Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Post Type Selectors
omilies

Ομιλία του Δρ. Μιχάλη Χριστοφορίδη εκπαιδευτικού – Η Μητέρα του Θεού

Η εκκλησία, δια των κατά καιρούς Αγίων Πατέρων της,  απένειμε και υπερασπίσθηκε με πολλούς αγώνες την ιδιότητα αυτή της Παρθένου Μαρίας: Μητέρα του Θεού. Από τα πρώτα αποστολικά χρόνια  κατέστη κοινή πεποίθηση και ομολογία  των Αποστόλων και των διαδόχων τους ο χαρακτηρισμός  αυτός για τη μητέρα του Ιησού, διότι οι δύο αυτές λέξεις έχουν καταλυτικές δογματικές και σωτηριολογικές προεκτάσεις. Γι αυτό και στην 3η Οικουμενική Σύνοδο ( Έφεσος 431 μ.Χ) οι Άγιοι Πατέρες υπερασπίστηκαν με τόσο σθένος την λέξη «Θεοτόκος» που ισοδύναμούσε με την αποδοχή εκ μέρους τους,   του ορθόδοξου Χριστολογικού δόγματος, δηλαδή την ορθή πίστη της εκκλησίας για το πρόσωπο του Χριστού.

Σήμερα,  η  πολλή επανάληψη και η γενική αποδοχή αυτού του χαρακτηρισμού,  τον κάνει να ακούγεται στα αυτιά μας λίγο αδιάφορος. Δεχόμαστε μεν την αλήθεια του, αλλά χωρίς να συνειδητοποιούμε το τι υποδηλώνει. Σε άλλες  πολυθεϊστικές θρησκείες υπάρχουν θεότητες (συνήθως ημίθεοι ή κατώτερες θεότητες) που γεννιούνται από την μίξη θεών και ανθρώπων. Άρα,  το φαινόμενο,  ένα θεϊκό πρόσωπο (από τα πολλά) να είναι παιδί ανθρώπου δεν είναι μοναδικό. Όμως στην περίπτωση της Θεοτόκου Μαρίας,  ένα ανθρώπινο πρόσωπο είναι η μητέρα ΤΟΥ Θεού. Όχι κάποιου από τους  πολλούς θεούς, αλλά του ενός Θεού. Ο Χριστός είναι πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ακριβώς της ίδιας φύσεως και ουσίας με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα. Δεν υστερεί, ούτε υπερτερεί σε κάτι σε σχέση με τα άλλα πρόσωπα, αλλά και δεν ταυτίζεται με αυτά. Μάλιστα η ίδια η ενανθρώπηση  του προσώπου αυτού (του Χριστού) από την Μαρία,  ομολογείται ως κοινή ενέργεια των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδας. Ο Πατέρας αποστέλλει τον Υιό Του, το Άγιο Πνεύμα επισκιάζει την Παρθένο Μαρία και εν συνεχεία αυτή τίκτει τον Υιό  ως άνθρωπο – Ιησού, ο οποίος όμως ταυτόχρονα διατηρεί και την θεϊκή Του ιδιότητα και φύση.  Και μόνο αυτά τα λίγα που αναφέρονται εδώ,  δείχνουν ότι τα γεγονότα,  όπως τα πιστεύει και τα ομολογεί η εκκλησία μας,  δεν είναι εύκολο να γίνουν πιστευτά και κατανοητά. Δεν είναι τυχαίο, που αυτά ακριβώς τα γεγονότα αποτέλεσαν την αφορμή για δεκάδες αιρετικές διδασκαλίες (αρειανισμός, μονοφυσιτισμός, μονοθελητισμός, κ.λ.π), δηλαδή ανθρώπινες σκέψεις που προσπαθούσαν να εκλογικεύσουν και να κατανοήσουν με την ανθρώπινη λογική  το καινοφανές αυτό γεγονός της ενανθρωπήσεως του Θεού.

Με άλλα λόγια, ο  ένας και μοναδικός Θεός ( η Αγία Τριάδα)  ενεργεί,  ώστε το 2ο πρόσωπο Της ( ο Υιός,  ο οποίος φέρει στο πρόσωπο του «παν το πλήρωμα της Θεότητος») να γεννηθεί από ένα ανθρώπινο πλάσμα. Αυτό το γεγονός είναι συγκλονιστικό και νομίζουμε ότι δεν υπάρχει παρόμοια περίπτωση σε άλλη θρησκεία. Αν συνειδητοποιήσουμε τις διαστάσεις που έχει η έννοια του Θεού στις διάφορες θρησκείες και την τεράστια διαφορά που έχει ο Θεός από τον άνθρωπο ( όποιες και αν είναι οι διαφορές σε κάθε θρησκεία), αποτελεί πάρα πολύ τολμηρή ιδέα και μόνο να σκεφτεί κανείς,  ότι ο Θεός γίνεται γιος ανθρώπου. Μια ιδέα που αν δεν μας την απεκάλυπτε ο ίδιος ο Θεός (βλέπε στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου), δεν θα μπορούσε,  ούτε και θα τολμούσε άνθρωπος να την επινοήσει και να την υποστηρίξει σοβαρά.

Ο ίδιος ο όρος «μητέρα του Θεού» με το οριστικό άρθρο «του» εκφράζει ακριβώς το ιλιγγιώδες ύψος αυτής της ιδέας και αν εμβαθύνουμε σε αυτόν, πραγματικά χάνουμε τα λόγια μας. Ο άπειρος Θεός, που έπλασε το απέραντο αυτό σύμπαν με κάποιο ακατανόητο τρόπο,  ξαφνικά γεννιέται από μια γυναίκα. Πραγματικά,  αν αποστασιοποιηθούμε από όσα ξέρουμε, και έρθουμε με καθαρό μυαλό να ξανα -μελετήσουμε αυτό το χαρακτηρισμό, τότε μπορεί να καταλάβουμε,  γιατί οι Άγιοι που έγραφαν ύμνους στην Παναγία, πολλές φορές έλεγαν ότι «και το θαύμα του τόκου σου ερμηνεύσαι γλώσσα ου δύναται».

Το να ομολογούμε «μητέρα του Θεού», υπερβαίνει το ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος. Μπορούσε να εμφανιστεί ο Θεός ως άνθρωπος, χωρίς να γεννηθεί από μια γυναίκα.  Σαν κάποιος άγνωστος που ήρθε από μακριά, θα εμφανιζόταν μια μέρα στην Ιουδαία ως πραγματικός άνθρωπος και θα επιτελούσε όσα απαιτούσε η σωτηρία μας. Η ίδια η απόφαση Του να γεννηθεί ως κανονικό παιδί από την παρθένο Μαρία,  Τον καθιστά μόνιμο συγγενή μας, έναν από μας και όχι απλώς έναν σαν εμάς, «εἰς τὸ εἶναι αὐτὸν πρωτότοκον ἐν πολλοίς ἀδελφοῖς». Ο δεσμός μητέρας  και παιδιού είναι από τους πιο δυνατούς και πανανθρώπινους δεσμούς της ανθρώπινης φύσης. Αυτόν το δεσμό αποφασίζει ο Θεός να υιοθετήσει,  ώστε να συνδεθεί μαζί μας με τον πιο ισχυρό τρόπο. Όπως αναφέρει και ο Αγ. Νικόλαος Καβάσιλας,  η  γέννηση Του από την Παναγία  « τον ένωσε τόσο στενά, ώστε να μετάσχει  όχι μόνο στον τρόπο και τον τόπο της ζωής μας, αλλά και στην ίδια μας τη φύση».

Έτσι από την μια πλευρά ο χαρακτηρισμός «μητέρα του Θεού» φανερώνει και αποκαλύπτει πολλά για τον Θεό μας:

α) Το πόσο πολύ μας ποθεί, ώστε να καταδέχεται αυτός που γεννάται από τον Θεό πατέρα κατά ένα άρρητο και άγνωστο σε μας τρόπο, να γεννηθεί από το  δικό του πλάσμα. Και αυτό  για να μας προσεγγίσει,  όχι με τον τρόπο που εμφανιζόταν στην Παλαιά Διαθήκη (εν γνόφω και θυέλλη), αλλά αθόρυβα και μυστικά (ως υετός επί πόκω), εμάς που με την συμπεριφορά μας,  τόσο στον παράδεισο με τους πρωτοπλάστους, όσο και εκτός αυτού με την ειδωλολατρία,  Τον απορρίψαμε και Τον αποστραφήκαμε.

β) Το πόσο πολύ είναι έτοιμος να κενωθεί από την θεϊκή του δόξα, προκειμένου να μας προσεγγίσει «ἑπί ίσοις όροις», ώστε να αποκαταστήσει την αρχική μας σχέση μαζί Του.

γ) Το πόσο πολύ είναι διατεθειμένος να ταπεινωθεί, μέχρι σημείου να αποτελέσει τέκνο ενός ανθρώπου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ο απειροτέλειος Θεός επιλέγει να περάσει όλα τα στάδια ανάπτυξης του ανθρώπου,  με όλες τις δυσκολίες τους και τους περιορισμούς τους και  υποτάσσεται στους «γονείς» Του  μέχρι να ενηλικιωθεί, για να αρχίσει την σωτηριώδη δράση του. Για τριάντα  χρόνια κρύβεται, σιωπά και ακολουθεί ως κοινός θνητός  την πορεία ανάπτυξης του ανθρωπίνου πλάσματος.

δ) Το πόσο πολλή αξία δίνει στο πλάσμα του, τον άνθρωπο, παρόλη την φαινομενική μηδαμινότητα του μέσα σε ολόκληρο το σύμπαν, ώστε να επιλέγει να γεννηθεί από ένα ανθρώπινο πρόσωπο.

Είδαμε τον όρο «μητέρα του Θεού» από την πλευρά του Θεού και διαπιστώσαμε την άκρα συγκατάβαση και την καταδεκτικότητα Του, όπως και την ασύλληπτη αξία που ο ίδιος απονέμει στην σχέση Του με το ανθρώπινο δημιούργημα Του, ένα φαινόμενο μοναδικό στην παγκόσμια ιστορία των θρησκειών. Από την άλλη υπάρχει η διάσταση του προσώπου της «μητέρας». Ποια είναι αυτή που μπορεί να αναλάβει ένα τέτοιο ρόλο. Το πρόσωπο της Παναγίας φανερώνεται μέσα στην ανθρώπινη ιστορία, ως η απαραίτητη προϋπόθεση για να ευδοκήσει  ο Θεός να αποκτήσει ανθρώπινη μητέρα. Ποιο άραγε προηγήθηκε, η απόφαση του Θεού να γίνει άνθρωπος και ακολούθως βρέθηκε η Παναγία ή εμφανίστηκε η Παναγία μέσα στην ιστορία και ο Θεός αποφάσισε να γίνει άνθρωπος,  γεννώμενος εξ αυτής; Βέβαια,  το ερώτημα περί χρονικής σειράς είναι εντελώς άτοπο για το Θεό, διότι αφού είναι πέρα από τον χρόνο δεν μπορούμε να μιλούμε ότι πρώτα έγινε το ένα και μετά αποφάσισε το άλλο. Από την στιγμή που ο Θεός ήξερε πάντοτε (προ καταβολής κόσμου),   ότι θα εμφανιστεί ένα πλάσμα σαν την Παναγία, ήταν αποφασισμένος  ταυτόχρονα και ο τρόπος που θα την χρησιμοποιούσε ως μητέρα Του για να πετύχει την σωτηρία των ανθρώπων, των οποίων η πτώση ήταν επίσης γνωστή στον Θεό προ καταβολής κόσμου.

Ο Αγ. Νικόλαος Καβάσιλας κάνει μια τολμηρή ερμηνεία,  λέγοντας ότι όταν ο Θεός τελείωσε την δημιουργία όλου του κόσμου «καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὰ πάντα, ὅσα ἐποίησε, καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν», αυτή τη φράση την είπε ως ευφημία για το πρόσωπο της Παναγίας. Αν το σκεφτούμε βαθύτερα, ο Θεός έπλασε τη δημιουργία και τον άνθρωπο, όχι για να νιώσει ωραία, όπως ένας τεχνίτης φτιάχνει ένα ωραίο κόσμημα και μετά το θαυμάζει. Θα ήταν λίγο άκομψο να πούμε,  ότι ο Θεός επαινούσε τον εαυτό Του και ένιωθε ωραία για την σοφή δημιουργία Του. Ο λόγος που έφτιαξε τον κόσμο, ήταν διότι αποσκοπούσε στην ένωση του ανθρώπου με τον εαυτό Του και την μετοχή του ανθρώπου στην δική του μακαριότητα.  Δηλαδή, το πρωταρχικό μέλημα της δημιουργίας ήταν η αποσκοπούμενη σχέση Θεού  και ανθρώπου. Αυτό όμως έπρεπε να συμβεί σε συνθήκες πλήρους ελευθερίας. Αυτό που Δεν μπορούσε να κάνει ο Θεός (διότι Δεν ήθελε να το κάνει) ήταν να αναγκάσει τον άνθρωπο να αποδεχτεί αυτό το  σχέδιο. Άρα,  όταν διαπιστώνει για την δημιουργία  ότι «καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν», αυτό μάλλον θα είχε σχέση με τον πρωταρχικό αυτό σκοπό, αλλιώς τι νόημα θα είχε η πολυπλοκότητα και η σοφή λειτουργία όλων των δημιουργημάτων του σύμπαντος, αν ο Θεός έβλεπε, ότι τελικά το σχέδιο που είχε θα αποτύγχανε, δηλαδή ο άνθρωπος με την ελευθερία που του χάρισε,  θα απέρριπτε το αρχικό σχέδιο του Θεού. Ταυτόχρονα όμως,  ο Θεός γνώριζε  ότι  όντως  οι πρωτόπλαστοι  θα απέρριπταν  την εισήγηση του Θεού και θα απομακρυνόντουσαν  από κοντά Του. Άρα, τι νόημα έχει  το «καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν»; Ακριβώς εδώ,  εμφανίζεται το πρόσωπο της Παναγίας. Από τα βάθη των αιώνων ο Θεός βλέπει την γέννηση αυτού του αγίου και παναμώμου πλάσματος, και γνωρίζει ότι με την ελεύθερη συγκατάθεση αυτού του «καλού λίαν» πλάσματος, θα μπορούσε χωρίς να καταπατήσει την ελευθερία του ανθρωπίνου γένους,  να το επαναφέρει στον αρχικό Του σχεδιασμό, τουλάχιστον για όσους ανθρώπους θα ήθελαν κάτι τέτοιο. Άρα γι’ αυτό, ο ιερός Καβάσιλας θεωρεί ότι είναι το πρόσωπο της Παναγίας που «βλέπει» ο Θεός και ακολούθως  ὁμολογεί « τὰ πάντα, ὅσα ἐποίησε, καὶἰδοὺ καλὰ λίαν».

Έχουμε και μια εκ του αντιθέτου κατάσταση με την πιο πάνω, που φωτίζει και αναδεικνύει ακόμα περισσότερο τον ρόλο της Παναγίας. Πριν την δημιουργία του ανθρώπου ο Θεός δημιοὐργησε τα Αγγελικά τάγματα. Γνωρίζουμε ότι ο Εωσφόρος, ο πιο λαμπρός άγγελος,  μαζί με αρκετούς άλλους αγγέλους,  σκέφτηκαν να στασιάσουν κατά του δημιουργού τους και να διεκδικήσουν την θέση του Θεού για τους εαυτούς τους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να χάσουν κάθε δόξα και μεγαλείο που είχαν ( αφού ό,τι είχαν πήγαζε από τον Θεό) και να καταντήσουν διάβολοι. Ο Θεός, ως αγάπη που είναι, προφανώς θα ήθελε πολύ να μπορούσε να διορθώσει αυτό το κακό για τον Εωσφόρο και τους ακολούθους του.  Όμως,  έπρεπε να επιδειχθεί κάποια μετάνοια, κάποια σκέψη μεταμέλειας από τον Εωσφόρο,  ώστε ο Θεός να «πιαστεί» από αυτό και να τους επαναφέρει, χωρίς αυτό να φαίνεται,  ότι είναι καταναγκαστικό εκ μέρους του Θεού (η μετάνοια ακριβώς,  θα ήταν το σημάδι της ελεύθερης επιλογής του Εωσφόρου για επιστροφή). Η μετάνοια όμως,  προϋποθέτει ταπείνωση. Δυστυχώς, όπως το ομολογούν και πολλοί Άγιοι, ο διάβολος δεν έδειξε και μάλλον, ούτε είναι διατεθειμένος να δείξει ίχνος μετανοίας, διότι δεν έχει ίχνος ταπείνωσης. Γι αυτό και ο Θεός «δεν μπορεί» να σώσει τον διάβολο και τους αγγέλους αυτού. Αυτό είναι ένα παράδειγμα που δείχνει ότι και στην περίπτωση του ανθρωπίνου γένους δεν ήταν αναγκαστική η σωτηρία  και η αποκατάσταση μας. Ευτυχώς για μας ( σε αντίθεση με τα διαβολικά τάγματα) βρέθηκε μέσα στο ανθρώπινο γένος η Παναγία, η οποία με την αρετή της , την ταπείνωση, την καθαρότητα, σαν να κάλεσε τον Θεό να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία στους ανθρώπους.

Η Παναγία λειτούργησε ως το μέσο του Θεού,  για να επανασυνδεθεί με τους ανθρώπους. Σε ἐνα τροπάριο του Αγ. Ανδρέα Κρήτης αυτό εκφράζεται ευκρινέστατα, και σε πλήρη συμφωνία με όσα γράφει ο Αγ. Νικόλαος Καβάσιλας:

«τέλος τό σκοπιμώτατον καί ὕστατον, πάναγνε, δημιουργίας ἁπάσης, δι’ ἥν ὁ Κόσμος ἐγένετο καί σοῦτῇ γεννήσει ἡ αἰώνιος τοῦ Κτίστου βουλή πεπλήρωται»

Ο Άγ. Ανδρέας ονομάζει την Παναγία ως το «τέλος τό σκοπιμώτατον », δηλαδή τον συνειδητό σκοπό όλης της δημιουργίας, διότι η γέννηση της (η εμφάνιση της στην ιστορία)  επέτρεψε να πραγματοποιηθεί ο αρχικός σχεδιασμός του Θεού για την δημιουργία του κόσμου (ἡ αἰώνιος τοῦΚτίστου βουλή πεπλήρωται).

Βλέπουμε ότι οι Άγιοι μας αποδίδουν στο πρόσωπο της Παναγίας μας κοσμολογικές  διαστάσεις. Είναι γι΄ αυτό το λόγο που το πρόσωπο αυτό έλκυσε τον Θεό και τον έπεισε κατά κάποιο τρόπο,  ότι το σχέδιο του για να γίνει άνθρωπος είναι όχι μόνο εφικτό            (άλλωστε όλα είναι δυνατά στον Θεό),  αλλά και αξίζει τον κόπο, αφού το ανθρώπινο γένος αξιώθηκε να βλαστήσει ένα τέτοιο πλάσμα, άξιο να λειτουργήσει ως  «μητέρα του Θεού».

Ακόμα και οι Άγγελοι δια μέσου της Υπεραγίας Θεοτόκου είδαν για πρώτη φορά, αυτό που δεν είδαν μετά την πτώση του Εωσφόρου και των λοιπών αγγέλων από τον ουρανό. Η πεισματική υπερηφάνια του Εωσφόρου δεν επέτρεψε στον Θεό να δείξει την άπειρη αγάπη και την εξ αυτής άκρα ταπείνωση που είναι διατεθειμένος να επιδείξει. Αντίθετα,  σύμφωνα με τον Νικόλαο  Καβάσιλα,  η Παναγία Θεοτόκος δια της αρετής της προσέφερε ως θυσία το ίδιο της το αίμα,  με την διαφορά ότι,

« το αίμα της καινούργιας αυτής θυσίας δεν το δέχθηκε απλώς το θυσιαστήριο,  ούτε το κατέφαγε η φωτιά, αλλά το πήρε πάνω του ο ίδιος ο Θεός και το φόρεσε σαν «ιμάτιον σωτηρίου και χιτώνα ευφροσύνης», ξαναχαρίζοντάς το στους ανθρώπους σαν όπλο εναντίον κάθε κάκου και κάθε πόνου. Και δεν ντράπηκε γι’ αυτή την περιβολή, αλλά την ονομάζει αντίθετα δόξα και βασιλεία του. Και σωστά, γιατί όταν φορώντας αυτό το «ιμάτιο» πήρε μέρος στη ζωή των ανθρώπων,  λέγει η Γραφή ότι «έφθασε στη γη η βασιλεία των ουρανών». Γι’ αυτή τη βασιλική ενδυμασία ρωτούσαν οι Άγγελοι το Σωτήρα: «γιατί είναι κόκκινη η στολή σου;»

Με αφορμή το πρόσωπο της Παρθένου Μαρίας,  οι Άγγελοι απορούσαν και διερωτούντο, πώς ο ίδιος ο Θεός και Δεσπότης τους,  έδειχνε τόση συγκατάβαση και ταπείνωση. Με αυτό το τρόπο,  όπως κηρύττει ο Απ. Παύλος, φανερώθηκε σε όλους ο πλούτος της χάριτος του Χριστού, ώστε

 «φωτίσαι πάντας τίς ἡ οἰκονομία τοῦ μυστηρίου τοῦ ἀποκεκρυμμένου ἀπὸ τῶν αἰώνων ἐν τῷ Θεῷ, τῷτὰ πάντα κτίσαντι διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἵνα γνωρισθῇ νῦν ταῖς ἀρχαῖς καὶ ταῖς ἐξουσίαις ἐν τοῖς ἐπουρανίοις διὰ τῆς ἐκκλησίας ἡ πολυποίκιλος σοφία τοῦ Θεοῦ».

Δεν είναι τυχαίο που η εκκλησία μας  τοποθετεί του Αγγέλους να υμνούν και να δοξολογούν την Παναγία «Μητέρα του Θεού». Έγινε αφορμή να γνωρίσουν βαθύτερα και με τρόπο ξένο και άγνωστο σε αυτούς ως τότε, μέχρι πού μπορεί να φθάσει η «πολυποίκιλος σοφία τοῦ Θεοῦ»,  προκειμένου να σώσει τα δημιουργήματα της.

Τις μέρες αυτές που εορτάζουμε την μεγάλη εορτή της Κοίμησης της «μητέρας του Θεού»,  η εκκλησία μας παρουσιάζει μια σύνοδο ουρανού και γης για το πρόσωπο που ξανά -ένωσε τον Ουρανό με την Γη. Οι Απόστολοι πάνω στα νέφη επιστρέφουν κοντά στην κοινή μητέρα. Ο Δεσπότης Χριστός με την ιδιότητα του Υιού της παρθένου, ως οφειλέτης Υιός, συγκεντρώνει τις χορείες των Αγγέλων και παρίστανται ιεροπρεπώς στην ιερή στιγμή της Μητέρας. Αν εξαιρέσουμε την εικόνα της Σταύρωσης και της Αποκαθήλωσης που παρουσιάζονται την Αγία Εβδομάδα, η εικόνα της Κοίμησης της Παναγίας  είναι η πιο συγκινητική (από ανθρώπινη άποψη) σκηνή της εκκλησίας μας,  αλλά και η εναργέστερη απόδειξη ( από θεολογική έποψη), ότι πλέον έχει αποκατασταθεί η σχέση Ουρανού και Γης, μέσω μιας γυναίκας που αξιώθηκε να γίνει μητέρα του Θεού.

Αυτή την αποκατάσταση, ας αξιοποιήσουμε όλοι,  προσερχόμενοι με δέος και ευλάβεια αυτές τις μέρες, κοντά στην κοινή  Μητέρα Ουρανού και Γης.

Μιχάλης Χριστοφορίδης ( Εκπαιδευτικός)