1000
Generic selectors
Exact matches only
Search in title
Search in content

Κυριακοδρόμιο

Κυριακὴ ΙΔ ́ Λουκᾶ

(Λκ. 18, 35-43)
Ἐνῶ ὁ Χριστὸς πορευόταν πρὸς τὴν Ἱεριχώ, ἀκολουθούμενος ἀπὸ πλῆθος ἀνθρώπων, ἕνας τυφλός, ὁ ὁποῖος καθόταν καὶ ζητιάνευε, κραύγασε: «Ἰησοῦ υἱὲ Δαβίδ, ἐλέησόν με». Κάποιοι ἀπὸ τὸ πλῆθος, ἐνοχλούμενοι ἴσως ἀπὸ τὶς φωνές του, οἱ ὁποῖες τοὺς ἐμπόδιζαν ἀπὸ τοῦ νὰ ἀκούσουν τὴ διδασκαλία τοῦ Κυρίου, προσπαθοῦσαν νὰ τὸν κάνουν νὰ σιωπήσει. Ὁ τυφλός, ὅμως, συνέχισε νὰ φωνάζει, ζητῶντας τὸ θεῖο ἔλεος. «Τί θέλεις νὰ κάνω γιὰ σένα;», τὸν ρώτησε τότε ὁ Χριστός. «Κύριε, θέλω νὰ ἀποκτήσω τὸ φῶς μου», τοῦ ἀπαντᾶ ὁ τυφλός. Καὶ ὁ φιλάνθρωπος Κύριος, βλέποντας τὴν ἰσχυρὴ πίστη του, τὸν θεραπεύει.

Ἐκεῖνο ποὺ κάνει τὸν τυφλὸ νὰ συμπεριφέρεται κατὰ τὸν τρόπο αὐτὸ εἶναι δίχως ἄλλο ἡ πίστη καὶ ἡ ἐλπίδα του στὸν Χριστό. Ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ πίστη εἶναι ἔννοιες ἀλληλένδετες. Ἡ ἐλπίδα στηρίζεται στὴν πίστη καὶ ἡ πίστη παίρνει περιεχόμενο ἀπὸ τὴν ἐλπίδα. Συγχρόνως ὅμως ἡ ἐλπίδα στηρίζει καὶ ζωογονεῖ τὴν πίστη. Ὅπως ἡ πίστη, ἔτσι καὶ ἡ ἐλπίδα τοῦ πιστοῦ συνδέεται μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.

Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἐλπίζουν καὶ θὰ συνεχίσουν νὰ ἐλπίζουν ὅσο βρίσκονται στὴ ζωή. Ὅταν παύει ἡ ζωή, τότε παύει νὰ ὑπάρχει καὶ ἡ ἐλπίδα. Ἡ χριστιανικὴ ἐλπίδα εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτὸ καὶ ξεπερνᾶ τὰ ὅρια τοῦ θανάτου καὶ εἰσχωρεῖ στὴν αἰώνια ζωή. Ἄρα ἡ χριστιανικὴ ἐλπίδα εἶναι ἀσφαλὴς καὶ ἀδιάψευστη. Γιὰ νὰ παραμείνει ὅμως ἡ ἐλπίδα ἀσφαλὴς πρέπει νὰ κινεῖται μὲ τόλμη καὶ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό. Μία τέτοια ἐμπιστοσύνη στὸν Χριστὸ ἔδειξε καὶ ὁ τυφλὸς τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς· ἀψηφῶντας τὶς παρατηρήσεις τῶν ἄλλων ποὺ τὸν ἐπιτημοῦσαν, ὥστε νὰ σιωπήσει, ζητοῦσε μὲ ἐπιμονὴ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

Ὁ σκοπὸς τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς βρίσκεται στὸν Θεό. Ὅταν ὅμως ὁ ἄνθρωπος ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸν Θεό, ἀπομακρύνεται συγχρόνως καὶ ἀπὸ τὸ νόημα καὶ τὸν σκοπὸ τῆς ζωῆς του. Ἂν περιοριστεῖ ὁ ἄνθρωπος στὸν ἑαυτό του καὶ στὶς δικές του δυνάμεις, τότε παρασύρεται καὶ κάμπτεται, ὅταν ὅμως ἐλπίζει στὸν Θεό, ἀντιστέκεται καὶ παραμένει σταθερὸς στὴν πορεία του. Δέχεται ὅ,τι τοῦ ἐπιφυλάσσει ἡ ζωή, ἐπιδεικνύει ὑπομονὴ καὶ τὸ ἐντάσσει μέσα στὸ γενικότερο σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία του.

Ὁ Χριστιανὸς ποὺ ἐλπίζει στὸν Θεὸ παραμερίζει τὰ πρόσκαιρα καὶ προσανατολίζεται στὰ αἰώνια. Ἔτσι ξεπερνᾶ τὶς δυσκολίες τοῦ κόσμου καὶ χαίρεται γιὰ τὴν ἐπικείμενη Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ἡ ἐλπίδα γίνεται περιεχόμενο τῆς ζωῆς, γίνεται καὶ προσευχή, δὲν τὸν ἀποξενώνει ἀπὸ τὴν καθημερινὴ ζωή, οὔτε ὁδηγεῖ σὲ ἀνεδαφικοὺς ὁραματισμούς. Ἀποκαθίσταται τότε ὁ ἄνθρωπος μέσα στὸν κόσμο καὶ ὑπηρετεῖ τὸν ἀληθινὸ σκοπὸ τῆς ζωῆς του.

Ἡ ἐλπίδα χρειάζεται πολλὴ ὑπομονή. Ἐδῶ βρίσκεται τὸ κρίσιμο σημεῖο ποὺ πρέπει νὰ προσέξουμε γιὰ νὰ μὴν σκανδαλιζόμαστε. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ἀποφεύγει τὴν ὑπομονή, γιατὶ ὁ εὐδαιμονιστικὸς τρόπος ζωῆς ἔχει διαβρώσει τὴν ἀντοχή του.

Γι’ αὐτὸ καὶ τὰ λόγια τοῦ ὁσίου Σιλουανοῦ εἶναι ἐπίκαιρα γιὰ τὴν ἐποχή μας: «Κράτα τὸν νοῦ σου στὸν Ἅδη καὶ μὴ ἀπελπίζου», μᾶς προτρέπει. Ὅταν κανεὶς συναισθάνεται καὶ ὑπομένει τὴν ἁμαρτωλότητά του, τότε σιγὰ σιγὰ γνωρίζει τὸν ἑαυτό του καὶ τὶς ἀδυναμίες του, καὶ ἡ ταπείνωση γίνεται τρόπος ζωῆς. Τότε εἶναι ποὺ θυμᾶται τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν ἀπελπίζεται. Ἀναλογίζεται τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ, πολεμάει τὰ πάθη του καὶ μὲ θάρρος ἐλπίζει στὴν ἄφατη εὐσπλαχνία καὶ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ.

Μ. Ματθαιου