Η Εκκλησία μας δύο φόρες τον χρόνο προβάλλει τον Τίμιο Σταυρό του Χριστού σε δύο μεγάλες εορτές που είναι αφιερωμένες σ’ αυτόν: Την τρίτη Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, τη λεγόμενη Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως και στις 14 Σεπτεμβρίου κατά την εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού. Όμως λειτουργικά, κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, αν μελετήσουμε τις εβδομαδιαίες καθημερινές ακολουθίες της Εκκλησίας μας, θα διαπιστώσουμε ότι τα τροπάρια είναι αφιερωμένα στη Σταύρωση του Χριστού και κατ’ επέκταση στον Σταυρό. Επίσης, κάθε Κυριακή, όπου εορτάζουμε την Ανάσταση του Χριστού, μέσα στην υμνολογία της ημέρας, πολλά τροπάρια έχουν θέμα τον Σταυρό, διότι Σταυρός και Ανάσταση στη συνείδηση της Εκκλησίας είναι δύο αλληλένδετα και αδιαχώριστα γεγονότα. Έτσι τη Μεγάλη Παρασκευή, την κατ’ εξοχήν ημέρα της Σταύρωσης, ψάλλουμε τα αναστάσιμα ευλογητάρια, μια σειρά ύμνων με θέμα την ανάσταση του Χριστού, ενώ την εβδομάδα της Διακαινησίμου (εβδομάδα του Πάσχα και της Ανάστασης) διαρκώς ομολογούμε «Τὸν Σταυρόν σου, Χριστέ, προσκυνοῦμεν, καὶ τὴν ἁγίαν σου Ἀνάστασιν ὑμνοῦμεν καὶδοξάζομεν…ἰδοὺ γὰρ ἦλθε διὰ τοῦ Σταυροῦ, χαρὰ ἐν ὅλῳ τῷ κόσμω…Σταυρὸν γὰρ ὑπομείνας δι’ ἡμᾶς, θανάτῳ θάνατον ὤλεσεν».
Αυτή η τόσο μεγάλη και διαρκής προβολή και τιμή του Σταυρού από την Εκκλησία με μια ανθρώπινη λογική και προσέγγιση δεν δικαιολογείται. Τι ήταν ο σταυρός εξαρχής; Η στιγμή που ο ιδρυτής και αρχηγός της Εκκλησίας μας έφτασε στην άκρα ταπείνωση, στη μέγιστη εξαθλίωση, στο ύψιστο σημείο της οδύνης και στην πιο ξεκάθαρη στιγμή αδυναμίας. Ακριβώς μπροστά στον Σταυρό, φάνηκε ότι οι πολέμιοι του Ιησού είχαν νικήσει κατά κράτος αυτόν που τόλμησε να τους αμφισβητήσει. Από την αρχή οι ιεροί ευαγγελιστές και οι απόστολοι δεν θέλησαν να αποκρύψουν καθόλου αυτές τις διαστάσεις της Σταύρωσης, ούτε να ωραιοποιήσουν κατ’ ελάχιστον το γεγονός. Ανθρώπινα σκεπτόμενοι, θα λέγαμε ότι αν ήθελε η Εκκλησία να ελκύσει οπαδούς, δεν θα έπρεπε να τονίζει τόσο πολύ αυτή την ντροπιαστική στιγμή του Ιδρυτού της (τον σταυρό του), αλλά να δίνει έμφαση στα θαύματα και στην ανάστασή του. Το αληθές του πράγματος αυτού φαίνεται, διότι ακριβώς ένα μεγάλο εμπόδιο των Εβραίων να πιστέψουν στον Χριστό ήταν η άρνησή τους να δεχτούν ότι ο τόσο πολυαναμενόμενος για αυτούς Μεσσίας, θα μπορούσε να είναι αυτός που ντροπιάστηκε και έπαθε τόσα βάσανα χωρίς να αντιδράσει. Αυτό απηχούσε ο Απ. Παύλος όταν έγραφε «ἡμεῖς δὲ κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον, Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον…». Δεν μπορούσαν να δεχτούν ότι ο Μεσσίας τους είναι παθητός και μάλιστα δια σταυρώσεως, αφού ήταν γραμμένο στον Μωσαϊκό νόμο «ὅτι κεκατηραμένος ὑπὸ Θεοῦ πᾶς κρεμάμενος ἐπὶ ξύλου» (Δευτ 21:23). Ένας λόγος που ήθελαν να τον σταυρώσουν ήταν, διότι έτσι θα θεωρείτο καταραμένος από τον Θεό και κατά συνέπεια δεν θα υπήρχε η παραμικρή πιθανότητα να θεωρηθεί ως ο Μεσσίας ή ως ο εκλεκτός του Θεού. Έτσι θεωρούσαν ότι «έλυναν» το πρόβλημα με Αυτόν.
Παρά ταύτα η Εκκλησία, όπως είπαμε, από την αρχή της πορείας της φαίνεται να τονίζει και να προβάλλει ισότιμα, αν όχι περισσότερο, τον Σταυρό του Χριστού με την Ανάστασή του. Π.χ. ο Απ. Παύλος έγραφε «Ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίουἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ». Θα μπορούσε να γράψει ότι καυχάται, διότι ο Χριστός, στον οποίο πιστεύει, αναστήθηκε, κάτι που ακούγεται πολύ πιο εύηχο και δικαιολογεί την καύχησή του. Αντίθετα επιμένει να καυχάται για τον Σταυρό του Χριστού. Επίσης γράφει στους Κορινθίους: «Ὁ λόγος γὰρ ὁ τοῦ σταυροῦ τοῖς μὲν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστί, τοῖς δὲ σῳζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ ἐστι». Ενώ ομολογεί τη δυσκολία που προκαλεί η αποδοχή του Σταυρού σε πολλούς, οι οποίοι τον θεωρούν «μωρία», εντούτοις δεν μιλά διπλωματικά, δεν μασά τα λόγια του, και διατρανώνει απερίφραστα ότι «ὁ λόγος γὰρ ὁ τοῦ σταυροῦ … τοῖς σῳζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ ἐστι». Από την πραγματικότητα του Σταυρού εκπηγάζει εκ Θεού η πραγματική δύναμη των πιστών.
Αυτή η τόσο ξεκάθαρη και συνεχής τιμή και εξύμνηση του Σταυρού μέσα από τα ιερά κείμενα, μέσα από την υμνολογία της Εκκλησίας και μέσα από την αγιοπατερική διδασκαλία δεν γίνεται ούτε εθιμοτυπικά, ούτε συναισθηματικά, ούτε αναίτια. Ο Σταυρός είναι η μεγάλη πρόκληση για κάθε πιστό, αρχής γενομένης από τον ίδιο τον Χριστό, ο οποίος «ἔπρεπε γὰρ αὐτῷ, δι’ ὃν τὰ πάντα καὶ δι’ οὗ τὰ πάντα, πολλοὺς υἱοὺς εἰς δόξαν ἀγαγόντα, τὸν ἀρχηγὸν τῆς σωτηρίας αὐτῶν διὰ παθημάτων τελειῶσαι», διότι «ὤφειλε κατὰ πάντα τοῖς ἀδελφοῖς ὁμοιωθῆναι…ἐν ᾧ γὰρ πέπονθεν αὐτὸς πειρασθείς, δύναται τοῖς πειραζομένοις βοηθῆσαι» (Εβρ. 2).
Ο Χριστός έγινε άνθρωπος από καθαρή αγάπη για τον άνθρωπο. Δεν είχε ούτε υποχρέωση, ούτε καθήκον, πολλώ δε μάλλον κανένα συμφέρον, να ενώσει τη θεία του υπόσταση με την ανθρώπινη φύση. Ο σκοπός του ήταν, όπως μας γράφει πιο πάνω ο Απ. Παύλος, να λειτουργήσει ως αρχηγός της σωτηρίας μας και να οδηγήσει πολλούς από μας στη δόξα του (πολλοὺς υἱοὺς εἰς δόξαν ἀγαγόντα). Όμως για να το κάνει αυτό επέλεξε να ομοιωθεί κατά πάντα (εντελώς) με μας, ώστε να το καταφέρει, όχι με μια θεϊκή υπεροχή δυνάμεως, αλλά με ένα τρόπο, που να φανερώνει την άπειρή του αγάπη. Το ότι αποφάσισε να ομοιωθεί εντελώς με μας σημαίνει πως, αφενός εκτίθετο ανοιχτά στην κακία και στην πονηρία των ανθρώπων, όπως οποιοσδήποτε κοινός θνητός και αφετέρου επέτρεπε σε όσους τον άκουγαν να επιλέξουν ελεύθερα την αποδοχή ή την απόρριψη των όσων δίδασκε. Εναλλακτικά, θα μπορούσε να εμφανιστεί με μια μορφή υπεράνθρωπου – υπερφυσικού Θεανθρώπου στη γη, οπότε κανείς Φαρισαίος δεν θα τολμούσε να τον αμφισβητήσει, κανείς δεν θα διανοείτο να τον πειράξει (προφανώς, ούτε να τον σταυρώσει) και μάλλον όλοι θα τον αποδέχονταν ως αληθινό Θεό και όλοι μαζί θα πήγαιναν στην αιώνια Βασιλεία του. Σε αυτή την εκδοχή όμως, θα έλειπαν δύο αναγκαία τινά: α) Η ελεύθερη αποδοχή των ανθρώπων (θα τον ακολουθούσαμε, είτε από φόβο, είτε θαμπωμένοι από τη μεγάλη του δύναμη) και β) δεν θα φανερωνόταν – αποδεικνυόταν στους ανθρώπους η πολύ μεγάλη του αγάπη για αυτούς (απαραίτητο ζητούμενο για τον Θεό στη σχέση του με τους ανθρώπους).
Σκεφτείτε κάποιον πατέρα που ο γιος του φεύγει από κοντά του, διότι ερωτεύεται παράφορα μια γυναίκα, η οποία είναι απατεώνισσα, διεφθαρμένη και του πουλάει παραμύθια για να τον κρατά κοντά της. Ο πατέρας γνωρίζει πολύ καλά το ποιόν της γυναίκας. Αν με κάποιο τρόπο «εξαναγκάσει» τον γιο του να την εγκαταλείψει ή ακόμα αν του υποσχεθεί πλούτη και υλικά ανταλλάγματα για να την εγκαταλείψει, ή ακόμα χειρότερα αν «εξουδετερώσει» τη γυναίκα, τότε μπορεί μεν να σωθεί ο γιος του από τη σίγουρη καταστροφή, που θα είχε η ζωή του με τη γυναίκα αυτή, μπορεί και να περάσει την υπόλοιπη ζωή του κοντά στον πατέρα, αλλά σίγουρα η σχέση τους δεν θα χαρακτηρίζεται από αγάπη. Ο γιος πάντα θα έχει μέσα του την πίκρα της εκβιασμένης «σωτηρίας» του από τον πατέρα του. Ακόμα και αν ο πατέρας ενήργησε από αγνή αγάπη και ενδιαφέρον για τον γιο του, ο γιος ποτέ δεν θα μπορέσει να το βιώσει έτσι.
Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, ο Θεός επέλεξε να μας οδηγήσει στη δόξα του, γενόμενος κατά πάντα όμοιος με μας και όχι να ενεργήσει ως παντοδύναμος Θεός που σώζει τους αδύναμους ανθρώπους ερήμην τους. Ήξερε (εν τη παντογνωσία του) ότι αυτή η επιλογή θα τον οδηγούσε στον σταυρό. Αυτό όμως δεν τον έκαμε να αλλάξει γνώμη, αφού «ἐν ταῖς ἡμέραις τῆς σαρκὸς αὐτοῦ δεήσεις τε καὶ ἱκετηρίας πρὸς τὸν δυνάμενον σῴζειν αὐτὸν ἐκ θανάτου μετὰ κραυγῆς ἰσχυρᾶς καὶ δακρύων προσενέγκας, καὶ εἰσακουσθεὶς ἀπὸ τῆς εὐλαβείας, καίπερ ὢν υἱός, ἔμαθεν ἀφ’ ὧν ἔπαθε τὴν ὑπακοήν, καὶ τελειωθεὶς ἐγένετο τοῖς ὑπακούουσιν αὐτῷ πᾶσιν αἴτιος σωτηρίας αἰωνίου» (Εβρ. 5).
Επιλέγοντας να βρεθεί στην ίδια κατάσταση με μας τους ανθρώπους, όμοιος κατά πάντα, παρακάλεσε ως άνθρωπος «μετὰ κραυγῆς ἰσχυρᾶς καὶ δακρύων» τον Πατέρα του, που μπορούσε να τον σώσει από τον θάνατο, και παρόλο που εισακούσθηκε και παρόλο που ήταν αγαπητός Υιός, δεν απέφυγε τον Σταυρό, αλλά «καίπερ ὢν υἱός, ἔμαθεν ἀφ’ ὧν ἔπαθε τὴν ὑπακοήν». Αντί ο Πατέρας να τον γλιτώσει από τον Σταυρό, τον κατέστησε αιώνιο παράδειγμα υπακοής σε όσους θα ποθούσαν τη σωτηρία. Με τη σταύρωσή του άνοιξε τον δρόμο για μας:
α) δείχνοντάς μας ότι «ἐν ᾧ γὰρ πέπονθεν αὐτὸς πειρασθείς, δύναται τοῖς πειραζομένοις βοηθῆσαι». Μπορεί να μας βοηθήσει στη δική μας πορεία προς τον ουρανό, ακριβώς διότι είχε ιδίαν και προσωπική πείρα. Έγινε έτσι «τοῖς ὑπακούουσιν αὐτῷ πᾶσιν αἴτιος σωτηρίας αἰωνίου».
β) δείχνοντάς μας ότι αυτή η σταυρική πορεία είναι αναγκαία. Αν αυτός που ήταν αναμάρτητος και μπορούσε ανά πάσα στιγμή ως υιός του Θεού να αποφύγει τον σταυρικό θάνατο, δεν το έπραξε, τότε πόσο μάλλον εμείς χρειαζόμαστε να περάσουμε την ίδια σταυρική πορεία;
γ) δείχνοντάς μας ότι η αγάπη του ήταν τόση, που δεν εξαντλείτο μόνο στην ενσάρκωση, στη φτώχεια, στην καταδίωξη, στους χλευασμούς, στη συκοφαντία, αλλά μπορούσε να αναμετρηθεί και με το έσχατο όριο της ανθρώπινης κακίας, τη σταύρωση που με τόση σπουδή και ζήλο του πρόσφεραν οι άνθρωποι. Όπως το θέτει και πάλι ο Απ. Παύλος: «συνίστησι δὲ τὴν ἑαυτοῦἀγάπην εἰς ἡμᾶς ὁ Θεός, ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανε» (Ρωμ. 5,8).
Εξηγήσαμε, γιατί ο σταυρός ήταν μια πρόκληση για τον Θεάνθρωπο Χριστό, ως μια επιλογή του τρόπου σωτηρίας των ανθρώπων. Είναι όμως και μια πρόκληση για τον κάθε πιστό, που θέλει τη σωτηρία του. Καθόλου τυχαία, η ευαγγελική περικοπή της Κυριακής της Σταυροπροσκυνήσεως αρχίζει με την προτροπή του ίδιου του Χριστού: «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι».
Και πάλι μια παράδοξη στάση της Εκκλησίας: Προβάλλει τον Χριστό να καλεί τους πιστούς, αν θέλουν να τον ακολουθήσουν, να πρέπει να απαρνηθούν τον εαυτό τους, να σηκώσουν τον σταυρό τους και τότε να τον ακολουθήσουν. Για να μιλήσουμε με σύγχρονους όρους, οι παραπάνω φράσεις δεν είναι και η πιο καλή διαφήμιση της Εκκλησίας για να ελκύσει οπαδούς. Κάποιος που ακούει προτροπές για απάρνηση του εαυτού του και άρση σταυρού, μάλλον αποθαρρύνεται να ακολουθήσει τέτοιο Θεό.
Αυτό όμως αποδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας τη μεγάλη αναγκαιότητα του σταυρού στη ζωή μας. Ο Χριστός δεν θέλει και ούτε χρειάζεται οπαδούς και ακόλουθους. Είναι ξεκάθαρος και σαφής σε όσους θέλουν, διότι αυτό που τον ενδιαφέρει είναι η σωτηρία των τέκνων του και όχι η αύξηση του πλήθους των υποστηρικτών του. Θέλει τέκνα που τον εμπιστεύονται και είναι πρόθυμα να ακολουθήσουν τον δρόμο που εκείνος περπάτησε πρώτος.
Για ποιο λόγο όμως, η ζωή του πιστού χριστιανού να πρέπει να περάσει διά της σταυρικής πορείας, διά της στενής πύλης και της τεθλιμμένης οδού; Γιατί είναι αναγκαίος τόσος πόνος; Οι υλικές, σαρκικές και γήινες ηδονές είναι σχετικά τόσο εύκολο να επιτευχθούν. Αρκεί ένας και μόνος λογισμός και αμέσως υλοποιείται η αμαρτία, βιώνεται η ηδονή. Από τα πιο απλά, ένα γαστρονομικό έδεσμα, ένα ηδονικό βλέμμα, ένα αισθησιακό θέαμα και η εσωτερική ηδονή που νιώθει ο άνθρωπος ξεκινά. Από εκεί και πέρα, ανάλογα των περιστάσεων, ακολουθούν εύκολα ή δύσκολα και τα λοιπά της αμαρτίας κατορθώματα.
Αντίθετα, για να νιώσει κάποιος τη χαρά της παρουσίας του Αγίου Πνεύματος, σύμφωνα με την κοινή παράδοση της Εκκλησίας μας, χρειάζεται κάθαρση της ψυχής, αγιασμός, τήρηση των εντολών του Θεού, και εν γένει ασκητική ζωή. Γιατί ο Θεός να είναι τόσο «δύσκολος» στο να μας δώσει «τὴν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου» του;
Η διαφορά των δύο περιπτώσεων έγκειται στο ότι για την απόλαυση των γήινων ηδονών δεν τίθεται ως ζητούμενο η ελεύθερη επιλογή. Απεναντίας, οι σαρκικές αυτές απολαύσεις βασίζονται σε εσωτερικές τάσεις του ανθρώπου (η Εκκλησία τις ονομάζει «μεταπτωτικά πάθη») και οι οποίες στην ουσία σέρνουν τον άνθρωπο προς σκέψεις-λόγια-πράξεις που εξασφαλίζουν αυτή την απόλαυση-ηδονή. Θυμίζουμε τη φράση του Χριστού «πᾶς ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν δοῦλός ἐστι τῆς ἁμαρτίας».
Η αγαλλίαση και η χαρά που είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος, σύμφωνα με όσους έχουν τέτοιες εμπειρίες, δεν μπορούν να περιγραφούν με λόγια. Είναι τόσο δυνατές που οι άγιοι οι οποίοι τις βιώνουν απλώς αναφωνούν:
«Πώς και πυρ υπάρχεις βλύζον, πώς και ύδωρ εις δροσίζον,
πώς και καίεις και γλυκαίνεις, πώς φθοράν εξαφανίζεις;
Πώς θεούς ποιείς ανθρώπους, πώς το σκότος φως εργάζη,
πώς ανάγεις εκ του άδου, πώς θνητούς εξαφθαρτίζεις;
πώς καρδίαν περιλάμπεις, πώς με όλον μεταβάλλεις;
Πώς ενούσαι τοις ανθρώποις, πώς υιούς Θεού εργάζη,
πώς εκκαίεις σου τω πόθω,
πώς τιτρώσκεις άνευ ξίφους;» (Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος)
Υπό τέτοιες συνθήκες, ο άνθρωπος νιώθει εντελώς δέσμιος του θείου έρωτα. Ο Θεός γνωρίζει ότι αυτές οι εμπειρίες και τα θεία δώρα δεν μπορούν να συγκριθούν ή να αντιπαραβληθούν ή να κατανικηθούν από οτιδήποτε ανθρώπινο. Με αυτά τα θεία δώρα, οι Άγιοι Μάρτυρες, υφίσταντο πρόθυμα τα φρικωδέστερα μαρτύρια και όμως άντεχαν, σαν να ήταν εκτός του σώματός τους, που βασανιζόταν. Αλλά, προκειμένου ο Θεός να δώσει αυτά τα χαρίσματα στους ανθρώπους, πρέπει να του δείξουν ότι τα θέλουν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στον κόσμο. Και εδώ είναι ο ρόλος του Σταυρού. Εδώ αποσκοπεί το ασκητικό φρόνημα της Εκκλησίας.
Όταν ο Απ. Παύλος έλεγε «Ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦΚυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δι’ οὗ ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται κἀγὼ τῷ κόσμῳ», αυτό εννοούσε. Και όταν έγραφε «δι’ ὃν τὰ πάντα ἐζημιώθην, καὶ ἡγοῦμαι σκύβαλα εἶναι ἵνα Χριστὸν κερδήσω», αυτόν ποθούσε. Όλα τα του κόσμου τα θεωρούσε νεκρά και περιφρονητέα, ώστε να «πειστεί» ο ποθούμενος Θεός να του δωρήσει, όσα ο νους του ανθρώπου δεν μπορεί να σκεφτεί και να φανταστεί. Με τέτοιο σταυρικό φρόνημα που είχε ο Απ. Παύλος, καθόλου παράξενο που ο ίδιος μας διαβεβαιώνει ότι «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶκαρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν».
Με αυτά τα δεδομένα κατανοούμε, γιατί η Εκκλησία μας δεν αισχύνεται, ούτε νιώθει μειονεκτικά, αλλά προβάλλει και δοξολογεί και μεγαλύνει τον σταυρό του Χριστού, ως αίτιο τέτοιας μεγάλης δωρεάς στο γένος των ανθρώπων.
Μιχάλης Χριστοφορίδης
Εκπαιδευτικός