκες, σέ αὐτό γιά τό ὁποῖο ἔχει πλαστεῖ, πού δέν εἶναι τίποτα ἄλλο ἀπό τό νά γίνει μαθητής τοῦ Χριστοῦ. Αὐτό πού, ἐπίσης, σημαίνει εἶναι ὅτι, ἐνῷ φαίνεται νά στεροῦμε τόν ἑαυτό μας ἀπό τόν πλοῦτο, τή δόξα, τίς τιμές, τίς ποικίλες ἐπιθυμίες καί ἡδονές, ἀρχίζουμε καί κατανοοῦμε ὅτι ὅλα αὐτά ἀλλάζουν χαρακτῆρα καθώς συνδέοντα μέ τόν ἴδιο τόν Θεό παίρνοντας μορφές πού δείχνουν τόν πραγματικό τους νόημα. Ὅποιος ἀποφασίζει νά ἀκολουθήσει τόν Χριστό θέλει πιά καί ἐπιθυμεῖ τόν πλοῦτο, τήν δόξα καί τίς τιμές πού συνδέονται μέ τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, καί τώρα ἀλλά καί στήν αἰωνιότητα.  Δέν εἶναι ὃμως σίγουρο ὅτι θέλουμε νά ἀκολουθήσουμε τόν Κύριο, γιατί ἡ ἐντολή τοῦ Χριστοῦ νά σηκώσουμε τόν σταυρό μας εἶναι μιά κλήση στόν θάνατο: «ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψύχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν».

Ἡ ἐποχή μας, ὅπως καί κάθε ἐποχή, καλεῖ καί αὐτή τόν ἄνθρωπο νά γίνει ἀκόλουθός της, νά ἀποδεχθεῖ, δηλαδή, τίς ἀρχές της, τά ἰδεώδη της, τίς πρακτικές της ὥστε, προσαρμοσμένος στά χαρακτηριστικά τοῦ κόσμου του, νά ἀπολαμβάνει ὅ,τι καλό ἔχει αὐτός νά τοῦ προσφέρει: ὑλικά ἀγαθά καί ἰδέες, θέσεις ἐργασίας καί ἀξιώματα, πολιτισμό καί ἀτομικές ἐπιλογές, δικαιώματα καί ὠφελήματα. Ὅποιος ἀμφισβητεῖ αὐτά τά δεδομένα, ὅποιος ἀμφισβητεῖ ὅτι αὐτά θά πρέπει νά ταυτίζονται μέ τόν σκοπό τῆς ζωῆς του, θά ἀντιμετωπίσει ἀντιδράσεις, θά δυσκολευτεῖ, ἐνδεχομένως καί νά πληρώσει μέ ὑλικό ἤ ψυχολογικό κόστος ἀκόμα καί τόν δισταγμό νά συναινέσει σέ μιά τάξη πραγμάτων πού στά μάτια του δέν εἶναι πιά πειστική. Ὁ κόσμος καί ἡ πορεία του στόν χρόνο δέν δίνουν τήν ἐπιλογή «ὅποιος θέλει» νά ἀκολουθήσει. Ἀκόμα καί οἱ διακηρύξεις περί προσωπικῆς ἐλευθερίας καί αὐτονομίας ἔχουν νόημα μόνο μέσα στά ἤδη διαμορφωμένα πλαίσια τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Αὐτός θεωρεῖται ὅτι εἶναι ὁ τρόπος νά ζεῖ κανείς τήν ζωή του ἀποφεύγοντας τόν θάνατο, δηλαδή, τήν ἀπόρριψη, τόν ἀποκλεισμό, τήν ἐξαφάνιση.

Προσαρμόζεται κανείς στόν κόσμο ἀκολουθῶντας τήν πορεία τοῦ κόσμου ὅπως τήν διαμορφώνουν οἱ ἄνθρωποι ἐρήμην τοῦ Θεοῦ, ὅταν εἶναι πάντα ἕτοιμος νά ἀποδεχθεῖ κάθε καινούργια ἰδέα, συνήθεια ἤ πρακτική, κάθε πολιτιστική δημιουργία, υἱοθετῶντας τήν ματιά τους, τόν τρόπο τους νά κατανοοῦν τόν ἄνθρωπο καί τόν κόσμο. Ἀκολουθῶντας ὁ ἄνθρωπος τόν κόσμο, διαμορφώνει μέσα του μιά συγκεκριμένη ἀντίληψη γιά τόν ἑαυτό του καί τούς ἄλλους, ἡ ψυχή του ἀποκτάει μορφή πού ταιριάζει μέ τήν περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα, ἡ ἐσωτερική του εἰκόνα μοιάζει μέ τήν κυρίαρχη στήν ἐποχή του εἰκόνα γιά τόν ἄνθρωπο, τούς στόχους του, τόν προορισμό του. Σάν νά ἔχει τή δική του φιλοσοφία ὁ ἄνθρωπος πού ἀκολουθεῖ τόν κόσμο, εἶναι πεπεισμένος ὅτι ἔχει γιά ὅλα τά θέματα τή δική του ἄποψη, τίς προτιμήσεις του, τίς ἐπιλογές του, ἀλλά πάντα σέ ἀπόλυτη συμφωνία μέ τήν πορεία τοῦ κόσμου. Αὐτό συμβαίνει ἀκόμα κι ὅταν διατυπώνει τήν δική του ἰδιαίτερη γνώμη, ἀκόμα κι ὅταν ἐπιδιώκει ἀλλαγή πορείας τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας. Ὁ ἀκόλουθος τοῦ κόσμου προσαρμόζεται σέ αὐτόν γιά νά ζήσει μέσα σέ αὐτόν καί νά μήν πεθάνει, ἐξασφαλίζοντας τήν ἐπιβίωσή του.

Ἀντίστοιχη εἶναι καί ἡ ἐπιλογή ἐκείνων πού θέλουν νά εἶναι «ἐκτός κόσμου», ὅταν ἐπιλέγουν νά ἀπορρίπτουν τόν κόσμο συνολικά, σάν νά μήν βλέπουν κανένα περιθώριο ὁποιασδήποτε ἀλλαγῆς τοῦ κόσμου, παρά μόνο μέσα ἀπό τήν κατάργησή του, ὅταν ἀναζητοῦν τήν ἀλλαγή τοῦ κόσμου στό ἐπίπεδο τῆς πολιτικῆς μέ ριζικές πολιτικές ἀποφάσεις, ὅταν φθάνουν νά ἀπορρίψουν ἀκόμα καί τήν Ἐκκλησία πού «συνεργάζεται» μέ ἕνα κόσμο ὑπό τήν κυριαρχία τῆς ἁμαρτίας. Παραμένει κάποιος «ἐκτός κόσμου», ὅταν φτιάχνει μέ τό μυαλό του τήν δική «χριστιανική φιλοσοφία», τίς δικές του ἀρχές, τούς δικούς τους κανόνες, μιμούμενος τόν σύγχρονο πολιτισμό κι ὄχι τόν Χριστό. Ἐνῷ φαίνεται νά ἀντιδρᾶ στόν κόσμο μέ θάρρος καί ἀποφασιστικότητα, στήν πραγματικότητα ἔχει ἀπορροφηθεῖ ἀπό τόν κόσμο λειτουργῶντας μέ πνεῦμα αὐτονομίας καί αὐτοπεποίθησης, ἀκολουθῶντας στήν οὐσία τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό καί τίς ἰδέες του.

Ἀπέναντι σέ αὐτές τίς δύο τάσεις καί ἐπιλογές, στέκεται ὁ σταυρός τοῦ Κυρίου καί οἱ ἐντολές Του, ἡ πρόσκλησή του νά ἀπαρνηθοῦμε τόν ἑαυτό μας, εἴτε μέ περηφάνεια ἀκολουθοῦμε τόν πολιτισμό εἴτε μέ ζῆλο ἀπορρίπτουμε κάθε του ἐκδοχή. Ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ εἶναι ἡ ἀπόφαση νά ἀλλάξουμε τίς ἰδέες καί τίς συνήθειες τοῦ κόσμου πού μᾶς ἐξασφαλίζουν μιά ἀνέφελη ζωή μέ συμβιβασμούς καί χωρίς ἐσωτερικές συγκρούσεις, μέ τή ζωή τοῦ Χριστοῦ, πού γιά χάριν τῆς ἀλήθειας καί τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου συγκρούεται μέ τόν κόσμο μέχρι θανάτου. Ἡ ἀνεξικακία, ἡ ταπείνωση, ἡ ἑκούσια δοκιμασία εἶναι χαρακτηριστικά ἑνός ἀνθρώπου πού ἀπαρνεῖται τόν ἑαυτό του γιατί ὁ σύγχρονος ἑαυτός διαμορφώνεται ἀπό τό δικαίωμα στήν ἀνταπόδοση τοῦ κακοῦ, στήν ἐκδίκηση, στήν ἐξύψωση τοῦ ἐγώ, στήν ἀποφυγή τῆς ἄσκησης καί τῆς δυσκολίας. Ἡ ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ σημαίνει μιά ἄλλη ταυτότητα, ἄλλους λογισμούς, μιά ἄλλη μνήμη, σημαίνει σκέψεις πού θά ἔκανε ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ὁ ἄνθρωπος πού ἀπαρνιέται τόν ἑαυτό του καλεῖ τόν Χριστό νά γίνει ὁ καινούργιος του ἑαυτός, αὐτός νά καταλάβει τόν ἐσωτερικό του κόσμο, τήν ψυχή του. Ὅταν ὁ Χριστός παίρνει τήν θέση Του μέσα μας, τότε δέν ζοῦμε τή ζωή τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἀλλά τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ πού τηρεῖ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ Πατέρα καί σηκώνει τόν σταυρό Του μέχρι θανάτου. Ἡ ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ εἶναι αὐτή πού ὁδηγεῖ στόν σταυρό τοῦ Κυρίου καί ὄχι ἡ ἀπόρριψη τοῦ ἁμαρτωλοῦ κόσμου. Ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ἀκολουθεῖ τόν Χριστό καί νά ζεῖ μέσα στόν κόσμο κατά τρόπο πού νά ἀποτελεῖ κρίση τοῦ κόσμου, ἕτοιμος νά πεθάνει, νεκρώνοντας τόν παλιό του ἑαυτό. Τότε κανείς θυμᾶται τόν εὐαγγελικό λόγο «ὃς δ᾿ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψύχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, ὁὗτος σώσει αὐτήν» καί ἐπιθυμεῖ νά κατανοήσει τό νόημα του.

Πεθαίνει κανείς γιά νά ζήσει τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ σηκώνοντας τόν σταυρό του, ὅταν εἶναι ἕτοιμος νά δείξει τήν ἀντίθεσή του στόν κόσμο, ἀξιοποιῶντας τά δεδομένα τοῦ κόσμου κατά τόν τρόπο πού θά τά ἀξιοποιοῦσε καί ὁ Θεός. Ἡ ἀντίθεση στόν κόσμο σημαίνει ἀντίσταση σέ πρακτικές πού θεωροῦνται αὐτονόητες ὅπως ἡ φιλαυτία καί ἡ αὐτοπροβολή, ὁ καταναλωτισμός καί ἡ κοινωνική ἐπιτυχία, γιατί πιστεύεται ὅτι μέ αὐτές ἐξασφαλίζεται ἡ εὐτυχία καί ἡ εὐημερία τῶν ἀνθρώπων. Σημαίνει, ἀκόμα, ἕνα εἶδος ἐλευθερίας καί πρακτικῆς ζωῆς σάν ἄν μήν δεσμεύεται ὁ πιστός ἀπό τίς ἰδεολογικές παραδοχές τοῦ σημερινοῦ κόσμου, ὅπως ἡ ἀποφυγή τοῦ πόνου καί τῶν δοκιμασιῶν, ἡ ἀνάγκη γιά ἔλεγχο τῆς ζωῆς του, ἡ ἀντιμετώπιση τοῦ φόβου γιά τόν θάνατο μέ ὅλο καί περισσότερη ἀσφάλεια. Πεθαίνει κανείς γιά νά ζήσει τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ σηκώνοντας τόν σταυρό του, ὥστε νά ἐξασφαλίσει μιά ζωή πού δέν θά κινδυνεύει ἀπό τό θάνατο, μιά καθημερινότητα στήν ὁποία, ἐνῷ θά ἀπαρνιέται τόν ἑαυτό του, ὁ Χριστός θά ἀναλαμβάνει κάθε μέριμνα τῆς ζωῆς του. Σάν, ἀπό τήν μιά, νά καταργεῖ καί ἀπό τήν ἄλλη, νά ἐκπληρώνει τίς ἐπιλογές τοῦ κόσμου, ὁ χριστιανός πού σηκώνει τόν σταυρό του διαβλέπει τί πραγματικά ἔχει ἀνάγκη ὁ ἄνθρωπος, ὁ ἑαυτό τους, ἔστω κι ἄν παρουσιάζεται νά ἔχει διαφορετικές ἐπιδιώξεις. Ὁ κόσμος εἶναι πλασμένος νά ἀκολουθεῖ τόν Χριστό καί στόν σταυρό Του, ἂν καί δέν θέλει νά ἀκούσει τίποτα γιά αὐτή τήν δωρεά.

Ὅταν κανείς σηκώνει τόν σταυρό του ἀκολουθῶντας τόν Κύριο, ἀμφισβητεῖ τίς ἐπιλογές τοῦ κόσμου καί ὁ κόσμος δέν ἀνέχεται τήν ἀμφισβήτησή του, κάνοντας δύσκολη τήν ζωή τῶν πιστῶν ὥστε ὁ σταυρός πού σηκώνουν νά ἀποδειχθεῖ βαρύς καί ἀσήκωτος. Εἶναι διάχυτη ἡ ἀντίληψη ὅτι κανείς δέν πάει μπροστά μέ τόν σταυρό στό χέρι. Ὅμως ὁ Χριστός ξεκαθαρίζει ὅτι ὁ θεωρούμενος ὡς βαρύς σταυρός καταλήγει νά ἀποτελεῖ φορτίο ἐλαφρύ. Σάν νά σηκώνει τό σταυρό μας ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ γίνεται ὅλο καί περισσότερο πιό εὔκολη, τό φορτίο πιό ἐλαφρύ. Καί ἐπιπλέον, σηκώνει κανείς τόν σταυρό του ἑκούσια, μέ τήν ἐλεύθερη συγκατάθεσή του, ὅπως ἑκούσια σήκωσε καί ὁ Κύριος τόν δικό του σταυρό. Τότε οἱ δοκιμασίες καί τά προβλήματα τῆς ζωῆς γίνονται σταυρός, ὅταν δηλαδή δέν τά ὑπομένουμε ἐπειδή συνέβησαν κατά ἕναν ἀπροσδόκητο τρόπο, ἀλλά τά ἀναλαμβάνουμε κατά τρόπο πού μᾶς συνδέουν μέ τόν Χριστό ὥστε νά γίνουμε ἀκόλουθοί του. Τότε ἀκόμα καί ὁ θάνατος ἀντιμετωπίζεται, ὄχι μέ τήν ἀποφυγή του, ἀλλά μέ τήν ἐλπίδα στόν Θεό πού ἀναστήθηκε γιά νά ἀναστηθοῦμε κι ἐμεῖς μέ τήν ὁλοκλήρωση τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας.

Ἡ ἄρση τοῦ σταυροῦ μας εἶναι πράξη μετοχῆς στόν σταυρό τοῦ Κυρίου πού, ὅμως, σημαίνει ὄχι μόνο θάνατο, ἀλλά καί ἀνάσταση καί ἀνάληψη, ἀκόμα καί Δευτέρα Παρουσία. Ὁ σταυρός τοῦ Κυρίου εἶναι ὁλόκληρη ἡ οἰκονομία τοῦ Χριστοῦ καί ὅποιος σηκώνει τόν σταυρό του, γνωρίζει τήν ζωή τοῦ Χριστοῦ, γνωρίζει τόν Χριστό καί ζεῖ ὅλη τήν ζωή Του, ἀλλά καί τό θάνατό Του, συνεχῶς, καί τώρα καί πάντοτε, σάν αὐτή νά εἶναι ἡ ζωή του. Ὅποιος σηκώνει τόν σταυρό του καί ἀκολουθεῖ τόν Κύριο δέν ἔχει καμία δυσκολία νά θυσιάσει μέχρι θανάτου ὅλα αὐτά πού ἡ περίοδος τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς μᾶς καλεῖ νά θυσιάσουμε, κάθε σύνδεση μέ τόν κόσμο πού μᾶς ἀπομακρύνει ἀπό τόν Θεό. Προσκυνῶντας τόν σταυρό τοῦ Κυρίου δείχνουμε τήν ἀποφασιστικότητά μας νά δείξουμε μέ τήν ζωή μας – τήν νηστεία, τήν προσευχή, τήν λατρεία, τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν, τήν ἀγάπη πού θυσιάζεται γιά τόν ἄλλο, ἀλλά πού δέν θυσιάζει κανέναν – πῶς εἶναι νά πεθαίνει κανείς γιά νά ζήσει.

Δρ. Ιωάννης Μπέκος