1000
Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
ΟΜΙΛΙΕΣ

Ομιλία του Μιχάλη Χριστοφορίδη – Ο Σταυρός ως θεραπεία της προπατορικής πτώσεως

«Ὁ διὰ βρώσεως τοῦ ξύλου, τῷ γένει προσγενόμενος θάνατος, διὰ Σταυροῦ κατήργηται σήμερον»

Η προπατορική αμαρτία έφερε μια οντολογική αλλαγή στην ανθρώπινη φύση, η οποία αλλαγή μετεδόθη σε όλους τους ανθρώπους και είναι αυτή η αλλαγή που συνιστά τη λεγόμενη προπατορική αμαρτία. Με άλλα λόγια, οι απόγονοι του Αδάμ, δεν τιμωρούμαστε για την αμαρτία του Αδάμ (όπως πολύ καλά εξήγησε ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης στο κλασικό του βιβλίο «Το προπατορικό αμάρτημα»), αλλά το ότι καταγόμαστε από τον Αδάμ, μας καθιστά κοινωνούς και κληρονόμους της ίδιας φύσεως με αυτόν. Εφόσον αυτή η φύση είχε φθαρεί και υπόκειτο στη ροπή της αμαρτίας και εν τέλει στον θάνατο, κατ’ ανάγκη και εμείς υποκείμεθα στη ροπή της αμαρτίας, στη φθορά και φυσικά στον θάνατο. Αυτά τα εκφράζει το τροπάριο της Ζ΄ Ωδής του κανόνα της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού:

Ξύλου γευσάμενος ὁ πρῶτος ἐν βροτοῖς, φθορᾷ παρῴκησε· ῥίψιν γὰρ ζωῆς ἀτιμοτάτην κατακριθείς, ὅλῳ τῷ γένει σωματοφθόρος τις, ὡς λύμη τῆς νόσου μετέδωκεν· ἀλλ᾿ εὑρηκότες γηγενεῖς ἀνάκλησιν, Σταυροῦ τὸ ξύλον κράζομεν· Ὁ ὑπερύμνητος, τῶν Πατέρων καὶ ἡμῶν, Θεὸς εὐλογητὸς εἶ.

Δηλαδή,

Ἐπειδή γεύθηκε (τόν ἀπαγορευμένο) καρπό ὁ πρῶτος μεταξύ τῶν ἀνθρώπων (ὁ Ἀδάμ), συγκατοίκησε μέ τή φθορά (ἔγινε φθαρτός)· Διότι, ἀφοῦ καταδικάσθηκε σέ ἀτιμωτική ἀπόρριψη ἀπό τή ζωή, ὡς βλάβη πού φθείρει τό σῶμα, μετέδωσε τήν ἀσθένεια σέ ὅλο τό γένος του· Ἀλλά, ἀφοῦ βρήκαμε οἱ πιστοί ὡς αἰτία ἐπανόδου μας τό ξύλο τοῦ Σταυροῦ, κράζουμε· Ὁ ὑπερύμνητος Θεός τῶν πατέρων καί δικός μας εἶσαι δοξασμένος.

Η προπατορική πτώση μπορεί να αναλυθεί σε διάφορες πτυχές:

Α) Ο άνθρωπος δεν υπακούει στον Θεό.  Ο Θεός του είπε ξεκάθαρα «καὶ ἐνετείλατο Κύριος ὁ Θεὸς τῷ Ἀδὰμ λέγων· ἀπὸ παντὸς ξύλου τοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ βρώσει φαγῇ, ἀπὸ δὲ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ· ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε.» Ο άνθρωπος παρακούει και προχωρεί στην απαγορευμένη βρώση.

Β) Ο άνθρωπος δεν εμπιστεύεται τον Θεό, όσον αφορά τη συμβουλή που του έδωσε, αλλά τον Διάβολο που συκοφαντεί τον Θεό, ως κάποιον που προσπαθεί να κρατήσει τον άνθρωπο  μακρυά από το προνόμιο της γνώσης του καλού και του πονηρού̇  ̇«καὶ εἶπεν ἡ γυνὴ τῷ ὄφει· ἀπὸ καρποῦ τοῦ ξύλου τοῦ παραδείσου φαγούμεθα, ἀπὸ δὲ τοῦ καρποῦ τοῦ ξύλου, ὅ ἐστιν ἐν μέσῳ τοῦ παραδείσου, εἶπεν ὁ Θεός, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ, οὐ δὲ μὴ ἅψησθε αὐτοῦ, ἵνα μὴ ἀποθάνητε. καὶ εἶπεν ὁ ὄφις τῇ γυναικί· οὐ θανάτῳ ἀποθανεῖσθε· ᾔδει γὰρ ὁ Θεός, ὅτι ᾗ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, διανοιχθήσονται ὑμῶν οἱ ὀφθαλμοὶ καὶ ἔσεσθε ὡς θεοί, γινώσκοντες καλὸν καὶ πονηρόν». Ο διάβολος δελεάζει την Εύα, ότι με τη βρώση του καρπού, θα γίνουν ως Θεοί, γνωρίζοντες και διακρίνοντες το καλό και το πονηρό.

Γ) Ο άνθρωπος αντλεί ηδονή από τη βρώση του καρπού. Όχι μόνο παρακούει τον Θεό, αλλά μετά την αποδοχή της συκοφαντίας του Διαβόλου, νιώθει ένα ευχάριστο αίσθημα από την όλη πράξη της παρακοής. «Καὶ εἶδεν ἡ γυνή, ὅτι καλὸν τὸ ξύλον εἰς βρῶσιν καὶ ὅτι ἀρεστὸν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἰδεῖν καὶ ὡραῖόν ἐστι τοῦ κατανοῆσαι, καὶ λαβοῦσα ἀπὸ τοῦ καρποῦ αὐτοῦ ἔφαγε· καὶ ἔδωκε καὶ τῷ ἀνδρὶ αὐτῆς μετ᾿ αὐτῆς, καὶ ἔφαγον». Προφανώς η ηδονή με τον τρόπο που περιγράφεται δεν εξαντλείται στη γεύση ενός φρούτου, ή στην αισθητική ομορφιά ενός καρπού, αλλά στο ότι «ὡραῖόν ἐστι τοῦ κατανοῆσαι». Μετά την επίδειξη εμπιστοσύνης του ανθρώπου στα λόγια του διαβόλου, η βρώση του καρπού δημιουργούσε  εσωτερικά όχι μόνο γευστικά ή αισθητικά αποτελέσματα, αλλά και ένα αίσθημα αυτό-ολοκλήρωσης, μια ικανοποίηση ότι τελικά βρήκε τον τρόπο να γίνει Θεός, παρόλη την προσπάθεια του Θεού να τον κρατήσει μακριά από αυτή τη θέση (κάπως έτσι αντιλαμβανόταν εκείνη τη στιγμή ο άνθρωπος τον ρόλο του Θεού, αφού στην πράξη δέχτηκε αυτό που του υπέβαλε ο διάβολος).

Δ) Ο άνθρωπος «νομίζει»  ότι μπορεί να γνωρίζει το καλό και το πονηρό. «Καὶ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοὶ τῶν δύο, καὶ ἔγνωσαν ὅτι γυμνοὶ ἦσαν» «καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ἰδοὺ Ἀδὰμ γέγονεν ὡς εἷς ἐξ ἡμῶν, τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν·» Ο άνθρωπος αποκτά όντως μια νέα γνώση. Όμως το πρωταρχικό πρόβλημα για τη γνώση του καλού και του κακού δεν ήταν απλώς η γνώση, αλλά η καταλληλότητα και ετοιμότητα του προσώπου να επεξεργάζεται αυτή τη γνώση. Το πρόβλημα του ανθρώπου ήταν ότι δεν ίσχυε καθόλου αυτό που προφανώς με μια δόση ειρωνίας λέει ο Θεός «ἰδοὺ Ἀδὰμ γέγονεν ὡς εἷς ἐξ ἡμῶν». Ο Αδάμ έπρεπε πρώτα να  γινόταν, με την υπακοή στον Θεό, «ὡς εἷς ἐξ αυτῶν», και μετά θα ήταν έτοιμος προς το «γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν». Και ο λόγος είναι ότι αν γινόταν πραγματικά όμοιος με τον Θεό, θα ήταν πραγματικά ελεύθερος από κάθε απειλή, από κάθε δέσμευση, από κάθε πάθος και άρα η κρίση του για καλό και το πονηρό θα ήταν αντικειμενική και αληθινή. Μετά την πτώση ο Αδάμ, υπό το κράτος της φθοράς, της αμαρτίας και του θανάτου, έχει μια διαστρεβλωμένη κρίση για το καλό και το πονηρό. Και αυτό αποδεικνύεται ευθύς αμέσως, από τις πρώτες στιγμές μετά την πτώση.

Ε) Ο άνθρωπος γίνεται άτομο. Αφού σπάζει τη σχέση εμπιστοσύνης με τον Θεό, αρχίζει αμέσως να βλέπει τα πράγματα διαστρεβλωμένα, προκειμένου να προστατέψει το άτομό του. Όταν τον ρωτά ο Θεός «καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Θεός· τίς ἀνήγγειλέ σοι ὅτι γυμνὸς εἶ, εἰ μὴ ἀπὸ τοῦ ξύλου, οὗ ἐνετειλάμην σοι τούτου μόνου μὴ φαγεῖν, ἀπ᾿ αὐτοῦ ἔφαγες; καὶ εἶπεν ὁ Ἀδάμ· ἡ γυνή, ἣν ἔδωκας μετ᾿ ἐμοῦ, αὕτη μοι ἔδωκεν ἀπὸ τοῦ ξύλου, καὶ ἔφαγον». Πλέον ο Αδάμ δεν βλέπει την Εύα ως δώρο του Θεού («καὶ εἶπεν Ἀδάμ· τοῦτο νῦν ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων μου καὶ σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός μου· αὕτη κληθήσεται γυνή, ὅτι ἐκ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς ἐλήφθη αὕτη»). Η Εύα για τον Αδάμ είναι τώρα η εύκολη δικαιολογία για την παρακοή του. Και μάλιστα δεν αισχύνεται να υπαινιχθεί έμμεσα, ότι ο ίδιος ο Θεός φταίει, αφού αυτός του έδωσε την Εύα. Το ίδιο ακριβώς σύμπτωμα και η Εύα: «καὶ εἶπε Κύριος ὁ Θεὸς τῇ γυναικί· τί τοῦτο ἐποίησας; καὶ εἶπεν ἡ γυνή· ὁ ὄφις ἠπάτησέ με, καὶ ἔφαγον». Βλέπουμε πλέον ότι η ικανότητα του ανθρώπου να κρίνει το καλό και το πονηρό, αυτό το χαρακτηριστικό προνόμιο, για το οποίο υποτίθεται έφαγε τον απαγορευμένο καρπό, αλλοτριώνεται από τον εγωισμό, υπηρετεί το άτομο, και διασπά την αγαπητική σχέση άνδρα και γυναίκας. Κανένας από τους δύο δεν μπορεί να διακρίνει την αλήθεια του «πονηρού» της πράξεώς τους, ότι δηλαδή έδειξαν μια ασύγγνωστη έλλειψη εμπιστοσύνης στον Θεό και δημιουργό τους και πίστεψαν, με δόλιο κίνητρο την ισοθεΐα, τον διάβολο που συκοφαντούσε τον Θεό. Γι’ αυτό και προσπαθεί ο καθένας τρόπον τινά να σώσει το τομάρι του, αδιαφορώντας για τις συνέπειες που έχουν αυτά που λέει για τον άλλο. Η πραγματική μετάνοια εκείνη τη στιγμή θα έσωζε την κατάσταση. Αλλά η «άρρωστη» κατάσταση του ανθρώπου δεν του επέτρεπε να διακρίνει το καλό και το πονηρό. Η αγάπη του Αδάμ προς τη γυναίκα του θα μπορούσε να τον αποτρέψει να πει αυτά που είπε. Αλλά και αυτή, όπως φαίνεται, είχε αλλοιωθεί.

Έναντι αυτής της ζοφερής κατάστασης του ανθρώπου και προκειμένου να μην διατηρηθεί αυτή η κατάσταση αιώνια, ο Θεός αποφασίζει: «καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ἰδοὺ Ἀδὰμ γέγονεν ὡς εἷς ἐξ ἡμῶν, τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν· καὶ νῦν μή ποτε ἐκτείνῃ τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ λάβῃ ἀπὸ τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς καὶ φάγῃ καὶ ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα. καὶ ἐξαπέστειλεν αὐτὸν Κύριος ὁ Θεὸς ἐκ τοῦ παραδείσου τῆς τρυφῆς ἐργάζεσθαι τὴν γῆν, ἐξ ἧς ἐλήφθη. καὶ ἐξέβαλε τὸν Ἀδὰμ καὶ κατῴκισεν αὐτὸν ἀπέναντι τοῦ παραδείσου τῆς τρυφῆς καὶ ἔταξε τὰ Χερουβὶμ καὶ τὴν φλογίνην ρομφαίαν τὴν στρεφομένην φυλάσσειν τὴν ὁδὸν τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς».

Ο άνθρωπος εξέρχεται από τον παράδεισο έχοντας χάσει τη θέα του Θεού, που απολάμβανε όταν ήταν μέσα σε αυτόν. Ο νους του (που είναι ο οφθαλμός της ψυχής) σκοτίστηκε και τα σπέρματα της αμαρτίας που περιγράψαμε πιο πάνω είχαν καταφέρει μια οντολογική αλλοίωση στη φύση του, με αποτέλεσμα η ανθρώπινη φύση να υπόκειται στη φθορά και τον θάνατο. Τα σπέρματα αυτά θα αναπτύσσονται και θα ριζώνουν δημιουργώντας νέα ερείσματα για τα πάθη και την αμαρτία, συνεργούντος φυσικά και του αρχεκάκου όφεως, ο οποίος θα συνεχίσει αυτό που άρχισε μέσα στον παράδεισο.

Η ανυπακοή και η έλλειψη εμπιστοσύνης στον Θεό και η κατ’ αντιδιαστολή αποδοχή της εισηγήσεως του διαβόλου μέσα στον παράδεισο, θα εξελιχθεί στην πλήρη απιστία, αθεΐα και εν τέλει στην ειδωλολατρεία έξω από τον παράδεισο. Ο κτίστης Θεός θα ξεχαστεί τελείως και θα λατρεύεται η κτίσις παρά τον κτίσαντα. Πίσω από την κτίση, θα λατρεύεται έμμεσα ή ακόμα και άμεσα, ο ίδιος ο διάβολος. Η άντληση ηδονής από τον υλικό καρπό, παρά την εντολή του Θεού, μέσα στον παράδεισο θα εξελιχθεί σε ένα ατέλειωτο κυνήγι ηδονής από τα υλικά πράγματα έξω από τον παράδεισο. Έτσι θα εμφανιστούν όλα τα σαρκικά πάθη, η φιλαργυρία και η πλεονεξία και όλα τα κακά που γεννιούνται από αυτά. Η ηδονή που ένιωσαν οι πρωτόπλαστοι από τη νομιζόμενη ισοθεΐα και την ικανότητα γνώσης καλού και πονηρού μέσα στον παράδεισο, θα εξελιχθεί στην οίηση, στην υπερηφάνεια και τον εγωισμό που οχυρώνουν τον κάθε άνθρωπο στο άτομό του και του δημιουργούν την ψευδαίσθηση της παντογνωσίας και εν συνεχεία θα γεννηθούν όλες οι έριδες και οι μάχες που προέρχονται από αυτά.

Μέσα σε αυτή την κατάσταση έπρεπε ο Θεός να βρει τρόπο να θεραπεύσει «το μέγα τραύμα, τον άνθρωπο». Και εφόσον το τραύμα ήταν μεγάλο, μάλλον και η θεραπεία προοιωνιζόταν επώδυνη.

Φάνηκε ότι η θεραπεία δεν μπορούσε να προέλθει από τον ίδιο τον άνθρωπο. Χρειαζόταν η έξωθεν βοήθεια. Γι’ αυτό «Ἰδὼν ὁ Κτίστης ὀλλύμενον, τὸν ἄνθρωπον χερσίν, ὃν ἐποίησε, κλίνας οὐρανοὺς κατέρχεται». Μπαίνει σε ενέργεια το σχέδιο της Θείας Οικονομίας. Για αιώνες, μέσα από προφητικά κείμενα και αλληγορούμενα  γεγονότα υπαινίσσεται ο τρόπος της θεραπείας που δεν είναι άλλος από τον Σταυρό του Χριστού. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς μας διδάσκει ξεκάθαρά πως η άκτιστη ενέργεια του μυστηρίου του Σταυρού ήταν παρούσα και πριν τη σταύρωση του Χριστού. «Στὸν Ἀβραὰμ ποὺ ἀξιώθηκε τὴ θαυμασιωτέρα θεοπτία, ὅταν εἶδε τὸν ἕνα τρισυπόστατο Θεὸ στὴ Βαλανιδιὰ τοῦ Μαβρῆ (Γεν. 18,1), ἐνεργήθηκε τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ ὅταν θυσίαζε τὸν γιό του Ἰσαάκ. Ὁ Ἰσαὰκ ἦταν ὁ ἴδιος τύπος ἐκείνου ποὺ προσηλώθηκε σ᾿ αὐτόν, ἀφοῦ ἔγινε ὑπήκοος στὸν πατέρα του μέχρι θανάτου, ὅπως ὁ Χριστός. Καὶ τὸ κριάρι ποὺ τοῦ δόθηκε σὲ σφαγὴ ὑπὲρ ἡμῶν, καὶ τὸ φυτό, στὸ ὁποῖο ἦταν τὸ κριάρι δεμένο, εἶχε τὸ μυστήριο τοῦ τύπου τοῦ Σταυροῦ, γι᾿ αὐτὸ καὶ λεγόταν Σαβέκ, φυτὸ ἀφέσεως, ὅπως καὶ ὁ Σταυρὸς λεγόταν ξύλο σωτηρίας». Άρα, πολύ νωρίς ο Θεός άρχισε να προετοιμάζει τον κόσμο για τον τρόπο της θεραπείας της προπατορικής πτώσεως.

Γιατί όμως ο σταυρός; Δεν υπήρχε πιο εύκολος τρόπος να θεραπευτεί το κακό; Έπρεπε οι Ιουδαίοι να σταυρώσουν τον Χριστό; Ανάλογα με το τραύμα είναι και η θεραπεία. Ο Χριστός έπρεπε να σταυρωθεί, διότι οι άνθρωποι ήταν έτοιμοι να φθάσουν μέχρι αυτού του σημείου, να τον σταυρώσουν. Ο σταυρός ήταν το όριο της κακίας που επεφύλασσαν οι άνθρωποι στον δημιουργό τους. Γι’ αυτό και ο Χριστός προκειμένου να θεραπεύσει πλήρως και το έσχατο όριο αυτής της κακίας έπρεπε να περάσει από αυτό, χωρίς αμαρτία. Να τον σταυρώνουν και αυτός να συνεχίσει να τους αγαπά και να ζητά από τον πατέρα Του να τους συγχωρήσει.

Ο Αδάμ στον παράδεισο αμάρτησε, όταν έφαγε από τον καρπό, και όμως χωρίς να συναισθανθεί το λάθος του, προσπάθησε να ρίξει το φταίξιμο στην Εύα (που ήταν και αυτή εν μέρει υπεύθυνη) και έμμεσα στον Θεό (που ήταν εντελώς αθώος για την πτώση του Αδάμ). Ο Χριστός στη ζωή Του δεν αμάρτησε καθόλου («ὅτι ἀνομίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ·») και όταν αναίτια σταυρώνεται από αυτούς που είναι ολοκληρωτικά αμαρτωλοί, παρακαλεί τον πατέρα Του να τους συγχωρήσει και συνεχίζει να αποδέχεται τις συνέπειες των πράξεών τους (τη σταύρωση) και εν τέλει φαίνεται ότι αυτός τιμωρείται αντί αυτών. Και όχι μόνο τιμωρείται, αλλά τιμωρείται από αυτούς που είναι οι πραγματικά αμαρτωλοί (αυτοί που τον σταύρωσαν από φθόνο). Όχι μόνο δεν ανακοινώνει στον πατέρα Του την πραγματική τους ευθύνη, όχι μόνο τους δίνει το ελαφρυντικό ότι δεν ήξεραν τι έκαναν, αλλά ούτε καν διεκδικεί για τον εαυτό Του την αθώωση και την απαλλαγή από το βάσανο του Σταυρού, ως εντελώς αθώος.

Ποιος τρόπος άλλος θα μπορούσε να δείξει με πιο εκπληκτικό και ξεκάθαρο τρόπο ότι στο πρόσωπο του άνθρωπου Χριστού θεραπεύτηκε η πράξη εκείνη του Αδάμ; Ποιος άλλος τρόπος πιο μεγαλειώδης θα μπορούσε να θεραπεύσει τη διάσταση του Αδάμ και της Εύας (ο ένας ρίχνει το φταίξιμο στον άλλο), από το ότι την ώρα που έφταναν οι σταυρωτές στο έσχατο όριο της κακίας τους, ο Χριστός δεν υποκύπτει στο να δει τον εαυτό του ως «εγώ ο αθώος και οι άλλοι οι αμαρτωλοί», αλλά μένει μαζί τους, αποδέχεται ό,τι κάνουν και ζητά γενική αμνηστία για όλους από τον Πατέρα του; Μετά από αυτή την υπέρτατη πράξη αγάπης προς τους άλλους ανθρώπους από τον άνθρωπο Χριστό που έπασχε πραγματικά,  ήταν φυσικό ο Θεός πατέρας να δεχτεί πίσω την ανθρώπινη οικογένεια στους κόλπους Του εν προσώπω του Ιησού Χριστού (γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό να έχει ο Χριστός ΚΑΙ την ανθρώπινη φύση, διότι αν όλο αυτό το δράμα γινόταν χωρίς να πάσχει πραγματικά, τότε φυσικά ακυρώνεται και όλη αυτή η μεγαλειότητα της πράξης).

Οι πρωτόπλαστοι εισήγαγαν στον κόσμο τη διαρκή επιζήτηση της ηδονής μέσω των κτισμάτων. Ο Χριστός με όλη τη ζωή Του, αρνείται την οδό της ηδονής του κόσμου τούτου:  Γεννήθηκε άσημος και έζησε φτωχός («ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ»). Όντας Θεός, δέχεται εκούσια να γίνει άνθρωπος σε ένα πλαίσιο κακοπάθειας. Όταν πειράζεται από τον διάβολο αρνείται να υποκύψει στον πειρασμό της κατάργησης της νηστείας έναντι της αφθονίας των άρτων, που συμβολίζουν τα υλικά αγαθά. Σε αντίθεση με την Εύα, αρνείται να εμπιστευτεί τον διάβολο και να πιστεύσει σε μια νόθα ισοθεΐα όταν του λέει «Εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, βάλε σεαυτὸν κάτω· γέγραπται γὰρ ὅτι τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ ἐντελεῖται περὶ σοῦ καὶ ἐπὶ χειρῶν ἀροῦσίν σε, μήποτε προσκόψῃς πρὸς λίθον τὸν πόδα σου». Όταν ο διάβολος Τον υψώνει εις όρος υψηλόν «καὶ δείκνυσιν αὐτῷ πάσας τὰς βασιλείας τοῦ κόσμου καὶ τὴν δόξαν αὐτῶν» και πάλι αρνείται να προσκυνήσει τον διάβολο, διότι η μόνη ύψωση που προσδοκά είναι η ύψωση επί του Σταυρού, διαμέσου της οποίας δεν θα κερδίσει τας βασιλείας του κόσμου τούτου, αλλά θα ελκύσει τον ηγαπημένο άνθρωπο προς εαυτόν: «κἀγὼ ἐὰν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρὸς ἐμαυτόν». Όπως το εκφράζει ο Απ. Παύλος «ἀφορῶντες εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν, ὃς ἀντὶ τῆς προκειμένης αὐτῷ χαρᾶς ὑπέμεινε σταυρὸν, αἰσχύνης καταφρονήσας». Και πάλι ο Σταυρός προτίθεται ως η έσχατη απόδειξη της θεραπείας της ροπής του ανθρώπου προς την ηδονή. Ο Χριστός ως Θεός βρίσκεται σε αιώνια μακαριότητα, ανενδεής και απρόσιτος στη φθορά.  Και ως άνθρωπος, αφού ήταν αναμάρτητος, θα μπορούσε να ζήσει μια άνετη ζωή, χωρίς δοκιμασίες και θλίψεις. Όμως «οὐ γὰρ ἔχομεν ἀρχιερέα μὴ δυνάμενον συμπαθῆσαι ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν, πεπειρασμένον δὲ κατὰ πάντα καθ’ ὁμοιότητα χωρὶς ἁμαρτίας…ὅθεν ὤφειλε κατὰ πάντα τοῖς ἀδελφοῖς ὁμοιωθῆναι, ἵνα ἐλεήμων γένηται καὶ πιστὸς ἀρχιερεὺς τὰ πρὸς τὸν Θεόν, εἰς τὸ ἱλάσκεσθαι τὰς ἁμαρτίας τοῦ λαοῦ». Μέσα στο σχέδιο της Θείας Οικονομίας μας δείχνει τον δρόμο της άσκησης του σταυρού, ώστε να γνωρίζουμε και εμείς εμπράκτως πώς θεραπεύεται η φιληδονία της προπατορικής πτώσεως. Μετά από το παράδειγμα του σταυρού του Χριστού, ξέρουμε ότι «ουδείς μετ’ ανέσεως θα μπορέσει να εισέλθει εις τη βασιλεία των ουρανών». Πλέον όλοι «οὕς πρὶν ὁ ἐχθρός, δι’ ἡδονῆς συλήσας, ἐξορίστους Θεοῦ πεποίηκε» προσκυνούμεν «τὸ ζωοποιὸν ξύλον ἐν ᾧ Χριστὸς ὁ Βασιλεὺς τῆς δόξης, ἑκουσίως χεῖρας ἐκτείνας, ὕψωσεν ἡμᾶς εἰς τὴν ἀρχαίαν μακαριότητα» και γνωρίζουμε από Αυτόν ότι πρέπει και εμείς εκουσίως να αρνηθούμε το δέλεαρ των υλικών  ηδονών που μας προσφέρει (ειδικά στην εποχή μας) πλουσιοπάροχα ο αρχαίος όφις και να αναλάβουμε τον αγώνα της νηστείας, της ασκήσεως και της εγκράτειας. Πρέπει να δείξουμε εμπράκτως στον Θεό και πατέρα μας ότι όπως και ο Μωυσής, ο οποίος «ἠρνήσατο λέγεσθαι υἱὸς θυγατρὸς Φαραώ, μᾶλλον ἑλόμενος συγκακουχεῖσθαι τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ ἢ πρόσκαιρον ἔχειν ἁμαρτίας ἀπόλαυσιν· μείζονα πλοῦτον ἡγησάμενος τῶν Αἰγύπτου θησαυρῶν τὸν ὀνειδισμὸν τοῦ Χριστοῦ· ἀπέβλεπε γὰρ εἰς τὴν μισθαποδοσίαν» και εμείς αρνούμαστε να είμαστε υποχείρια των ηδονών του κόσμου τούτου. Όχι διότι θέλουμε να βασανίζουμε τους εαυτούς μας (όπως κάποιοι κακώς θεωρούν ότι η Εκκλησία αρνείται την ευχαρίστηση και τη χαρά της ζωής και συνεχώς επιβάλλει δύσκολες ασκήσεις και ανούσιες στερήσεις), αλλά διότι έναντι αυτών των γήινων και υλικών ηδονών, προκρίνουμε κάποιες άλλες πολύ καλύτερες «Οὐ γὰρ ἐχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν». Η εκούσια άρνηση των επιγείων ηδονών (για χάρη του Θεού) είναι η πλέον πειστική απόδειξη για τον Θεό, ότι θέλουμε και επιζητούμε τα δικά του άφθαρτα και αιώνια αγαθά, «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν». Και είτε μας αρέσει είτε όχι, ο Θεός, σεβόμενος την ελευθερία μας, χρειάζεται αυτές τις έμπρακτες αποδείξεις.

Τέλος ο Σταυρός, ως το έσχατο όριο της υπακοής του Χριστού στον πατέρα του, ήταν η πλέον μέγιστη θεραπεία της παρακοής του ανθρώπου στον παράδεισο. Ο Χριστός «ὃς ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ, ἀλλ’ ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος, καὶ σχήματι εὑρεθεὶς ὡς ἄνθρωπος ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ». Και πάλι ο σταυρός ως έσχατο όριο της υπακοής, θεραπεύει την ανυπακοή του Αδάμ. Η υπακοή στην περίπτωση αυτή δεν είναι δείγμα υποταγής, για να εξιλεωθεί ο Θεός, από το γεγονός ότι προσβλήθηκε από την ανυπακοή του Αδάμ. Δεν πρέπει να την βλέπουμε ως κάποιο τρόπο «καλοπιάσματος» του Θεού, για να μας συγχωρέσει. Θα ήταν πολύ «ανθρώπινος» ένας τέτοιος Θεός. Πρέπει να αναζητήσουμε το νόημά της και πάλι στα σπέρματα της προπατορικής πτώσεως.  Ο Απ. Παύλος περιγράφει τον σταυρό ως σκάνδαλο για τη λογική του πεπτωκότος ανθρώπου.

«Ὁ λόγος γὰρ ὁ τοῦ σταυροῦ τοῖς μὲν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστί, τοῖς δὲ σῳζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ ἐστι. Γέγραπται γάρ· ἀπολῶ τὴν σοφίαν τῶν σοφῶν, καὶ τὴν σύνεσιν τῶν συνετῶν ἀθετήσω. ποῦ σοφός; ποῦ γραμματεύς; ποῦ συζητητὴς τοῦ αἰῶνος τούτου; οὐχὶ ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου; ἐπειδὴ γὰρ ἐν τῇ σοφίᾳ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔγνω ὁ κόσμος διὰ τῆς σοφίας τὸν Θεόν, εὐδόκησεν ὁ Θεὸς διὰ τῆς μωρίας τοῦ κηρύγματος σῶσαι τοὺς πιστεύοντας. ἐπειδὴ καὶ Ἰουδαῖοι σημεῖον αἰτοῦσι καὶ Ἕλληνες σοφίαν ζητοῦσιν, ἡμεῖς δὲ κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον, Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον, Ἕλλησι δὲ μωρίαν…».

Ξεκάθαρα στα λόγια αυτά φαίνεται ότι ο εσταυρωμένος Χριστός δεν μπορεί να σταθεί στη λογική του ανθρώπου, ο οποίος έχει όλα τα γνωρίσματα της προπατορικής πτώσεως. Διότι το πρώτο γνώρισμα είναι ότι δεν παραδέχεται την πτώση του, και κυρίως δεν παραδέχεται ότι το φταίξιμο ήταν δικό του. Προσπαθεί να βρει χίλιες αιτίες για να δικαιολογήσει τις αμαρτωλές επιλογές του. Η Εύα έριξε το φταίξιμο της πτώσης της στον όφι και δι’ αυτού στον δημιουργό του. Είναι τυχαίο ότι και σήμερα πολλοί άνθρωποι δικαιολογούν την αμαρτία (κάθε λογής αμαρτία) στηρίζοντας την στη φύση του ανθρώπου (και δι’ αυτής στον δημιουργό του ανθρώπου); Βέβαια τα πράγματα σήμερα είναι πολύ χειρότερα, διότι οι σημερινοί άνθρωποι ούτε καν θεωρούν την αμαρτία ως αμαρτία, ούτε καν θεωρούν ότι παραβαίνουν την εντολή του Θεού, αφού και αυτόν τον Θεό τον διέγραψαν από τη ζωή τους, ως ανύπαρκτο. Πώς ένας τέτοιος άνθρωπος θα δεχτεί τη θεραπεία του σταυρού; Πώς θα δεχτεί τον λόγο του σταυρού, αυτός που θεωρεί ότι είναι ικανός να γνωρίζει το καλό και το πονηρό, βασίζοντας τη γνώση του σε ολόκληρες κοσμοθεωρίες, που έχτισε και οι οποίες σε τελευταία ανάλυση υπηρετούν το εγώ του, το άτομό του και την αυτοσυντήρησή του; Η Φροϋδική θεωρία, η καπιταλιστική θεωρία, η μαρξιστική θεωρία, η θεωρία του Νίτσε, κ.λπ.  στην ουσία εκκινούν από αυτά που ο λόγος του Θεού περιγράφει ως πάθη (εγωισμός, πλεονεξία, φιλαργυρία, υπερηφάνεια, σαρκολατρεία, κ.λπ.), τα αμνηστεύουν, τα θεωρούν ως τη φυσική και υγιή κατάσταση του ανθρώπου και πάνω τους οικοδομούν όλη την κοσμοθεωρία τους. Είναι δυνατόν ένας τέτοιος άνθρωπος να δεχτεί τη θεραπεία του Σταυρού, που στην ουσία ακυρώνει όλα τα πιο πάνω;  Γι’ αυτό η υπακοή στον λόγο του Θεού και στις εντολές Του λειτουργούν ως αποκήρυξη όλων αυτών, ως άρνηση της προπατορικής ηδονής ότι πλέον γνωρίζουμε μόνοι μας το καλό και το πονηρό, ως αναγνώριση της ασθένειας της φύσης μας και άρα η υπακοή λειτουργεί ως η πιο μεγάλη πρόσκληση προς τον Θεό να εισέλθει στη ζωή μας ως ιατρός ψυχών και σωμάτων. Ο Χριστός, παρόλο που ήταν Θεός, στα τελευταία λόγια Του στους μαθητές Του πριν σταυρωθεί, τόνισε πολλές φορές «ὅτι τὰ ῥήματα ἃ ἔδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς», «ἐγὼ δέδωκα αὐτοῖς τὸν λόγον σου», «κἀγὼ τὴν δόξαν ἣν δέδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς», «καὶ ἐγνώρισα αὐτοῖς τὸ ὄνομά σου καὶ γνωρίσω». Όλες αυτές οι φράσεις ακυρώνουν και ανατρέπουν τη στάση του Αδάμ στον Παράδεισο. Δείχνουν μια πλήρη εμπιστοσύνη του ανθρώπου Χριστού στον Θεό Πατέρα Του και μια παντελή έλλειψη για αυτόνομη προβολή του προσώπου του Χριστού. Η προβολή του Χριστού απορρέει αποκλειστικά από την αγαπητική σχέση Του με τον Πατέρα: «Πάτερ, οὓς δέδωκάς μοι, θέλω ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγὼ κἀκεῖνοι ὦσι μετ’ ἐμοῦ, ἵνα θεωρῶσιν τὴν δόξαν τὴν ἐμὴν ἣν δέδωκάς μοι, ὅτι ἠγάπησάς με πρὸ καταβολῆς κόσμου». Ακόμα και όταν ο Χριστός,  ως άνθρωπος δειλιάζει προ του Σταυρού, δεν εκφέρει αιτιάσεις και αφορμές και δικαιολογίες (που θα μπορούσε κάλλιστα να υποστηρίξει την αθωότητά Του και το άδικο της σταυρώσεώς Του, όπως θα έκανε ένας γνήσιος απόγονος του Αδάμ), αλλά δέχεται το θέλημα του Πατρός, απλώς και μόνο διότι το θέλει ο Πατέρας Του: «Πάτερ μου, εἰ δυνατόν ἐστι, παρελθέτω ἀπ’ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο· πλὴν οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ’ ὡς σύ». Του αρκεί το ότι έτσι θέλει ο Πατέρας Του και αυτό όχι από έλλειψη ιδίας βούλησης, αλλά από την άκρα αγάπη που έχει για τον Πατέρα Του, η οποία αγάπη γεννά και την άκρα εμπιστοσύνη. Ακριβώς δηλαδή το αντίστροφο της στάσης του Αδάμ προς τον Θεό μέσα στον Παράδεισο.

Μετά από όσα γράφτηκαν κατανοούμε γιατί είπε ο Χριστός «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι». Πολλοί παρεξηγούν τα λόγια αυτά: Ο Χριστός δίνει την ελευθερία της επιλογής να τον ακολουθήσουμε ή όχι. Λέγει, όποιος θέλει να τον ακολουθήσει, αλλά δεν λέγει, όπως θέλει ο καθένας να τον ακολουθήσει. Μπορούμε να τον ακολουθήσουμε ή όχι. Αλλά από τη στιγμή που αποφασίζουμε να Τον ακολουθήσουμε, δεν υπάρχει άλλος δρόμος: Πρέπει να σηκώσουμε τον σταυρό μας, όπως και εκείνος, και με αυτόν τον τρόπο να Τον ακολουθήσουμε. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος θεραπείας, σωτηρίας και μίμησης του Χριστού από την άρση του σταυρού μας. Ο σταυρός ήταν το όριο της κακίας που έπρεπε να νικήσει ο Χριστός για να μετατρέψει αυτό το όργανο της κακίας σε οδό σωτηρίας. Έτσι έπρεπε να νικήσει το έσχατο όριο της κακίας. Ευτυχώς ο Θεός γνωρίζει για τον καθένα μας τα όρια της δύναμής μας. Ο σταυρός για τον κάθε πιστό δεν συνεπάγεται σταύρωση επί ξύλου και θάνατο, αλλά όμως επιβάλλει αναμέτρηση με τα όριά μας. Μπορεί το όριό μας να είναι η αντιμετώπιση μιας θλίψης, η υπομονή μας σε μια ανίατη ασθένεια, η μακροθυμία μας με ένα δύστροπο διευθυντή, η αποδοχή μιας αδικίας προκειμένου να μην διαταραχθεί η αγάπη. Τα όρια του καθενός μας τα γνωρίζει ο Θεός. Σε μας απομένει να Τον εμπιστευτούμε και να ζητήσουμε τη βοήθειά Του για να σηκώσουμε τον σταυρό που εμφανίζεται μπροστά μας με την επίγνωση ότι διά του Σταυρού επιτυγχάνεται η θεραπεία της φύσεώς μας. Η αποδοχή του Σταυρού μας, όπως και στην περίπτωση του ευγνώμονος ληστού, είναι η καλύτερη ευκαιρία μας να δείξουμε στον Θεό εμπράκτως τη μετάνοιά μας. Δεν υπάρχει πιο συγκινητική μετάνοια για τον Θεό, από αυτήν που αποδέχεται με ευγνωμοσύνη μια θλίψη – δοκιμασία ως κάθαρση για μια προηγούμενη αμαρτία ή πτώση. Αυτή η μετάνοια άνοιξε με μια φράση τον παράδεισο στον εκ δεξιών ληστή. Και αν ο αναμάρτητος Χριστός αποδέχτηκε αγόγγυστα τον σταυρό Του, πόσο μάλλον εμείς -που είμαστε οφειλέτες για μύρια τάλαντα και δεν έχουμε τίποτε να προσφέρουμε στον Θεό-, πρέπει να δεχτούμε τον σταυρό που ο Θεός θέτει στη ζωή μας για τη δική μας σωτηρία.

Όπως ακούμε και στην υμνολογία της Εκκλησίας μας «·ἔστι γὰρ σωτήριον ἡμῖν τοῦτο τὸ ξύλον» διότι «πάντα γὰρ διὰ Σταυροῦ, ἐπέλαμψεν ἡμῖν τὰ χαρίσματα». Αν λοιπόν θέλουμε να γίνουμε κοινωνοί των χαρισμάτων του Θεού, ας μετατρέπουμε μικρές και μεγάλες δοκιμασίες στη ζωή μας σε διαρκή αγώνα άρσης του σταυρού. Ο Χριστός θα είναι δίπλα μας, διότι «ἐν ᾧ γὰρ πέπονθεν αὐτὸς πειρασθείς, δύναται τοῖς πειραζομένοις βοηθῆσαι».

 

14 Σεπτεμβρίου 2021.

Μιχάλης Χριστοφορίδης

Εκπαιδευτικός