1000
Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content
Post Type Selectors

Κυριακοδρόμιο

Κυριακὴ Γ ́ Ματθαίου

(Μθ. 6, 22-33)

Ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν Ἐπὶ τοῦ Ὄρους Ὁμιλία τοῦ Κυρίου περιλαμβάνει ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή. Ὁλόκληρη ἡ Ὁμιλία αὐτὴ ἀποτελεῖ τὸν πυρῆνα, τὴν οὐσία, τῆς εὐαγγελικῆς διδασκαλίας – τὸ συγκεκριμένο τμῆμα της, ὅμως, συνιστᾶ εἰδικότερα ἕναν πολύτιμο ὁδηγὸ γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ πιστοῦ μέσα στὸν κόσμο.

Θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ περικοπὴ αὐτὴ χωρίζεται σὲ δύο μέρη. Τὸ πρῶτο μέρος ἀναφέρεται στὰ κριτήρια τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχει ὁ πιστός, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ ἀξιολογεῖ μὲ ὀρθὸ τρόπο τὰ πράγματα. Συγκεκριμένα, ὁ Ἰησοῦς ἐπισημαίνει ὅτι ἡ ἀνθρώπινη ματιὰ λειτουργεῖ σὰν λυχνάρι, σὰν φῶς γιὰ τὸν ἄνθρωπο: ὅταν τὰ μάτια τοῦ ἀνθρώπου εἶναι καθαρά, ὅλος ὁ ἄνθρωπος εἶναι φωτεινός – ἀλλιῶς, ὅταν τὰ πάθη κηλιδώνουν τὸ ἀνθρώπινο βλέμμα, ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη βυθίζεται στὸ σκοτάδι.

Οἱ Ἄραβες ἔχουν μία σχετική, καὶ σοφή, παροιμία: «Ὅταν βλέπεις διαρκῶς τὴν μπουγάδα τοῦ γείτονα λερωμένη, μᾶλλον ἦρθε ἡ ὥρα ποὺ πρέπει νὰ καθαρίσεις τὰ τζάμια τοῦ σπιτιοῦ σου», λέει. Ἀξίζει, ἀκόμη, νὰ προσέξουμε καὶ τὶς λέξεις ποὺ παραθέτει ὁ Εὐαγγελιστής: γιὰ νὰ βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος στὸ φῶς, θὰ πρέπει ὁ ὀφθαλμός του νὰ εἶναι ἁπλός, εἰδάλλως, ἕνας ἄνθρωπος μὲ πονηρὸ ὀφθαλμό, θὰ ζεῖ σὲ κατάσταση σκότους. Ὅταν, δηλαδή, τὰ «πνευματικὰ γυαλιά», μὲ τὰ ὁποῖα βλέπουμε τὸν κόσμο χαρακτηρίζονται ἀπὸ ἁπλότητα καὶ ἀγαθότητα, τότε ἐκπέμπουμε φῶς. Ὅταν ὅμως ἡ ὅρασή μας εἶναι πονηρή, ἐμπαθὴς καὶ τυφλωμένη ἀπὸ κακία, τότε ἡ ζωή μας ὅλη ὑποφέρει ἀπὸ νοσηρότητα καὶ χάνει τὸν προσανατολισμό της.

Συνεχίζοντας μὲ τὴν παράθεση τῶν ἀπαραίτητων κριτηρίων γιὰ τὴ στάση μας ἀπέναντι στὰ πράγματα, ὁ Ἰησοῦς ξεκαθαρίζει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τασσόμαστε ταυτόχρονα στὴν ὑπηρεσία δύο ἀντιπαρατιθέμενων μεταξύ τους πλευρῶν. Δὲν μποροῦμε δηλαδὴ νὰ δουλεύουμε ταυτόχρονα καὶ γιὰ τὸν Θεὸ τῆς ἀγάπης καὶ γιὰ τὸν ἐχθρὸ τοῦ ἀνθρώπου. Μία βασικὴ ἀλήθεια ποὺ ἰσχύει γιὰ ὅλα τὰ ἀνθρώπινα πλάσματα σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις, ἀποκτᾶ ὅμως ξεχωριστὴ σημασία καθὼς ἐξειδικεύεται, ὅταν κατονομάζεται ἡ πλευρὰ ποὺ ἀντιτίθεται στὸν Θεό. Καὶ αὐτὴ δὲν εἶναι παρὰ ὁ Μαμωνᾶς, ὁ θεὸς τοῦ χρήματος, τοῦ χρήματος ποὺ γίνεται θεός.

Μὲ ἄλλα λόγια, δὲν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ νομίζει ὅτι πιστεύει πραγματικὰ στὸν Θεό, ὅταν εἶναι ὑποδουλωμένος στὴν ἐπιδίωξη τοῦ πλουτισμοῦ. Ἡ ἐπισήμανση αὐτὴ ἔχει ἰδιαίτερη ἀξία γιὰ τοὺς πιστούς, οἱ ὁποῖοι προσκυνοῦν μὲ πάθος τὰ εἴδωλα τοῦ χρήματος καὶ θεωροῦν ὅτι μὲ τὴν ἐκπλήρωση κάποιων «θρησκευτικῶν καθηκόντων», ἐξιλεώνονται μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ δικαιοκρίτη Θεοῦ. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζεῖ σὰν νὰ μὴν ὑπάρχει Θεός, κανένα τέχνασμα δὲν τὸν δικαιώνει. Οἱ συμβιβασμοὶ αὐτοῦ τοῦ εἴδους εἶναι κίβδηλοι καὶ δὲν ἔχουν καμιὰ ἀξία, ἀφοῦ ὁ Θεὸς δὲν προσωποληπτεῖ. Γι’ αὐτό, ἐξάλλου, καὶ σὲ ἄλλες περιστάσεις ὁ Κύριος τονίζει πόσο δύσκολο εἶναι γιὰ τὸν κάτοχο τοῦ πλούτου νὰ εἰσέλθει στὴν οὐράνια Βασιλεία.

Ἐπιπλέον, ἡ προσκόλληση τοῦ ἀνθρώπινου μυαλοῦ στὸν πλουτισμὸ δὲν ἀποτελεῖ κάποια μεμονωμένη δραστηριότητα οὔτε εἶναι ἐξατομικευμένη. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας γνώριζαν καλὰ τὴν ἔκταση αὐτῆς τῆς νόσου καὶ προειδοποιοῦσαν γιὰ τὰ συμπτώματά της. Ἡ φιλαργυρία, ἡ πλεονεξία, ἡ ἀδιαφορία γιὰ τὸν πλησίον καὶ ἡ κοινωνικὴ ἀδικία πηγάζουν ἀκριβῶς ἀπὸ τὴ συμπαράταξη μὲ τὸν Μαμωνᾶ, ὅσο καὶ ἂν ἐπιφανειακὰ καὶ κατ’ ὄνομα προβάλλεται ἡ χριστιανικὴ ἰδιότητα. Ὁ Μ. Βασίλειος θεωρεῖ ὅτι ἡ κτήση πραγμάτων ποὺ δὲν χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος ἰσοδυναμεῖ μὲ κλοπή τους ἀπὸ ἐκείνους ποὺ τὰ στεροῦνται – καὶ τὸ ἴδιο ἀκριβῶς συμ- βαίνει ὅταν κάποιος δὲν βοηθᾶ τὸν συνάνθρωπό του, ἐνῶ ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ τὸ κάνει! (Εἰς τὸ «καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας», 7, PG 31, 276C-277A).

Τὸ δεύτερο μέρος τῆς σημερινῆς περικοπῆς ἀφορᾶ ἕναν τομέα ποὺ ἀπορροφᾶ μεγάλο μέρος τῆς ἀνθρώπινης σκέψης, καὶ αὐτὸς εἶναι οἱ βιοτικὲς μέριμνες. Μὲ ὄμορφες καὶ γλαφυρὲς εἰκόνες ἀπὸ τὴ φύση (τὰ πουλιὰ καὶ τὰ ἀγριολούλουδα), ὁ Κύριος καλεῖ τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀπελευθερωθεῖ ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ ἄγχους γιὰ τὸν ἐπιούσιο ἄρτο καὶ νὰ στραφεῖ πρὸς τὸ «ἓν οὗ ἐστὶ χρεία», τὴν ἔλευση τῆς Βασιλείας. Αὐτὴ εἶναι ὁ ἀπώτερος σκοπὸς ποὺ δίνει οὐσιαστικὸ νόημα στὴν ἀνθρώπινη ζωή.

Οἱ ἀγωνίες καὶ ἡ ἀνυπομονησία γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῶν ἐπίγειων ἀγαθῶν φανερώνουν ὀλιγοπιστία στὸ θεῖο θέλημα καὶ ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης στὴν πρόνοιά του. Οἱ ἄνθρωποι ἀγωνίζονται στὴ ζωή τους νὰ δημιουργήσουν ὅλες ἐκεῖνες τὶς συνθῆκες, ποὺ θὰ τοὺς ἐξασφαλίσουν ἐπίγεια ἀγαθὰ καὶ ἀνέσεις, ἀλλὰ καὶ μαζὶ τὴν ἀναγνώριση ἀπὸ τὸν κοινωνικὸ περίγυρο. Αὐτὸ ὅμως δηλώνει ἀκριβῶς πόσο μακριὰ βρίσκονται ἀπὸ τὸν Θεό. Ἐξάλλου, ὅπου βρίσκεται ὁ θησαυρός μας, ἐκεῖ βρίσκεται καὶ ἡ καρδία μας, λέει ὁ Εὐαγγελιστὴς ἀμέσως πρὶν ἀπὸ τὴ σημερινὴ περικοπή (βλ. Μθ. 6, 21).

Ὁ ὅσιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης διηγεῖται σχετικὰ ὅτι κάποτε βρέθηκε σ’ ἕνα πολυτελὲς σπίτι καὶ οἱ οἰκοδεσπότες τοῦ ἀνέφεραν: «Ζοῦμε στὸν Παράδεισο, ἐνῶ ἄλλοι στεροῦνται». Ἡ ἀπάντηση τοῦ Ἁγίου ἦταν ἀφοπλιστική: «Ζεῖτε στὴν κόλαση! Ἂν ὁ Χριστὸς μὲ ρωτοῦσε «ποῦ θὰ ἤθελες νὰ σὲ βάλουμε, στὴ φυλακὴ ἢ σ’ ἕνα σπίτι σὰν κι αὐτό;», θὰ προτιμοῦσα τὴ φυλακή! Γιατὶ ἐκεῖ θὰ μοῦ θύμιζε τὸν Χριστό, τοὺς μάρτυρες, τοὺς ἀσκητὲς καὶ θὰ χαιρόμουν… Τὸ σπίτι σας τί θὰ μοῦ θύμιζε καὶ σὲ τί θὰ μὲ βοηθοῦσε; Οἱ φυλακὲς μὲ ἀναπαύουν καλύτερα ἀπὸ ἕνα σαλόνι κοσμικό» (Βλ. Λόγοι Α ́, Μὲ πόνο καὶ ἀγάπη γιὰ τὸν σύγχρονο ἄνθρωπο, ἔκδ. Ἱ. Ἡσυχαστηρίου «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης 1998, σ. 172).

Ἡ ἑρμηνεία γιὰ τὴν προτίμηση αὐτὴ βρίσκεται ἀσφαλῶς στὰ κριτήρια, γιὰ τὰ ὁποῖα κάναμε λόγο πιὸ πάνω. Ἡ ἁπλότητα στὶς ἐπιθυμίες μας, στὸν τρόπο ποὺ βλέπουμε τὰ πράγματα καὶ στὸν τρόπο ποὺ ζοῦμε, μᾶς φέρνει πιὸ κοντὰ στὴν οὐσία τῆς ζωῆς καὶ μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὰ περιττὰ ποὺ φορτώνουν καὶ δεσμεύουν τὴν πορεία μας. Μαθαίνουμε ἔτσι, ἀντὶ νὰ ἐμπιστευόμαστε τὶς δικές μας δυνάμεις, νὰ στρέφουμε τὴν ἐλπίδα μας περισσότερο στὸν Θεό, ποὺ ἔστειλε τὸ μάννα στὸν λαό του, ποὺ στέλνει ἀδιακρίτως τὸ ἔλεός του σὲ δίκαιους καὶ ἄδικους, ποὺ δὲν ἀφήνει τὰ παιδιά του ἀβοήθητα στοὺς κλυδωνισμοὺς τοῦ βίου τους.

Τὸ πρότυπο αὐτὸ τῆς ζωῆς τὸ βλέπουμε καθαρὰ στοὺς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπιθύμησαν καὶ πέτυχαν ὅ,τι ἀξίζει πραγματικὰ σ’ αὐτὸν ἐδῶ τὸν κόσμο, τὴν πραγμάτωση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἔζησαν χωρισμένοι ἀπὸ ὅλα τὰ ψιμμύθια τῆς καθημερινότητας, ἀλλὰ καὶ συναρμοσμένοι μὲ ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Ἔμαθαν νὰ βλέπουν τὸν Θεὸ στὰ ἁπλὰ πράγματα καὶ ὄχι στὰ ἐντυπωσιακὰ καὶ πομπώδη, ὅπως ὁ προφήτης Ἠλίας Τὸν εἶδε «ὡς φωνὴ αὔρας λεπτῆς», σὰν δροσερὸ ἀεράκι, καὶ ὄχι στὴ βροντὴ ἢ τὴ φωτιά. Αὐτὸ δὲν σημαίνει χαύνωση ἢ ἐπανάπαυση, ἀλλὰ ἡσυχία ποὺ συνοδεύεται ἀπὸ ἐγρήγορση. Ἡ παράδοσή μας διδάσκει ὅτι ἡ ἤρεμη ψυχὴ φωτίζει τὸ λογικό. Γιατὶ τότε μόνο ὁ ἄνθρωπος κρατᾶ τὸ φρόνημά του ὀξὺ καὶ ἀκέραιο, τότε φωτίζεται καὶ βλέπει τὸν κόσμο γύρω του ὅπως πραγματικὰ εἶναι. Τότε μόνο μπορεῖ νὰ βρεῖ τὶς ἀπαντήσεις στὰ δύσκολα.

Θὰ ἀναρωτηθεῖ κανείς, ὅμως, διαβάζοντας τὴν περικοπή: «Μὰ γίνεται νὰ ζήσουμε, χωρὶς βιοτικὲς μέριμνες, χωρὶς τὴ φροντίδα γιὰ τὴν καθημερινὴ ἐπιβίωση;». Ἀπολύτως εὔλογη ἡ ἀπορία, ἀλλὰ ἡ ἀπάντηση δίνεται στὴν κατεξοχὴν προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας, τὴν Κυριακὴ προσευχή. Τί ζητᾶμε ἐκεῖ; Ζητᾶμε ἀφενὸς «τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον» (ἂν καὶ ἡ βαθύτερη ἑρμηνεία τοῦ αἰτήματος τὸ ἀνάγει στὴν κυριότερη τροφὴ ποὺ χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ ζήσει πραγματικά: τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Κυρίου), ἀλλὰ παρακαλᾶμε καὶ γιὰ τὴν ἔλευση τῆς Βασιλείας. Ἡ ὕπαρξή μας εἶναι σταθερὰ προσανατολισμένη στὸ γεγονὸς τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴν προσδοκοῦμε, αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματική μας οἰκία, αὐτῆς πολίτες εἴμαστε.

Ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε γι’ αὐτή. Ἡ ἀληθινὴ φύση του δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ φαίνεται στὴν καθημερινότητά του, μὰ αὐτὸ ποὺ πρόκειται νὰ γίνει – ἀλήθεια ποὺ ἀνέδειξε ἡ βυζαντινὴ τέχνη ὅσο κανεὶς ἄλλος. Καὶ τόσο τὴ βαθύτερη αὐτὴ ἀλήθεια, ὅσο καὶ τὴν πραγματικότητα τῆς Βασιλείας, τὶς ζοῦμε μὲ τὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴ ζωή μας. Ὅταν δηλαδὴ καθιστοῦμε τὴν καρδία μας καὶ ὅλο μας τὸν βίο κατοικητήριο τοῦ Πνεύματος. Ὅταν δὲν ζοῦμε ἐμεῖς, ἀλλὰ ζεῖ ὁ Χριστὸς μέσα μας.

Τὴ Βασιλεία τὴ γευόμαστε στὴ μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλὰ καὶ ὅταν δὲν ἀπελπιζόμαστε στὶς δυσκολίες, τηροῦμε τὶς θεῖες ἐντολὲς καὶ τὸ ταπεινὸ φρόνημα μᾶς καθοδηγεῖ. Ὅταν ὅλη μας ἡ ζωὴ εἶναι προσευχή, καὶ μάλιστα ἡ ἁπλὴ ἐκείνη προσευχὴ ποὺ συγκεφαλαιώνει κάθε ἀνθρώπινο αἴτημα: «Κύριε ἐλέησον» ἢ «Δόξα σοι ὁ Θεός». Τότε μόνο φροντίζουμε πραγματικὰ γιὰ τὶς ὑποθέσεις τοῦ βίου μας. Γιατὶ ὅπως εἶπε καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει καλύτερα ἀπὸ ὅλους τί ἀκριβῶς χρειαζόμαστε καὶ τί ἀκριβῶς μᾶς συμφέρει στ’ ἀλήθεια, ὅταν ζητοῦμε τὴ Βασιλεία καὶ τὴ δικαιοσύνη του ὅλα τὰ ὑπόλοιπα θὰ προστεθοῦν στὴ ζωή μας.

π. Παναγιωτοπουλος